Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ποίηση και αντι-ποίηση

Στην ελάσσονα κλίμακα το ερώτημα είναι: γιατί, ενώ οι ποιητικές εκδόσεις έχουν αυξηθεί αριθμητικά τις τελευταίες δεκαετίες (και μάλιστα, κατά την ομολογία ανθρώπων σχετικών περί τα εκδοτικά, κατακόρυφα), οι αναγνώστες της ποίησης έχουν μειωθεί δραματικά; Στη μείζονα κλίμακα το ερώτημα είναι: γιατί η ποίηση έπαψε να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη συνείδηση του λαού μας, να συνταράζει, να αφορά, να συγκινεί και να παρακινεί;

Ως προς την απάντηση του πρώτου ερωτήματος θα επιχειρήσω να μιλήσω για την ποιητική παραγωγή των τελευταίων δεκαετιών, από το '80 κι εδώ, και να αναφερθώ στους τρόπους, τα μέσα αλλά κυρίως στα κίνητρα που μετέρχονται οι ποιητές.

Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται αξιοθαύμαστες επιδόσεις στον ποιητικό λόγο, τόσο στην πρωτογενή παραγωγή όσο και στη μεταφραστική απόδοση ξένων, παλαιότερων αλλά και σύγχρονων ποιητών. Οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές αναμετριούνται με τις δυνάμεις του ποιητικού λόγου και κονταροχτυπιούνται στον οριζόντιο άξονα με τη συγχρονία του ποιητικού φαινομένου εκτός συνόρων αλλά και στον κατακόρυφο άξονα με την ελληνική ποιητική παράδοση του παρελθόντος.

Διαπιστώνει κανείς γενναίους πειραματισμούς, γλωσσικούς ακροβατισμούς, θεματικές πρωτοτυπίες (παρά τη διαδεδομένη πεποίθηση που, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, με βρίσκει σύμφωνο, πως στον ποιητικό λόγο πάντα μιλούσαμε και πάντα θα μιλάμε για τα ίδια τρία-τέσσερα θέματα, τον έρωτα, τον θάνατο, τη φύση, τον θεό). Όμως δεν βρίσκω να είναι ευθύβολα τα ποιητικά εγχειρήματα, τουλάχιστον αν πρόθεση των δημιουργών είναι να φτάσουν και να ταράξουν τη δεκτικότητα των άλλων. Κι αναρωτιέμαι, αλήθεια, είναι ειλικρινής πρόθεση των ομοτέχνων μου, μα και δική μου μαζί τους, όταν γράφουμε ποίηση να επι-κοινωνήσουμε με τους άλλους; Νιώθουμε βαθιά μέσα μας να διατρανώνεται ο στίχος του Ανδρέα Εμπειρίκου "πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου" ή απλώς βαυκαλιζόμαστε και αυτάρεσκα γράφουμε για να εδραιώσουμε μια αυτοαναφορικότητα που δεν είναι άλλο παρά προέκταση του μονήρους βίου που όλοι μας πάνω κάτω, ποιητές και μη, διάγουμε.

Είναι αλήθεια πως η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να αποτυπώνει με μεγαλύτερη διαύγεια τους παλμούς και τους πόθους της εποχής της. Μα κάνει μόνο τούτο; Η ποίηση, η τέχνη, δεν έχουν το υπέρτατο προνόμιο να κανοναρχούν και να αναπαρθενεύουν; Να ανοίγουν νέους ορίζοντες και να προεκτείνουν τα όρια μιας εποχής, κάθε εποχής; Δεν έχουν αποδείξει ότι μπορούν να διαμορφώνουν συνειδήσεις, να αναταράζουν και να συνταράζουν κοινωνίες και να πλάθουν, τέλος, έστω και από το σκοτεινό περιθώριο του παρόντος τους καμιά φορά, τον άνθρωπο και τον αναγνώστη του μέλλοντος;

Έχω την αίσθηση (που ολοένα δυναμώνει σε πεποίθηση) πως έχουμε όλοι κλειστεί στην αυτοαναφορική μας επικράτεια, αναμοχλεύουμε προσωπικά πάθη και συναισθήματα που, φευ, λίγες φορές έχουν καταφέρει να αρθούν στο ύψος του καθολικού. Οι ποιητικοί πειραματισμοί εξαντλούνται ως προς το "τι" της ποίησης στην ολοένα και σκοτεινότερη καταβύθιση του εγώ μας κι ως προς το "πώς" σε επιφανειακούς κάποιες φορές εντυπωσιασμούς που μετά μερικές αναγνώσεις μένουν προσκολλημένοι στο χαρτί. Και τι μεμπτό έχει αυτό, θα πει κανείς; Η ποίηση δεν είναι λόγος συναισθηματικός, άρα απόλυτα προσωπικός; Δεν επαγγέλλεται την απόλυτη ελευθερία, την αποδεσμευμένη από τα συμβατικά μέτρα συνείδηση; Θα συμφωνήσω προσθέτοντας πως αυτός ο απόλυτα προσωπικός λόγος, η απόλυτα δική μου "λέξη", θα πρέπει να μπορεί να γίνει "λέξη" του καθενός, όπου και όποτε κι αν ζει.

Γιάννης Ευθυμιάδης


Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο του Γ. Ευθυμιάδη, που δημοσιεύθηκε στην Αυγή, φύλλο της 6 Αυγούστου 2017.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου