Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

"Ποιήματα: 1969-1999" του Ντίνου Σιώτη


Από τους δύο ποταμούς που εκβάλουν στη θάλασσα της ποίησης, τον λυρικό και τον μη λυρικό, προσωπικά προτιμώ τον πρώτο. Όχι ότι δεν κατανοώ τη χρησιμότητα, αν όχι την αναγκαιότητα, του δεύτερου, είναι απλά θέμα προσωπικού γούστου. Έτσι, προτιμώ δείγματα του πρώτου τρόπου γραφής.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ήταν με χαρά και όχι χωρίς έκπληξη που διάβασα τα πρώτα ποιήματα στον συγκεντρωτικό τόμο ποιημάτων του Ντίνου Σιώτη, Ποιήματα: 1969-1999, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Τα ποιήματα αυτά περιέχουν αρκετή δόση λυρισμού, πολλή περισσότερη απ’ ό,τι τα μεταγενέστερά του. Αυτό δεν σημαίνει λείπουν τα στοιχεία εκείνα που ακολούθησε τελικά, τα οποία είναι π.χ. η έκκληση στον σουρεαλισμό ή κάποια μορφικά στοιχεία, όπως η αναδίπλωση του στίχου στον επόμενο, κόβοντας τις λέξεις ακόμη και σε συλλαβές. Χωρίς να παύει να είναι περιπαικτικός και ανατρεπτικός στα σημεία, στα πρώτα ποιήματα ο Σιώτης μετέρχεται λιγότερο τον τρόπο του χιούμορ και της ειρωνείας στις πρώτες του συλλογές. Ίσως επειδή, όταν είμαστε νεότεροι, όλα μας φαίνονται πολύ πιο σοβαρά.

Και πάλι όμως, καθώς προχωρούν χρονολογικά οι συλλογές που περιλαμβάνονται στον τόμο, παρατηρούμε να ενισχύεται περισσότερο ο πυλώνας του χιούμορ και της ειρωνείας – περί του λόγου το αληθές, φέρνω για παράδειγμα τη συλλογή Η μηχανή των μυστικών (1993) στον τόμο.

Και ενώ Η μηχανή των μυστικών προοιωνίζεται σε σημαντικό βαθμό τις μεταγενέστερες συλλογές του, η αμέσως επόμενη που εκδίδει ο Σιώτης, η Τήνος, ποιητική περίληψη (1997) σηματοδοτεί την επιστροφή στην τρυφερότητα και την απαλότητα - ίσως επειδή τα μέρη που αγαπάμε και που ζήσαμε μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε μόνο με αυτόν τον τρόπο. Η Τήνος, ποιητική περίληψη μοιάζει να είναι ένα και μοναδικό ποίημα. Ωστόσο, εδώ έχουμε εκτεταμένη χρήση μιας άλλης σύμβασης που ο ποιητής θα χρησιμοποιήσει εκτενώς μεταγενέστερα, τους καταλόγους. Διαβάζουμε π.χ. στο ποίημα “VI”: οχιές, λαφίτες, φιδοφωλιές,/ αυγά φιδιών κατρακυλούν στις τρύπες/ ανύπαρκτη βροχή, ανύπαρκτοι χείμαρροι,/ εκκλησιές που τρεμοσβήνουν στον ορίζοντα/ μουριές που κρέμονται από καρφωμένες ανταύγειες/ στάλες από ιβίσκους κ.ο.κ.

Θα μου επιτρέψετε να σταθώ σε μερικούς ακόμη στίχους από τη συγκεκριμένη, τρυφερή συλλογή: Η Τήνος είναι η πατρίδα μου: δισύλλαβο/ που κολυμπάει μ’ άλλα δισύλλαβα στο Αιγαίο. Και αλλού: φρύγανα, κλήματα, αγριορίγανη, αγριοκούνελα/ ματιές της ώρας/ φευγάτη διάρκεια του σύμπαντος/ σ’ ένα κουβάρι λιτότητας. Ή: κάθε φύλλο και μια σελίδα ιστορίας,/ κάθε αγκάθι και μια άγραφη παράγραφος/ στη λαξεμένη με σμίλη πέτρα που βλεφαρίζει. Τέλος, ανοιχτός, ορθάνοιχτος ουρανός/ αλλά από παντού σκοτεινός ο χρόνος.

Όμως δεν είναι σκοπός μου να αλλοιώσω τον χαρακτήρα της ποίησης του Ντίνου Σιώτη. Ο Σιώτης δεν είναι λυρικός ποιητής. Απλώς, τα ποιήματα των πρώτων συλλογών γίνονται αρκετές φορές λυρικά επειδή είναι τρυφερά και ασχολούνται με πιο υπαρξιακά θέματα, όπως ο εαυτός και η θέση του στον κόσμο. Τα  μεταγενέστερα ποιήματα προσλαμβάνουν έντονη κοινωνική συνιστώσα και, όχι σπάνια, ασχολούνται με την επικαιρότητα, χαρακτηρίζονται επομένως περισσότερο από έναν χαρακτήρα όπου πρωταγωνιστεί το εφήμερο.

Θα ήθελα να σταθώ στην πρώτη-πρώτη συλλογή του τόμου, την Απόπειρα, η οποία γράφτηκε -σημειωτέον- ενώ υπήρχε η χούντα. Μέσα στους στίχους αυτής της συλλογής συναντάμε παράθυρα, που κλείνουν, σχεδόν κλείνουν στην έλευση κάποιου ονείρου, κίτρινα φύλλα, που κίτρινα λόγω εποχής; ενταφιάζουν τους πόθους του πλήθους, ήλιους, που ξεχάστηκαν μέσα στα σύννεφα, όπως εσύ μέσα μου, αλλά και τρύπες, που μένω πάλι μόνος να κοιτάζω, τρύπες μεγάλες σκοτεινές που άνοιξαν μες στο μέλλον οι φλέβες των ονείρων μου. Συναντάμε επίσης το βλέμμα της σελήνης που χαϊδεύει το βραδινό νησί, πόσο σύντομα βραδιάζει, Θε μου, η αγάπη μια λέξη ακινησίας ή τον ήχο του βιβλίου, που ανοίγει και κλείνει και σταματάει πάντα στη σελίδα της σιωπής, συναντάμε ακόμη το γυάλινο δάκρυ που έσπασε.

Δύο συλλογές πιο κάτω, στις Καιρικές συνθήκες, διαβάζουμε πως κάποτε ήταν άνοιξη/ τώρα είναι τα ανοιχτά μάτια του κήπου/ λεμονιές, τενεκέδες, χαλασμένο νερό. Διαβάζουμε ακόμη για κάποιον που έφυγε και με το θάρρος της φυγής προμετωπίδα/ το σουγιά να κόβει του γυρισμού τον άνεμο/ ανεβαίνει την αναμμένη σκάλα. Αλλά και για τον έρωτα, ότι είναι μαγκάλι μαγικό, με κάρβουνα του πεπρωμένου/ με στάχτες της ομίχλης/ με χρυσόχαρτα από σοκολάτα υγείας. Και αλλού  Σβήνω το φως, ο ύπνος είναι όχθη μακρινή. Φυσάει όνειρα από ψηλά/ που πέφτουνε απρόσμενα/ στα χαμηλά ταβάνια. Αυτά ως δείγματα γραφής, ως λυρικά ψήγματα μιας ποίησης που στο σύνολό της δεν χαρακτηρίζεται από τον λυρισμό.

Προς επίρρωση αυτής της τελευταίας παρατήρησης, έρχονται οι δύο συλλογές που κλείνουν τον τόμο. Είναι το Μουσείο αέρας και ο Ιωνάς. Και οι δύο δημοσιεύθηκαν το 1999. Το Μουσείο αέρος είναι σουρεαλιστικό, ειρωνικό, περιπαιχτικό.  Περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν μέχρι το 1997. Η αλλαγή, η εξέλιξη αν θέλετε, είναι πια ορατή. Η εσωτερική πλάστιγγα του Σιώτη γέρνει πια καταφανώς προς την ειρωνεία. Ο Ιωνάς (ποιήματα 1998-1999) μιλά για την καρτερικότητα της αγάπης και για όλα εκείνα τα θέματα που επανέρχονται ολοένα στις συλλογές του: την ξενιτιά, τη μοναξιά, την απώλεια, τη μνήμη, τον χρόνο, το όνειρο. Την ίδια τη ζωή.

Τελικά, αυτή η τελευταία είναι όπως οι κυκλικές κινήσεις στην ποίηση του Σιώτη: κύκλοι που ανοίγουν και κλείνουν, μόνο και μόνο για να ανοίξουν ξανά. Ad infinitum.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Το κείμενο είναι βασισμένο στην ομιλία που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, την Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018 στο Νομισματικό Μουσείο, που έγινε από την υποφαινόμενη, την Ανθούλα Δανιήλ και την Κλεοπάτρα Λυμπέρη.


Από αριστερά:
Χριστίνα Λιναρδάκη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη και Ανθούλα Δανιήλ. Στο μικρόφωνο ο Ντίνος Σιώτης. Στην πρώτη σειρά, απέναντι από τις ομιλήτριες, οι Αναστάσης Βιστωνίτης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και Αγγελική Σιδηρά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου