Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

«Λέξεις απόκρημνες» της Διώνης Δημητριάδου


Η μοναχικότητα, το άγγιγμα, η εγγύτητα και η απόσταση είναι ορισμένα από τα βασικά ζητήματα που θίγει η Διώνη Δημητριάδου στη συλλογή της Λέξεις απόκρημνες. Ειδικά στο ζήτημα του αγγίγματος ή της αίσθησης της αφής γίνεται σημαντική αναφορά («έχει αφή το βλέμμα»):

Κανένας τους δεν σκέφτηκε την παντοδύναμη αφή
(«Το άναμμα»)

Η μνήμη κατεξοχήν είναι υπόθεση αφής
(«Μόνη αίσθηση»)

Τα χέρια
δηλωτικά απουσίας
αφήνουν χαραμάδες σε αλλοτινά αγγίγματα.
Υπέροχη αφή
καταργημένη λίγο λίγο.
(«Αφή»)

Ο χρόνος είναι που καταργεί σταδιακά την αφή από τον χώρο που εκείνη είχε καταλάβει μέσα στη μνήμη. Όσο για την ίδια τη μνήμη, αυτή ορίζεται σαν ένα σώμα («Η θύμηση έχει σώμα/ βλέμμα σκληρό/ ατσάλινο»), όμως σε αποσύνθεση, ένα σώμα απ’ το οποίο δεν υπάρχει διέξοδος ούτε λύτρωση. Η λήθη, από την άλλη, («πανίσχυρη λήθη/ εργατική») μπορεί να λειαίνει όλες τις κοφτερές γωνίες, όμως συγχρόνως αφαιρεί την πολυπόθητη υγρασία που είναι συνθήκη για τη ζωή («σε καιρό ξηρασίας/ θα βρεθούμε ολόστεγνοι»).

Την ίδια στιγμή, η μελαγχολία, η θλίψη και το αναπόφευκτο («σου έλεγα πόσο η μοίρα είναι άφευκτη») δίνουν τον τόνο:

Μια λύπη έχω χρεωθεί σχεδόν από παιδί
με ιατρικά ιάματα
συχνά εξαγοράσιμη.
Ανίατη στο βάθος.
(«Ο έσω τόπος»)

Το προσωπείο του παιδιού επανέρχεται στα ποιήματα. Είναι εκείνο που ξέχασαν να ξυπνήσουν όταν έπρεπε και που ξυπνά «κάθε φορά/ που εγώ σαστίζω/ πόσο παιδί ακόμα κουβαλά/ ο ώριμος εαυτός μου». Πρόκειται για ένα από τα προσωπεία της ποιήτριας, μέσα από τα οποία μιλά στους στίχους. Το παιδί και τα παιχνίδια του, όπως οι χάρτινες βαρκούλες: «από χαρτί φτιαγμένο τα ανθρώπινα όλα», σαν μια σειρά από χάρτινες βαρκούλες που αφήνονται να λιώσουν λίγο μετά που συναντήσουν το νερό.

Στα σπίτια, που «μηρυκάζουν τις ίδιες πάντα λέξεις», κάποιες φωτογραφίες γκρεμίζονται από τους τοίχους «και όπως σπάει το γυαλί/ πέφτουν τα πρόσωπα στο πάτωμα». Αν προσπαθήσει κανείς να τα μαζέψει, μεταφέρεται αναπάντεχα στο μέσα τοπίο, όπου μαζί με την ποιήτρια «σκιές παραμερίζουν να περάσω/ πρόσωπα δίχως μάτια/ χέρια να πιάνουν το κενό».

Το όνειρο θα μπορούσε να προσφέρει τη λύτρωση, όμως συχνά εξελίσσεται σε εφιάλτη, και μάλιστα σε εφιάλτη που έχει αντίκτυπο στην πραγματικότητα:

Απόψε ονειρεύτηκα σπαθιά
Να κόβουν ανελέητα
…Ωστόσο κοιτάζοντας το πρωινό μου πρόσωπο
αριστερά τω εισερχομένω στον καθρέφτη
πώς να δεχθώ τη χαρακιά
που αυλάκωσε με ίχνος βαθύ
το ξύπνημά μου;
(«Εν υπνώσει»)

Μόνο σωσίβιο οι λέξεις:

Κάποτε οι λέξεις σε βαστούν
μην και παρασυρθείς ξεφεύγοντας
στην άκρη εκεί του δρόμου
και κατακρημνιστείς.
(«Λέξεις απόκρημνες»)

Να όμως που κάποιες από αυτές είναι ατίθασες, «όλο και σε τραβούν στο χάος να κοιτάξεις». Αυτές όμως αγαπά και επιδιώκει η ποιήτρια, τις λέξεις τις απόκρημνες, εκείνες που κρύβουν αμφιβολία και κίνδυνο, που δεν δέχονται τις βεβαιότητες. Όσο για τους ποιητές που τις χρησιμοποιούν:

…- κομμάτι σύννεφο κι οι ίδιοι –
στύβουν σκληρά το υδάτινο το σώμα τους
για να γευτούν μια στάλα ουρανό.
(«Των ποιητών»)

Μαζί με αυτούς και οι αναγνώστες. Γιατί, για καλή μας τύχη, «ο στίχος επιμένει» πάντα. Οι δίγλωσσες Λέξεις απόκρημνες της Διώνης Δημητριάδου, σε εξαιρετική μετάφραση στα αγγλικά των Ρόμπερτ Κριστ (που ήταν αλησμόνητος καθηγητής μου στη Σχολή Αγγλικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ) και της συζύγου του Δέσποινας Λαλά-Κριστ, είναι μια συλλογή ουσίας. Μπορεί ως Λέξεις απόκρημνες να είναι βασανιστικές, επικίνδυνες και αμφίβολες, αποκαλύπτουν όμως την προσωπική μας - και όχι μόνο - αλήθεια.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου