Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

"Στις γάργαρες ροές του ωκεανού":* ιαμβικοί και ελεγειακοί ποιητές


Απ’ τ’ ανοιχτά του πόντου στον μυχόν ανάμεσα
φέρνει ο νοτιάς και στροβιλίζει μύρια κύματα.

Αυτή είναι μια περιγραφή των ακτών της Ιωνίας,  πατρίδας τόσο των ελεγειών όσο και του ιάμβου, δύο ειδών που ήρθαν να διαδεχτούν την επική ποίηση. Ο ίαμβος, κατά τους ειδικούς, ξεχωρίζει για το μέτρο του που είναι πιο κοντά στην καθημερινή ομιλία και απαγγελλόταν στις γιορτές χωρίς μελοποίηση, όπως συνέβαινε με τα λυρικά ποιήματα. Οι ελεγείες πάλι, εκτός από τη μετρική τους ιδιορρυθμία, διακρίνονται για την ιδιαίτερη θεματολογία τους που έχει να κάνει με θρηνητικά και περισσότερο με πατριωτικά  θέματα. Ο Μίμνερμος (670-600 π.Χ.), ελεγειακός ποιητής  που έζησε στα τέλη του 7ου αιώνα π. Χ., μιλά στην "Σμυρνηίδα" του για την άμυνα που προέταξαν οι κάτοικοι της Ιωνίας απέναντι στις επιδρομές των Λυδών υπό τον Γύγη:

Εμείς της Πύλου του Νηλέα το άστυ αφήνοντας
στην περιπόθητην Ασία φτάσαμε με καράβια,
μες την εράσμια Κολοφώνα ένοπλοι μπήκαμε
κι επικαθίσαμε σκληροί φαντασιωμένοι ιππότες·
εκείθε, πλάι σε ποταμού πολυάνθρωπου το ρέμα,
θεία ευδοκία των Αιολέων πατήσαμε τη Σμύρνη.

Από την αυγή της ιστορίας, τα παράλια της Μικράς Ασίας αποτέλεσαν μήλο της έριδας κι έγιναν  αφορμή για μια σειρά από πολέμους που καταγράφηκαν κατά κύριο λόγο στα ομηρικά έπη, αλλά και στους στίχους του Μίμνερμου, ο οποίος ακολούθησε το πρότυπο των επών:

Σαν απ’ τον μέγα βασιλέα, ακούγοντας το πρόσταγμα
έφτασαν με τις κουφωτές ασπίδες τους περίφραχτοι...

Κανείς εκείνου τη γενναίαν ορμή, το εμψύχωμα
δεν είχε, λένε, όπως μαθαίνω  απ’  τους  πατέρες μας
να συγκλονίζει των Λυδών ιππέων τις φάλαγγες
στου Έρμου την όχθη απανωτά με το κοντάρι του 
κι αυτή η Παλλάδα η Αθηνά ποτέ δεν του έψεξε
την άγρια λύσσα της καρδιάς, όταν στους πρόμαχους
στου αιματηρού του ορυμαγδού τη μέση σάλευε
πικρά απ’ τα βέλη των εχθρών σημαδεμένος·
κι ούτε απ’ τ’ αντίμαχα πεδία φάνηκε πιο άριστος,
όμοια να ορμά στης κρατερής μάχης το κάλεσμα,
τότε που του ήλιου του γοργού το φως τον φτέρωνε.

Η ταραγμένη αυτή περιοχή, που άλλαζε χέρια κάθε τόσο, δεχόταν βίαιες επιδρομές βαρβάρων, όπως βλέπουμε στο παρακάτω σπάραγμα που  ανήκει στον Καλλίνο τον Εφέσιο (8ος αι. π.Χ.), τον  πρώτο ελεγειακό ποιητή της αρχαιότητας:
  
Φτάνει ο στρατός των Κιμμερίων τα πάντα εξολοθρεύοντας.

Αιτία αυτών των επιδρομών αποτελούσε πολλές φορές ο πλούτος του εδάφους, όπως φαίνεται στο ακόλουθο θραύσμα άγνωστου ποιητή:

                                                Της Μιλήτου
να το σμαράγδι, η πιο πολύτιμη πραμάτεια.

Ένα απόσπασμα του ιαμβικού ποιητή Ιππώνακτα (περ. 560-500 π.Χ.) μιλά για την εκστρατεία στα ίδια παράλια του μυθικού βασιλιά των Θρακών Ρήσου, γνωστού από την Ιλιάδα:

Με το άρμα και τα πάλλευκα πουλάρια τα θρακιώτικα
πέρασε αγγίζοντας τ’ ακρόπυργα της Τροίας
κι έπεσε κάτω των Αινειών ο βασιλιάς ο Ρήσος.

Η σάτιρα και το χιούμορ δεν λείπει από τους ιαμβικούς ποιητές, ειδικά από τον Ιππώνακτα που άλλοτε παρακαλεί κι άλλοτε  δεν διστάζει να τα βάλει με τους  θεούς οι οποίοι τον αδίκησαν :


Ερμή, Κυλλήνιε Ερμή, γιε της Μαμής παλιόφιλε,
πέφτω στα πόδια σου,  πάρα πολύ κρυώνω

Δία πατερούλη Δία, των Ολυμπίων θεών αφέντη,
που ν΄ το χρυσάφι,  αφεντικό που ‘χεις τ’ αργύρια;

Εμένα ο πλούτος- είναι τόση η στραβωμάρα του-
δεν ήρθε σπίτι μου  να μου φωνάξει: "Ιππώνακτα,
πάρε και λόγου σου μια δόση τρεις χιλιάδες
και πάλι βλέπομε". Ξεκούτιασε ο κανάγιας!


Με το όνομα του φιλόσοφου Αριστοτέλη (5ος αι. π.Χ.) σώζεται μια σειρά από επιτύμβια επιγράμματα σε ελεγειακό μέτρο, σχετικά με ήρωες που πολέμησαν και σκοτώθηκαν στη γη της Ιωνίας. Δυο δείγματα:

  Τον μακροσαϊτευτή τοξότη, τον λαμπρό γιο του Λυκάονα
               από την πόλη Ζέλεια, τον Πάνδαρο,
                         τούτο το χώμα κρατά.


  Τον χειριστή των θανατηφόρων βελών,
 τον γιο του Τελαμώνα, τον Τεύκρο νεκρό
  τούτη  η γη της Σαλαμίνας σκεπάζει.
  
Ο  Σπαρτιάτης Τυρταίος (7ος αι. π.Χ.) θεωρείται συνεχιστής της ελεγειακής παράδοσης της Ιωνίας  που μεταφέρθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τα ποιήματά του κατατάσσονται στην κατηγορία των πατριωτικών ποιημάτων και γράφτηκαν για να εμπνεύσουν τους Σπαρτιάτες στους Μεσσηνιακούς Πολέμους που καθιέρωσαν αυτή την πόλη ανάμεσα στις ισχυρότερες της Ελλάδας:

Ο αφέντης μου ο αργυρότοξος μακροτοξότης Φοίβος
απ’ τ’ άδυτα του ο χρυσομάλλης έτσι χρησμοδότησε…
  
Χαίρε δικέ μας βασιλέα θεάρεστε Θεόπομπε,
με σένα την πλατύχωρη κυριεύσαμε Μεσσήνη,
Μεσσήνη πλούσια στ’ όργωμα, πλούσια στο κάρπισμα της
για κείνη χρόνια δεκαεννιά μαχόταν
άντρες με κρατερή καρδιά, με τα αιχμηρά τους δόρατα
οι ακοντιστές πολεμιστές πατέρες των πατέρων μας·
στα είκοσι, αφήνοντας σε μας τα εύφορα χώματα μας
έφευγαν μέσα απ’ τα ψηλά βουνά των Ιθωμαίων

Ο Δίφιλος (7ος αιώνας) είναι  ένας άγνωστος σχετικά επικός και ιαμβικός ποιητής, που μας άφησε μια εικόνα των περίφημων Ολυμπιακών Αγώνων:

Στρέφοντας  τ’ άλογα καθώς ο Μαντιναίος Σήμος,
που πρώτος δίπλα στου  Αλφειού το  ρέμα αρματοδρόμησε

Από τον Αισχρίωνα (περ. 350 π.Χ.), έναν ποιητή που λέγεται ότι συμμετείχε  στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σώθηκαν ελάχιστα δείγματα, ιδιαίτερα όμορφα:

 Ωραίο δρεπάνι φεγγαριού, νέο τ’ ουρανού μας σίγμα.

 Η ίριδα έλαμψε, το όμορφο τόξο του ουρανού.

Το μυθολογικό στοιχείο, όπως ήταν φυσικό, ενέπνευσε τους ιαμβικούς και ελεγειακούς ποιητές που ζούσαν σε μια εποχή όπου οι μύθοι ήταν ιδιαίτερα ζωντανοί. Ακολουθούν τρία αποσπάσματα του Μίμνερμου πάλι, που αγαπήθηκε πολύ στην αρχαιότητα, σχετικά με την Αργοναυτική Εκστρατεία  και το νυχτερινό, ατελείωτο ταξίδι του ήλιου  πάνω απ’ τον ωκεανό,* μέσα σε χρυσή κλίνη που μοιάζει με κύπελλο:

Ο Ιάσωνας μόνος του δε θά ’φερνε απ’ την Αία
το δέρας, άθλος φοβερός, στον προπετή Πελία,
με τους συντρόφους του αλγεινή πορεία δεν θα πορεύονταν
κι ούτε στις γάργαρες ροές του Ωκεανού δεν θα ‘φταναν...

Στην πόλη του Αιήτη, όπου του γοργού Ήλιου
οι ακτίνες βρίσκονται σε χρυσό δωμάτιο, στου Ωκεανού
τις όχθες, εκεί που έφτασε ο θεϊκός Ιάσων...

Και του ήλιου ακόμα αλαργινός  τού λαχε κάματος
καθημερνά- ποτέ δεν βρίσκει ένα ξανάσασμα
αυτός και τ’ άλογα του, αφότου η ροδοδάκτυλη
απ’  τις ροές του Ωκεανού προβάλει στο στερέωμα
η Αυγή, τον φέρνει απ’ τα νερά κλίνη πανέμνοστη
τεχνουργημένη με σφυρί απ’ το χέρι του Ηφαίστου,
από χρυσάφι, φτερωτή κι ως τα’ ακροπέλαγα
που πάει κοιμάμενον μεσ’ απ ‘ τη γη των Εσπερίδων
προς τους  Αιθίοπες κι εκεί ξεζεύει τ’ άλογα
ωσότου η Αυγή να ξαναφέξει απ΄ τα χαράματα.
Τότε κι ο γιος αλλάζει αμάξι του Υπερίονα.


Απόστολος Σπυράκης

* Ο ωκεανός εδώ σημαίνει τη Μεσόγειο θάλασσα που περιέβαλλε τη γη, όπως πίστευαν οι αρχαίοι.

Πηγές:   1. "Ιαμβικοί και ελεγειακοί ποιητές", Εκδόσεις Κάκτος, 2002.
              2. Γιάννης Δάλλας, "Ελεγειακοί ποιητές", Εκδόσεις Άγρα, 2007.
              3. Γιάννης Δάλλας, "Ιαμβογράφοι", Εκδόσεις Άγρα, 2007.  

1 σχόλιο: