Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

"Μεταπλάσματα" της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου

Μετά τον Αλίπλοο ουρανό το 2015 η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου μας έρχεται στη Θεσσαλονίκη με τα Μεταπλάσματα, τη δεύτερη ποιητική της συλλογή, η οποία έχει τόπο έκδοσης τη Θεσσαλονίκη. Η Μ.Π. γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και εδώ και μια εικοσαετία ζει στη Χαλκίδα και εργάζεται σαν καθηγήτρια φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, ο Αλίπλοος ουρανός, είναι ένα ταξίδι σε «θαλασσεύουσες πολιτείες», όπου μας μεταφέρει από «τα βότσαλα στα βάθη» στον παφλασμό των κυμάτων κι από κει στον ουρανό με τα φτερά ενός γλάρου. Ένα ταξίδι που βλέπουμε «Τη θάλασσα και τον ουρανό να κουβεντιάζουν» με «λόγια ακατάληπτα» και «γραμμικά χαράγματα». Πολύ εύστοχα η Μαρία Λαμπαδαρίου-Πόθου έγραψε για την ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου: «Ποιητικές εικόνες σαν μικροί φάροι μέσα στην ομίχλη της κοσμικής αμφιβολίας». Η ποίησή της είναι μαζί και συμβολισμοί μιας μεταφοράς ή και αναφοράς των κοσμικών στοιχείων και πλασμάτων σε έννοιες αρχετυπικές, σε μια ποιητική απαρχή των όντων.

Τα Μεταπλάσματα, σε διαφορετικό ύφος, εμπλέκουν την ποίηση με τη φυσική, τα μαθηματικά και άλλες θετικές επιστήμες. Για την ποιήτρια όλες οι εκφάνσεις της ζωής, ο έρωτας, το πάθος, ο θάνατος, ολόκληρη η κοινωνία εμπλέκονται με τη κβαντική θεωρία και τη θεωρία των fractal που, όπως διαβάζουμε στο επίμετρο, αναπαριστούν συναρτήσεις από τα μαθηματικά του χάους.

Οι θεωρίες αυτές γίνονται ποίηση και, με μια δικιά της ξεχωριστή προσέγγιση της πραγματικότητας, η ποιήτρια μας μιλά για τη μετάπλαση ενός κόσμου μετά από αυτόν. Ένα κόσμο, μια καινούργια κοινωνία, με κινητήρια δύναμη την επιθυμία, το «α» όπως το αναφέρει ο Γάλλος ψυχαναλυτής Jacques Marie Émile Lacan από τον οποίο είναι επηρεασμένη η Παπαγεωργίου, όπως η ίδια αναφέρει στο επίμετρο.

Το «μετά» και το κάθε «μετά» μας οδηγεί σε έναν καινούργιο προορισμό, σε μια καινούργια, άγνωστη κατάσταση. Διαβάζοντας συλλαβιστά τον τίτλο, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο, μετα-πλασ-ματ-α και ξεκινώντας από το τέλος έχουμε το «α» της επιθυμίας όπως το ορίζει ο Lacan, το «ματ» τη ματιά, το πώς βλέπεις τον κόσμο, το «πλασ» πως θα πλάσουμε το μέλλον «μετά» από αυτόν εδώ. Γι’ αυτή την ανάγκη να πλάσουμε ένα καινούργιο κόσμο, γράφει η ποιήτρια στο ποίημα «Κυάνωσης»:

Ανάγκη είναι, λέει
Να πλάσω νέες λέξεις
Να εφεύρω τη νέα γραμματική
Το συντακτικό των ονείρων
Να διδάξω στο σχολείο σήμερα
Για να ανακαλύψω την τάξη του αύριο.

Και στο ποίημα « Μεταπλάσματα» μας προτρέπει:

Ελάτε να επαναπροσδιορίσουμε την ανθρωπότητα
τα πειράματα έως τώρα έχουν αποδώσει καρπούς
έστω και διά της εις άτοπον απαγωγής
Η επανεκκίνηση είναι στις ρυθμίσεις λογαριασμού
Αλλιώς το είδος μας δε θα είναι βιώσιμο
ούτε και κανένα χρέος ούτε και καμιά ηθική
Σε νέα είδη ας μεταλλαχθούμε
Για να εξελιχθούμε


Μέσα στη ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου βλέπουμε λέξεις και έννοιες από διάφορες σύγχρονες επιστήμες, όπως η κβαντική φυσική, αλλά και σύμβολα από το σώμα και τη φύση που συναντώνται αρμονικά και δένουν μεταξύ τους με ένα πρωτόγνωρο τρόπο. Γράφει στο ποίημα «Ιόντα επιθυμίας»:

Δεν αναπνέω σε τροχιά
Πάλλομαι μες στα νερά
Δεν είμαι
προκαθορισμένη γραμμή
αλλά
μορφο
κλασματική διαδρομή
άλλοτε κύμα
άλλοτε σώμα
Αν θες να με βρεις
πρέπει να με δεις
αλλά
εκείνο που οράς
αυτό και θηρεύεις.


Και στο ποίημα «Η γεωμετρία του κογχυλιού στο σώμα σου» μας λέει:

Επιφάνεια
Φυσούσε τις ώρες στους μηρούς σου
χ κλάσμα θαλάσσης
Ξεφεύγει το μέτρημα
Περίμετρος
Έψαχνα τον ιδρώτα στα στήθη σου
360 μοίρες κύματος
Ξαναπράττεις το έγκλημα.


Ένα άλλο στοιχείο της φύσης που έχει έντονη παρουσία στη ποίηση της Μ.Π. είναι το νερό, η ροή του, η θάλασσα. Γράφει στο ποίημα «Ρευστές αποκαλύψεις»:

…τραγουδάω κάθε νύχτα/για εκείνες τις γαλάζιες στιγμές/ που νομίζουμε πως/ χορεύουμε πάνω στα ίδια κύματα/ μιας θάλασσας π’ αλλάζει/ χρώματα ξανά και ξανά/καθώς νέοι θεοί απ’ την αρχή/ δαγκώνουμε μαζί υγρή σοκολάτα
Η ποιήτρια είναι επηρεασμένη από το τόπο που ζει, τη Χαλκίδα, όπου βλέπει καθημερινά τη ροή του νερού να αλλάζει κατεύθυνση από το φαινόμενο της παλίρροιας. Έτσι βλέπει και τη ζωή να κινείται στο νερό, κυνηγώντας το όνειρο που κάπου χάνεται, επιστρέφει και ξαναγυρνά. Και η ποιήτρια, ένα παιδί της παλίρροιας η ίδια, γράφει στο ποίημα «Το υστερόγραφο που δε σου έστειλα»

Εμείς τα παιδιά της παλίρροιας
Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς,
Επιστρέφουμε για να φύγουμε
Ξανά και ξανά

Στο ποίημα «Το τρίξιμο του πορθμού» μας λέει:

στο πάνω κάτω των νερών
στο στροβιλισμό των νεφουριών
εγκολπώνεται το όνειρο
ως κύμα που συστέλλεται και διαστέλλεται
για το ξεχείλισμα του
κατά πώς χύνεται η επιθυμία.


Παιδιά της παλίρροιας είναι όμως και οι νέοι άνθρωποι που αναζητούν το αύριο τους με τα δικά τους όνειρα. Και μάνα και δασκάλα, η Παπαγεωργίου ζει αυτό το παλιρροϊκό κυματισμό των παιδιών. Γράφει στο ποίημα «Η αριθμητική είναι γένους θηλυκού» για την κόρη της: «Στο μεθύσι της μάχης και της νίκης/ το σ αγαπώ απόγνωση αναρχική/ παράπλευρη απώλεια το φιλί/ με φόντο το ηλιοβασίλεμα στο νησί».

Και στο ποίημα «Πλωτές τάξεις» (από συνθήματα σε τοίχους σχολείων) γράφει:

«Συνελήφθη μαθητής με μικροποσότητα βιβλίων»
Γκράφιτι στον πίσω τοίχο του σχολείου
Πίσω απ’ την καντίνα κρυφά οι μαθητές κι οι μαθήτριες
«Να κάνεις ό,τι σε κάνει να χαμογελάς»
Με το σάλιο τους στις γόπες που πετούν κρυφά
Στις ρίζες της αγριαπιδιάς που δεσπόζει
Αν και κανείς τους δεν την βλέπει
«Βαριέμαι γαμώτο»


Στίχοι που δείχνουν ότι η Παπαγεωργίου πραγματικά νοιώθει τα παιδιά, τα όνειρά τους, τη διάθεση τους - καλή ή κακή, τη χαρά και τις απογοητεύσεις τους. Είναι κοντά τους είναι όμως και παράλληλα μέσα στην πραγματικότητά τους: «Να κάψουμε και το τελευταίο βιβλίο»/Κάθε πρωί βρίσκουν κι άλλο γκράφιτι (μα πώς ξεπηδούν σα μανιτάρια)».

Για την έννοια της επιθυμίας στην λακανική θεωρία, η Ευαγγελία Κυβέλου, Master of Science της Κλινικής Ψυχολογίας, γράφει ότι η επιθυμία είναι η καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης και το κύριο ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης. Ο Lacan διαχωρίζει την επιθυμία από την ανάγκη και το εκφερόμενο αίτημα. Η ανάγκη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την βιολογική υπόσταση του ανθρώπου και μπορεί να ικανοποιηθεί. Το αίτημα που εκφέρει το υποκείμενο έχει διπλή υπόσταση: από τη μια είναι η έκφραση της ανάγκης και από την άλλη είναι πάντα ένα αίτημα για απεριόριστη αγάπη. Κι η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου μας λέει στο ποίημα «Ρευστές αποκαλύψεις»:

Είναι γιατί μετά απ’ αυτό
σε αγάπησα
που σου μιλάω και σε
τραγουδάω κάθε νύχτα
για εκείνες τις γαλάζιες στιγμές
που νομίζουμε πως
χορεύουμε πάνω στα ίδια κύματα
μιας θάλασσας π’ αλλάζει
χρώματα ξανά και ξανά
καθώς νέοι θεοί απ’ την αρχή
δαγκώνουμε μαζί υγρή σοκολάτα


Και στο ποίημα "Lettre d' amour" γράφει:

Το πώς σκαλίζουν οι λέξεις σου
τις επιθυμίες των αρτηριών μου

Το πώς επαληθεύουν οι λέξεις σου
τις αρτηρίες των φαντασιώσεών μου

Οι λέξεις μας οργασμός
κι η θάλασσα εντός
αλλά το πέλαγος μεγάλο
Από ποια μεριά κολυμπώ;


Στίχοι που μας αποκαλύπτουν εικόνες μοναδικές, γεμάτες έρωτα, όπου το ερωτικό ζευγάρι χορεύει πάνω στα κύματα την αγάπη του. Και μαζί τους χορεύουν, αγκαλιασμένες με τους στίχους της Σαπφούς, λέξεις και έννοιες της φυσικής, ιόντα επιθυμίας - άλλοτε κύμα, άλλοτε σώμα, ένας παράξενος ελκυστής που στο έμπα των ματιών χάνει το ρυθμό και κβάντα στο κατώφλι και στα σκοτεινά όρια του έρωτα. Του έρωτα που στα «Θολά νερά» μας λέει: «Χαρτογράφησε τα σημάδια στο κορμί μου/ Είναι καιρός πια/ Βρες την εποχή μου τώρα».

Το α της επιθυμίας, ο έρωτας, μέσα από τη ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου είναι το κλειδί για να πλάσουμε ένα μετα-κόσμο, «έναν γενναίο καινούργιο κόσμο/ για να χαράξει ένας νέος ήλιος πάνω».

Μ’ αυτούς τους ξεχωριστούς, δυναμικούς στίχους και τις γεμάτες ομορφιά εικόνες, η ποιήτρια μας προτρέπει «Κατεβείτε όλοι στις πλατείες και στα πάρκα/ με ένα ποίημα ένα σύνθημα ένα τραγούδι/ να κάνουμε νέες σχέσεις μεταξύ μας» (από το ποίημα «Η πλατεία στο πέλαγος»).

Και μέσα από το ποίημα «Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού» καταθέτει το όνειρο για τα μεταπλάσμά της:

Το αίτημα είναι καθαρά ερωτικό·
Στον κύκλο του ολόγιομου φεγγαριού
Να ανεβάσουμε ξανά τα αστέρια στο στερέωμα.



Ανδρέας Καρακόκκινος


Σημ.: Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 29.3.2018 στη Θεσσαλονίκη.

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

«Λέξεις απόκρημνες» της Διώνης Δημητριάδου


Η μοναχικότητα, το άγγιγμα, η εγγύτητα και η απόσταση είναι ορισμένα από τα βασικά ζητήματα που θίγει η Διώνη Δημητριάδου στη συλλογή της Λέξεις απόκρημνες. Ειδικά στο ζήτημα του αγγίγματος ή της αίσθησης της αφής γίνεται σημαντική αναφορά («έχει αφή το βλέμμα»):

Κανένας τους δεν σκέφτηκε την παντοδύναμη αφή
(«Το άναμμα»)

Η μνήμη κατεξοχήν είναι υπόθεση αφής
(«Μόνη αίσθηση»)

Τα χέρια
δηλωτικά απουσίας
αφήνουν χαραμάδες σε αλλοτινά αγγίγματα.
Υπέροχη αφή
καταργημένη λίγο λίγο.
(«Αφή»)

Ο χρόνος είναι που καταργεί σταδιακά την αφή από τον χώρο που εκείνη είχε καταλάβει μέσα στη μνήμη. Όσο για την ίδια τη μνήμη, αυτή ορίζεται σαν ένα σώμα («Η θύμηση έχει σώμα/ βλέμμα σκληρό/ ατσάλινο»), όμως σε αποσύνθεση, ένα σώμα απ’ το οποίο δεν υπάρχει διέξοδος ούτε λύτρωση. Η λήθη, από την άλλη, («πανίσχυρη λήθη/ εργατική») μπορεί να λειαίνει όλες τις κοφτερές γωνίες, όμως συγχρόνως αφαιρεί την πολυπόθητη υγρασία που είναι συνθήκη για τη ζωή («σε καιρό ξηρασίας/ θα βρεθούμε ολόστεγνοι»).

Την ίδια στιγμή, η μελαγχολία, η θλίψη και το αναπόφευκτο («σου έλεγα πόσο η μοίρα είναι άφευκτη») δίνουν τον τόνο:

Μια λύπη έχω χρεωθεί σχεδόν από παιδί
με ιατρικά ιάματα
συχνά εξαγοράσιμη.
Ανίατη στο βάθος.
(«Ο έσω τόπος»)

Το προσωπείο του παιδιού επανέρχεται στα ποιήματα. Είναι εκείνο που ξέχασαν να ξυπνήσουν όταν έπρεπε και που ξυπνά «κάθε φορά/ που εγώ σαστίζω/ πόσο παιδί ακόμα κουβαλά/ ο ώριμος εαυτός μου». Πρόκειται για ένα από τα προσωπεία της ποιήτριας, μέσα από τα οποία μιλά στους στίχους. Το παιδί και τα παιχνίδια του, όπως οι χάρτινες βαρκούλες: «από χαρτί φτιαγμένο τα ανθρώπινα όλα», σαν μια σειρά από χάρτινες βαρκούλες που αφήνονται να λιώσουν λίγο μετά που συναντήσουν το νερό.

Στα σπίτια, που «μηρυκάζουν τις ίδιες πάντα λέξεις», κάποιες φωτογραφίες γκρεμίζονται από τους τοίχους «και όπως σπάει το γυαλί/ πέφτουν τα πρόσωπα στο πάτωμα». Αν προσπαθήσει κανείς να τα μαζέψει, μεταφέρεται αναπάντεχα στο μέσα τοπίο, όπου μαζί με την ποιήτρια «σκιές παραμερίζουν να περάσω/ πρόσωπα δίχως μάτια/ χέρια να πιάνουν το κενό».

Το όνειρο θα μπορούσε να προσφέρει τη λύτρωση, όμως συχνά εξελίσσεται σε εφιάλτη, και μάλιστα σε εφιάλτη που έχει αντίκτυπο στην πραγματικότητα:

Απόψε ονειρεύτηκα σπαθιά
Να κόβουν ανελέητα
…Ωστόσο κοιτάζοντας το πρωινό μου πρόσωπο
αριστερά τω εισερχομένω στον καθρέφτη
πώς να δεχθώ τη χαρακιά
που αυλάκωσε με ίχνος βαθύ
το ξύπνημά μου;
(«Εν υπνώσει»)

Μόνο σωσίβιο οι λέξεις:

Κάποτε οι λέξεις σε βαστούν
μην και παρασυρθείς ξεφεύγοντας
στην άκρη εκεί του δρόμου
και κατακρημνιστείς.
(«Λέξεις απόκρημνες»)

Να όμως που κάποιες από αυτές είναι ατίθασες, «όλο και σε τραβούν στο χάος να κοιτάξεις». Αυτές όμως αγαπά και επιδιώκει η ποιήτρια, τις λέξεις τις απόκρημνες, εκείνες που κρύβουν αμφιβολία και κίνδυνο, που δεν δέχονται τις βεβαιότητες. Όσο για τους ποιητές που τις χρησιμοποιούν:

…- κομμάτι σύννεφο κι οι ίδιοι –
στύβουν σκληρά το υδάτινο το σώμα τους
για να γευτούν μια στάλα ουρανό.
(«Των ποιητών»)

Μαζί με αυτούς και οι αναγνώστες. Γιατί, για καλή μας τύχη, «ο στίχος επιμένει» πάντα. Οι δίγλωσσες Λέξεις απόκρημνες της Διώνης Δημητριάδου, σε εξαιρετική μετάφραση στα αγγλικά των Ρόμπερτ Κριστ (που ήταν αλησμόνητος καθηγητής μου στη Σχολή Αγγλικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ) και της συζύγου του Δέσποινας Λαλά-Κριστ, είναι μια συλλογή ουσίας. Μπορεί ως Λέξεις απόκρημνες να είναι βασανιστικές, επικίνδυνες και αμφίβολες, αποκαλύπτουν όμως την προσωπική μας - και όχι μόνο - αλήθεια.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

"Στις γάργαρες ροές του ωκεανού":* ιαμβικοί και ελεγειακοί ποιητές


Απ’ τ’ ανοιχτά του πόντου στον μυχόν ανάμεσα
φέρνει ο νοτιάς και στροβιλίζει μύρια κύματα.

Αυτή είναι μια περιγραφή των ακτών της Ιωνίας,  πατρίδας τόσο των ελεγειών όσο και του ιάμβου, δύο ειδών που ήρθαν να διαδεχτούν την επική ποίηση. Ο ίαμβος, κατά τους ειδικούς, ξεχωρίζει για το μέτρο του που είναι πιο κοντά στην καθημερινή ομιλία και απαγγελλόταν στις γιορτές χωρίς μελοποίηση, όπως συνέβαινε με τα λυρικά ποιήματα. Οι ελεγείες πάλι, εκτός από τη μετρική τους ιδιορρυθμία, διακρίνονται για την ιδιαίτερη θεματολογία τους που έχει να κάνει με θρηνητικά και περισσότερο με πατριωτικά  θέματα. Ο Μίμνερμος (670-600 π.Χ.), ελεγειακός ποιητής  που έζησε στα τέλη του 7ου αιώνα π. Χ., μιλά στην "Σμυρνηίδα" του για την άμυνα που προέταξαν οι κάτοικοι της Ιωνίας απέναντι στις επιδρομές των Λυδών υπό τον Γύγη:

Εμείς της Πύλου του Νηλέα το άστυ αφήνοντας
στην περιπόθητην Ασία φτάσαμε με καράβια,
μες την εράσμια Κολοφώνα ένοπλοι μπήκαμε
κι επικαθίσαμε σκληροί φαντασιωμένοι ιππότες·
εκείθε, πλάι σε ποταμού πολυάνθρωπου το ρέμα,
θεία ευδοκία των Αιολέων πατήσαμε τη Σμύρνη.

Από την αυγή της ιστορίας, τα παράλια της Μικράς Ασίας αποτέλεσαν μήλο της έριδας κι έγιναν  αφορμή για μια σειρά από πολέμους που καταγράφηκαν κατά κύριο λόγο στα ομηρικά έπη, αλλά και στους στίχους του Μίμνερμου, ο οποίος ακολούθησε το πρότυπο των επών:

Σαν απ’ τον μέγα βασιλέα, ακούγοντας το πρόσταγμα
έφτασαν με τις κουφωτές ασπίδες τους περίφραχτοι...

Κανείς εκείνου τη γενναίαν ορμή, το εμψύχωμα
δεν είχε, λένε, όπως μαθαίνω  απ’  τους  πατέρες μας
να συγκλονίζει των Λυδών ιππέων τις φάλαγγες
στου Έρμου την όχθη απανωτά με το κοντάρι του 
κι αυτή η Παλλάδα η Αθηνά ποτέ δεν του έψεξε
την άγρια λύσσα της καρδιάς, όταν στους πρόμαχους
στου αιματηρού του ορυμαγδού τη μέση σάλευε
πικρά απ’ τα βέλη των εχθρών σημαδεμένος·
κι ούτε απ’ τ’ αντίμαχα πεδία φάνηκε πιο άριστος,
όμοια να ορμά στης κρατερής μάχης το κάλεσμα,
τότε που του ήλιου του γοργού το φως τον φτέρωνε.

Η ταραγμένη αυτή περιοχή, που άλλαζε χέρια κάθε τόσο, δεχόταν βίαιες επιδρομές βαρβάρων, όπως βλέπουμε στο παρακάτω σπάραγμα που  ανήκει στον Καλλίνο τον Εφέσιο (8ος αι. π.Χ.), τον  πρώτο ελεγειακό ποιητή της αρχαιότητας:
  
Φτάνει ο στρατός των Κιμμερίων τα πάντα εξολοθρεύοντας.

Αιτία αυτών των επιδρομών αποτελούσε πολλές φορές ο πλούτος του εδάφους, όπως φαίνεται στο ακόλουθο θραύσμα άγνωστου ποιητή:

                                                Της Μιλήτου
να το σμαράγδι, η πιο πολύτιμη πραμάτεια.

Ένα απόσπασμα του ιαμβικού ποιητή Ιππώνακτα (περ. 560-500 π.Χ.) μιλά για την εκστρατεία στα ίδια παράλια του μυθικού βασιλιά των Θρακών Ρήσου, γνωστού από την Ιλιάδα:

Με το άρμα και τα πάλλευκα πουλάρια τα θρακιώτικα
πέρασε αγγίζοντας τ’ ακρόπυργα της Τροίας
κι έπεσε κάτω των Αινειών ο βασιλιάς ο Ρήσος.

Η σάτιρα και το χιούμορ δεν λείπει από τους ιαμβικούς ποιητές, ειδικά από τον Ιππώνακτα που άλλοτε παρακαλεί κι άλλοτε  δεν διστάζει να τα βάλει με τους  θεούς οι οποίοι τον αδίκησαν :


Ερμή, Κυλλήνιε Ερμή, γιε της Μαμής παλιόφιλε,
πέφτω στα πόδια σου,  πάρα πολύ κρυώνω

Δία πατερούλη Δία, των Ολυμπίων θεών αφέντη,
που ν΄ το χρυσάφι,  αφεντικό που ‘χεις τ’ αργύρια;

Εμένα ο πλούτος- είναι τόση η στραβωμάρα του-
δεν ήρθε σπίτι μου  να μου φωνάξει: "Ιππώνακτα,
πάρε και λόγου σου μια δόση τρεις χιλιάδες
και πάλι βλέπομε". Ξεκούτιασε ο κανάγιας!


Με το όνομα του φιλόσοφου Αριστοτέλη (5ος αι. π.Χ.) σώζεται μια σειρά από επιτύμβια επιγράμματα σε ελεγειακό μέτρο, σχετικά με ήρωες που πολέμησαν και σκοτώθηκαν στη γη της Ιωνίας. Δυο δείγματα:

  Τον μακροσαϊτευτή τοξότη, τον λαμπρό γιο του Λυκάονα
               από την πόλη Ζέλεια, τον Πάνδαρο,
                         τούτο το χώμα κρατά.


  Τον χειριστή των θανατηφόρων βελών,
 τον γιο του Τελαμώνα, τον Τεύκρο νεκρό
  τούτη  η γη της Σαλαμίνας σκεπάζει.
  
Ο  Σπαρτιάτης Τυρταίος (7ος αι. π.Χ.) θεωρείται συνεχιστής της ελεγειακής παράδοσης της Ιωνίας  που μεταφέρθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τα ποιήματά του κατατάσσονται στην κατηγορία των πατριωτικών ποιημάτων και γράφτηκαν για να εμπνεύσουν τους Σπαρτιάτες στους Μεσσηνιακούς Πολέμους που καθιέρωσαν αυτή την πόλη ανάμεσα στις ισχυρότερες της Ελλάδας:

Ο αφέντης μου ο αργυρότοξος μακροτοξότης Φοίβος
απ’ τ’ άδυτα του ο χρυσομάλλης έτσι χρησμοδότησε…
  
Χαίρε δικέ μας βασιλέα θεάρεστε Θεόπομπε,
με σένα την πλατύχωρη κυριεύσαμε Μεσσήνη,
Μεσσήνη πλούσια στ’ όργωμα, πλούσια στο κάρπισμα της
για κείνη χρόνια δεκαεννιά μαχόταν
άντρες με κρατερή καρδιά, με τα αιχμηρά τους δόρατα
οι ακοντιστές πολεμιστές πατέρες των πατέρων μας·
στα είκοσι, αφήνοντας σε μας τα εύφορα χώματα μας
έφευγαν μέσα απ’ τα ψηλά βουνά των Ιθωμαίων

Ο Δίφιλος (7ος αιώνας) είναι  ένας άγνωστος σχετικά επικός και ιαμβικός ποιητής, που μας άφησε μια εικόνα των περίφημων Ολυμπιακών Αγώνων:

Στρέφοντας  τ’ άλογα καθώς ο Μαντιναίος Σήμος,
που πρώτος δίπλα στου  Αλφειού το  ρέμα αρματοδρόμησε

Από τον Αισχρίωνα (περ. 350 π.Χ.), έναν ποιητή που λέγεται ότι συμμετείχε  στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σώθηκαν ελάχιστα δείγματα, ιδιαίτερα όμορφα:

 Ωραίο δρεπάνι φεγγαριού, νέο τ’ ουρανού μας σίγμα.

 Η ίριδα έλαμψε, το όμορφο τόξο του ουρανού.

Το μυθολογικό στοιχείο, όπως ήταν φυσικό, ενέπνευσε τους ιαμβικούς και ελεγειακούς ποιητές που ζούσαν σε μια εποχή όπου οι μύθοι ήταν ιδιαίτερα ζωντανοί. Ακολουθούν τρία αποσπάσματα του Μίμνερμου πάλι, που αγαπήθηκε πολύ στην αρχαιότητα, σχετικά με την Αργοναυτική Εκστρατεία  και το νυχτερινό, ατελείωτο ταξίδι του ήλιου  πάνω απ’ τον ωκεανό,* μέσα σε χρυσή κλίνη που μοιάζει με κύπελλο:

Ο Ιάσωνας μόνος του δε θά ’φερνε απ’ την Αία
το δέρας, άθλος φοβερός, στον προπετή Πελία,
με τους συντρόφους του αλγεινή πορεία δεν θα πορεύονταν
κι ούτε στις γάργαρες ροές του Ωκεανού δεν θα ‘φταναν...

Στην πόλη του Αιήτη, όπου του γοργού Ήλιου
οι ακτίνες βρίσκονται σε χρυσό δωμάτιο, στου Ωκεανού
τις όχθες, εκεί που έφτασε ο θεϊκός Ιάσων...

Και του ήλιου ακόμα αλαργινός  τού λαχε κάματος
καθημερνά- ποτέ δεν βρίσκει ένα ξανάσασμα
αυτός και τ’ άλογα του, αφότου η ροδοδάκτυλη
απ’  τις ροές του Ωκεανού προβάλει στο στερέωμα
η Αυγή, τον φέρνει απ’ τα νερά κλίνη πανέμνοστη
τεχνουργημένη με σφυρί απ’ το χέρι του Ηφαίστου,
από χρυσάφι, φτερωτή κι ως τα’ ακροπέλαγα
που πάει κοιμάμενον μεσ’ απ ‘ τη γη των Εσπερίδων
προς τους  Αιθίοπες κι εκεί ξεζεύει τ’ άλογα
ωσότου η Αυγή να ξαναφέξει απ΄ τα χαράματα.
Τότε κι ο γιος αλλάζει αμάξι του Υπερίονα.


Απόστολος Σπυράκης

* Ο ωκεανός εδώ σημαίνει τη Μεσόγειο θάλασσα που περιέβαλλε τη γη, όπως πίστευαν οι αρχαίοι.

Πηγές:   1. "Ιαμβικοί και ελεγειακοί ποιητές", Εκδόσεις Κάκτος, 2002.
              2. Γιάννης Δάλλας, "Ελεγειακοί ποιητές", Εκδόσεις Άγρα, 2007.
              3. Γιάννης Δάλλας, "Ιαμβογράφοι", Εκδόσεις Άγρα, 2007.  

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

"Δέρμα από πεταλούδες / Hud av Fjarilar" της Δέσποινας Καΐτατζή-Χουλιούμη


Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη σε αυτό το βιβλίο μας συστήνεται όχι ως ποιήτρια, αλλά ως μεταφράστρια και επιλέγει να μεταφέρει στα ελληνικά τέσσερεις μοντέρνους Σουηδούς ποιητές, από τους οποίους δύο τουλάχιστον είναι εμβληματικοί: ο λόγος για την Έντιθ Σέντεργκραν, που εισήγαγε τον μοντερνισμό στην ποίηση της χώρας, και τον Τούμας Τρανστρέμερ, ο οποίος έλαβε το Νόμπελ λογοτεχνίας το 2011. Αυτό δεν σημαίνει ότι και οι δύο έτερες ποιήτριες, Κάριν Μπόγιε και Γιλά Μοσσάεντ δεν είναι σημαντικές: είναι - καθεμία για τους δικούς της λόγους.

Ειδικά την Κάριν Μπόγιε (ας σημειωθεί ότι η Δέσποινα είναι μέλος της εταιρίας «Η συντροφιά της Κάριν Μπόγιε»), την έχουμε ξανασυναντήσει στην έκδοση Σύγχρονη σουηδική ποίηση που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γνώση το 1994. Στην ίδια έκδοση, που περιλάμβανε 20 σύγχρονους Σουηδούς ποιητές, συναντήσαμε και τον Τρανστρέμερ, του οποίου έχουν επιπλέον κυκλοφορήσει άλλα δύο βιβλία στα ελληνικά, ένα από τις εκδόσεις Νεφέλη το 1995 και ένα από την Printa το 2004. Βιβλίο με ποιήματα της Έντιθ Σέντεργκραν στα ελληνικά μαρτυρείται ότι είχε κυκλοφορήσει το 1980 (σε β΄έκδοση) και στο διαδίκτυο δημοσιεύεται ένα ποίημά της στα ελληνικά, το «Ρόδο» σε μετάφραση – όπως αναφέρεται – του Ι.Θ. Κακριδή, αλλά νομίζω πως έχει γίνει λάθος και μάλλον πρόκειται για μετάφραση του Αντώνη Μυστακίδη, ο οποίος εξέδωσε και το βιβλίο της που αναφέρθηκε στην αρχή.

Όσο για τη Γιλά Μοσσάεντ, ιρανικής καταγωγής, ο λόγος που τη διάλεξε η Δέσποινα είναι ότι «εκφράζει με τον μοναδικό της γυναικείο τρόπο τον πόνο του ξεριζωμένου που παλεύει να ριζώσει σε νέους τόπους», όπως γράφει η ίδια στο εισαγωγικό σημείωμα. Η Δέσποινα έχει ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της μετανάστευσης, αφού υπήρξε και η ίδια μετανάστης, στη Σουηδία, επί 16 χρόνια. Μάλιστα, μεταξύ των λόγων που την προέτρεψαν στη μετάφραση της ανθολογίας ήταν να διατηρήσει τη μνήμη της σουηδικής γλώσσας που την κατοίκησε για δεκαέξι χρόνια «ακόμη και στα όνειρα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Σε ένα μεταφραστικό έργο κρίνεται το κατά πόσο κατορθώνονται δύο επιτεύγματα: (α) το μεταφραστικό έργο να είναι ομαλό και (β) η επιλογή των ποιητών ή των ποιημάτων που μεταφράζονται η βέλτιστη. Εν προκειμένω, το μεταφραστικό έργο δεν είναι δυνατό να κριθεί, τη στιγμή που δεν γνωρίζω σουηδικά – επομένως το μόνο κριτήριο είναι η φυσικότητα στα ελληνικά, η οποία είναι απόλυτη. Τα ποιήματα ωστόσο δεν φαίνεται να παρουσιάζουν ιδιαίτερες μεταφραστικές δυσκολίες: είναι μάλλον εύκολα προσβάσιμα στον αναγνώστη, γεγονός  που αναμφισβήτητα διευκόλυνε το έργο της Δέσποινας. Όμως η Δέσποινα είναι ποιήτρια, όχι μεταφράστρια, και η επιλογή της ήταν απολύτως έντιμη.

Όσο για την επιλογή των ποιητών, οπωσδήποτε ήταν καλή. Δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω αν ήταν η βέλτιστη, το σίγουρο όμως είναι ότι η ανθολογία βαίνει κλιμακούμενη. Και ενώ η πρώτη ανθολογούμενη, η Σέντεργκραν, μιλά για τη γυναικεία ταυτότητα, το γυναικείο σώμα, την ομορφιά, την αγάπη και τα χρώματα, με όρους συμβολισμού και σε μοντέρνο στίχο, αφού με το καινοτόμο έργο της εισήγαγε στη σκανδιναβική ποίηση τα ευρωπαϊκά ρεύματα, όπως ο εξπρεσιονισμός και η ρωσική πρωτοπορία, την αυτόχειρα Μπόγιε, που έπεται της Σέντεργκραν, απασχολούν η δύναμη των εύθραυστων πραγμάτων, το θαύμα και η απαλότητα. Ακολουθεί ο νομπελίστας Τρανστρέμερ, ο οποίος γράφει για το δέντρο και τον ουρανό, τη μουσική, τον χρόνο και τον θάνατο, και τελευταία έρχεται η μετανάστρια Μοσσάεντ που μιλά για την εθνική ταυτότητα, τον πόνο και την αλήθεια.

Όπως αναφέρει στον Πρόλογο η πανεπιστημιακός Χριστίνα Χέλντνερ, η οποία έλεγξε τη μετάφραση της Δέσποινας, η ποίηση μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στους ανθρώπους σε δύσκολες συνθήκες κι εποχές – επομένως η γνωριμία μας με την ποίηση που γράφεται σε άλλες χώρες είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αυτή άλλωστε είναι η πεποίθησή μου και για τις δικές μου μεταφράσεις.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Ακολουθεί μια επιλογή ποιημάτων από την ανθολογία:

ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Δεν είμαι γυναίκα. Ουδέτερο είμαι.
Είμαι ένα παιδί, ένα αγόρι, μια τολμηρή απόφαση,
Είμαι μια γελαστή αχτίδα ενός ήλιου σκαρλατίνα…
Είμαι ένα δίχτυ για όλα τ’ αδηφάγα ψάρια,

Είμαι ένα δοχείο για την τιμή των γυναικών όλων,
Είμαι ένα βήμα προς την ατυχία και την τυχαιότητα,

Είμαι ένα άλμα στον εαυτό και την ελευθερία…
Είμαι του αίματος ψίθυρος στο αυτί του άνδρα,

Είμαι της ψυχής ρίγος, ο πόθος και η άρνηση της σάρκας,
Είμαι μια επιγραφή εισόδου σε παραδείσους νέους.
Είμαι μια φλόγα, ζωηρή και σ’ αναζήτηση,
Είμαι νερό, βαθύ μέχρι τα γόνατα μα τολμηρό,
Είμαι φωτιά και νερό σ’ έντιμη σχέση μ’ ελεύθερους όρους…

Έντιθ Σέντεργκραν, Ποιήματα (1916)


ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟ ΑΠΟ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ
Το δέρμα μου είναι γεμάτο από πεταλούδες, από σκιρτήματα φτερών –
Φτερουγίζουν πέρα στον κάμπο και απολαμβάνουν το μέλι τους
Και πετούν στο σπίτι και πεθαίνουν με μικρούς θλιβερούς σπασμούς,
Και ούτε ένας κόκκος γύρης δεν έχει διαταραχτεί από τα ελαφρά
Πόδια. Γι’ αυτούς είναι ο ήλιος, ο πυρακτωμένος, απέραντος
Γηραιότερος από τον χρόνο…

Αλλά κάτω από δέρμα και αίμα και μέσα απ’ το μυελό
Μετακινούνται βαριά βαριά φυλακισμένοι αϊτοί θάλσσιοι,
Φαρδύφτεροι, που ποτέ δεν αφήνουν το θήραμά τους.

Πώς θα ήταν η ανησυχία σας μια φορά σε θαλάσσια ανοιξιάτικη θύελλα;
Πώς θα ήταν η κραυγή σας, όταν ο ήλιος πυράκτωνε κίτρινα μάτια;
Κλειστή η σπηλιά! Κλειστή η σπηλιά!
Κι ανάμεσα στα νύχια, στριφογυρίζουν σαν υπόγειοι βλαστοί λευκοί
Οι εσώτερες ίνες μου.

Κάριν Μπόγιε, Για χάρη του δέντρου (1935)


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
Ένα δέντρο περιφέρεται στη βροχή,
Μας προσπερνά βιαστικά μέσα στην γκρίζα νεροποντή.
Έχει κάτι να διεκπεραιώσει. Φέρνει ζωή από τη βροχή
Όπως το κοτσύφι στο περβόλι.
Όταν κοπάζει η βροχή, το δέντρο σταματά.
Αχνοφαίνεται ευθυτενές, γαλήνιο στις ξάστερες νύχτες
Περιμένοντας όπως κι εμείς τη στιγμή
Που οι νιφάδες ανθίζουν στο διάστημα.

Τούμας Τρανστρέμερ, Ο ημιτελής ουρανός (1962)


[ΑΤΙΤΛΟ]
Όταν κυριαρχεί η οδύνη
Κάθε ζώο βογκά
Με τον δικό του τρόπο

Βγάζω έναν ήχο όταν πονάω
Έναν ήχο που μόνο εγώ
Μπορώ να εκφέρω
Μόνο εγώ

Άκουσέ με

Γιλά Μοσσάεντ, Έναν ήχο που μόνο εγώ μπορώ (2012)

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ποίηση και αντι-ποίηση

Στην ελάσσονα κλίμακα το ερώτημα είναι: γιατί, ενώ οι ποιητικές εκδόσεις έχουν αυξηθεί αριθμητικά τις τελευταίες δεκαετίες (και μάλιστα, κατά την ομολογία ανθρώπων σχετικών περί τα εκδοτικά, κατακόρυφα), οι αναγνώστες της ποίησης έχουν μειωθεί δραματικά; Στη μείζονα κλίμακα το ερώτημα είναι: γιατί η ποίηση έπαψε να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη συνείδηση του λαού μας, να συνταράζει, να αφορά, να συγκινεί και να παρακινεί;

Ως προς την απάντηση του πρώτου ερωτήματος θα επιχειρήσω να μιλήσω για την ποιητική παραγωγή των τελευταίων δεκαετιών, από το '80 κι εδώ, και να αναφερθώ στους τρόπους, τα μέσα αλλά κυρίως στα κίνητρα που μετέρχονται οι ποιητές.

Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται αξιοθαύμαστες επιδόσεις στον ποιητικό λόγο, τόσο στην πρωτογενή παραγωγή όσο και στη μεταφραστική απόδοση ξένων, παλαιότερων αλλά και σύγχρονων ποιητών. Οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές αναμετριούνται με τις δυνάμεις του ποιητικού λόγου και κονταροχτυπιούνται στον οριζόντιο άξονα με τη συγχρονία του ποιητικού φαινομένου εκτός συνόρων αλλά και στον κατακόρυφο άξονα με την ελληνική ποιητική παράδοση του παρελθόντος.

Διαπιστώνει κανείς γενναίους πειραματισμούς, γλωσσικούς ακροβατισμούς, θεματικές πρωτοτυπίες (παρά τη διαδεδομένη πεποίθηση που, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, με βρίσκει σύμφωνο, πως στον ποιητικό λόγο πάντα μιλούσαμε και πάντα θα μιλάμε για τα ίδια τρία-τέσσερα θέματα, τον έρωτα, τον θάνατο, τη φύση, τον θεό). Όμως δεν βρίσκω να είναι ευθύβολα τα ποιητικά εγχειρήματα, τουλάχιστον αν πρόθεση των δημιουργών είναι να φτάσουν και να ταράξουν τη δεκτικότητα των άλλων. Κι αναρωτιέμαι, αλήθεια, είναι ειλικρινής πρόθεση των ομοτέχνων μου, μα και δική μου μαζί τους, όταν γράφουμε ποίηση να επι-κοινωνήσουμε με τους άλλους; Νιώθουμε βαθιά μέσα μας να διατρανώνεται ο στίχος του Ανδρέα Εμπειρίκου "πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου" ή απλώς βαυκαλιζόμαστε και αυτάρεσκα γράφουμε για να εδραιώσουμε μια αυτοαναφορικότητα που δεν είναι άλλο παρά προέκταση του μονήρους βίου που όλοι μας πάνω κάτω, ποιητές και μη, διάγουμε.

Είναι αλήθεια πως η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να αποτυπώνει με μεγαλύτερη διαύγεια τους παλμούς και τους πόθους της εποχής της. Μα κάνει μόνο τούτο; Η ποίηση, η τέχνη, δεν έχουν το υπέρτατο προνόμιο να κανοναρχούν και να αναπαρθενεύουν; Να ανοίγουν νέους ορίζοντες και να προεκτείνουν τα όρια μιας εποχής, κάθε εποχής; Δεν έχουν αποδείξει ότι μπορούν να διαμορφώνουν συνειδήσεις, να αναταράζουν και να συνταράζουν κοινωνίες και να πλάθουν, τέλος, έστω και από το σκοτεινό περιθώριο του παρόντος τους καμιά φορά, τον άνθρωπο και τον αναγνώστη του μέλλοντος;

Έχω την αίσθηση (που ολοένα δυναμώνει σε πεποίθηση) πως έχουμε όλοι κλειστεί στην αυτοαναφορική μας επικράτεια, αναμοχλεύουμε προσωπικά πάθη και συναισθήματα που, φευ, λίγες φορές έχουν καταφέρει να αρθούν στο ύψος του καθολικού. Οι ποιητικοί πειραματισμοί εξαντλούνται ως προς το "τι" της ποίησης στην ολοένα και σκοτεινότερη καταβύθιση του εγώ μας κι ως προς το "πώς" σε επιφανειακούς κάποιες φορές εντυπωσιασμούς που μετά μερικές αναγνώσεις μένουν προσκολλημένοι στο χαρτί. Και τι μεμπτό έχει αυτό, θα πει κανείς; Η ποίηση δεν είναι λόγος συναισθηματικός, άρα απόλυτα προσωπικός; Δεν επαγγέλλεται την απόλυτη ελευθερία, την αποδεσμευμένη από τα συμβατικά μέτρα συνείδηση; Θα συμφωνήσω προσθέτοντας πως αυτός ο απόλυτα προσωπικός λόγος, η απόλυτα δική μου "λέξη", θα πρέπει να μπορεί να γίνει "λέξη" του καθενός, όπου και όποτε κι αν ζει.

Γιάννης Ευθυμιάδης


Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο του Γ. Ευθυμιάδη, που δημοσιεύθηκε στην Αυγή, φύλλο της 6 Αυγούστου 2017.


Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Μια φωνή για τους Κούρδους ποιητές

Τέσσερεις αιώνες μετά τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, υπάρχουν ακόμη κράτη εκτός Ευρώπης που μπορούν να αποφασίζουν για την εξαφάνιση ενός ολόκληρου λαού από τον πολιτιστικό και γεωγραφικό χάρτη, καθώς του απαγορεύουν να εκφράζεται στη γλώσσα του και διαμοιράζουν μεταξύ τους τα εδάφη στα οποία κατοικεί. Ο κουρδικός λαός, για τον οποίο γίνεται ο λόγος όμως, είναι ανθεκτικός. 

Ήδη από την αρχαιότητα οι Κούρδοι ήταν γνωστοί για την αντοχή τους και το μένος με το οποίο πολεμούν και διεκδικούν.  Πέρα όμως από αυτό, οι Κούρδοι αποτελούν έναν λαό με πολιτισμό, ήθη και έθιμα, γεμάτο από αγάπη για τη φύση και δέος για τον έναστρο ουρανό – πρόκειται για στοιχεία που έχουν διασωθεί στην προφορική του παράδοση, αφού η ιστορία του κουρδικού λαού συνοψίζεται εν πολλοίς στα μοιρολόγια του και είναι αυτά που τραγουδούν, αντί για νανούρισμα, τα βράδια οι μεγαλύτεροι, επιτρέποντας ουσιαστικά στους νεότερους να τα αποστηθίσουν.

Όχι ότι η κουρδική γλώσσα δεν διαθέτει γραπτά μνημεία: το Mem û Zîn, ένα από τα παλαιότερα έπη, είναι γραμμένο στα κουρδικά (και όχι στα περσικά ή τα αραβικά) από τον Εχμεντέ Χανί (Ehmedê Xanî, 1650/1651-1707). Στο  ερωτικό αυτό δράμα ο Χανί εξιστορεί –ενόσω μιλά για το πάθος των δύο ερωτευμένων νέων – το πώς Οθωμανοί και Πέρσες διαφεντεύουν την περιοχή από την Αραβία μέχρι τη Γεωργία,  χρησιμοποιώντας τον κουρδικό λαό για τα δικά τους συμφέροντα.

Παρότι  λοιπόν υπήρχε κουρδική λογοτεχνία, οι Κούρδοι συγγραφείς και ραψωδοί δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν τόσο ώστε να μην αμφισβητείται ο πολιτισμός τους ή η εθνική τους ταυτότητα. Αυτό συνέβη επειδή δεν σύχναζαν στις Αυλές και το Ντιβάνι των Σουλτάνων του Ιράν και του Τουράν για να απαγγείλουν τα έργα τους, όπως οι άλλοι διανοούμενοι. Κι αν τότε ήταν επιλογή τους, σήμερα οι Κούρδοι δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση στη διεθνή κοινότητα και να διεκδικήσουν μια ξεχωριστή ταυτότητα μέσα από τα έργα του πολιτισμού τους, επειδή η γλώσσα τους είναι ουσιαστικά απαγορευμένη. Υποχρεωτικά θα εκφραστούν στη γλώσσα της χώρας στην οποία βρίσκεται το τμήμα του εδάφους όπου κατοικούν (δηλαδή της Τουρκίας, του Ιράν, του Ιράκ και της Συρίας), ακόμη κι αν επιθυμούσαν να γίνει αλλιώς.

Ωστόσο, «τους σύγχρονους Κούρδους ποιητές δεν  μπορεί να τους διεκδικήσει κανείς παρά μόνο η πατρίδα τους». Κι αυτό γιατί «τα ποιήματά τους εκφράζουν τον πόνο, τη θλίψη, αλλά και την αντίσταση, την απόλυτη αποφασιστικότητα να επιζήσουν ως λαός μέσα σε συνθήκες τρομακτικής και εξοντωτικής καταδίωξης. Είναι ποιήματα “γυμνά”, παθιασμένα, ζωντανά και αποκαλυπτικά. Πηγάζουν από άμεση και βιωμένη εμπειρία», όπως γράφει ο Τζεμίλ Τουράν, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από το 1984 και, μετά από πολλά βιβλία επί του θέματος που έχει εκδώσει, έκανε την επιλογή και τη μετάφραση στα ελληνικά των ποιημάτων στο βιβλίο Σύγχρονοι Κούρδοι Ποιητές που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ηρόδοτος.

Το βιβλίο είναι μια συγκινητική ανθολογία και ταυτόχρονα μια συγκλονιστική μαρτυρία της επιμονής, της αντοχής και της δέσμευσης του κουρδικού λαού, όπως τις αναβαπτίζει ο διακαής πόθος του για ελευθερία.

Η ανθολογία, όπως δηλώνει ο ανθολόγος στον πρόλογο, λειτουργεί αντιστικτικά: έτσι, βρίσκονται πλάι-πλάι παλιότεροι, πολύ γνωστοί ποιητές, και νεότεροι, που η φήμη τους δεν είναι ακόμη πολύ μεγάλη. Κριτήριο για την επιλογή των ανθολογουμένων ήταν η ανάδειξη των πιο ουσιωδών όψεων της σημερινής κουρδικής ταυτότητας, που συνοψίζεται στην προάσπιση από τον κουρδικό λαό του δικαιώματός του να υπάρχει, με όπλα τη γλώσσα και τον ένοπλο αγώνα. Επομένως, στην ανθολογία δεν περιλαμβάνονται ποιητές από την παλιά παράδοση της κουρδικής ποίησης που χρησιμοποιούσαν διαφορετικούς συμβολισμούς, οι οποίοι ενδεχομένως θα αποξένωναν τον σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη.

Τα ποιήματα της ανθολογίας διέπονται από την αγάπη για το Κουρδιστάν και την ομορφιά της φύσης· τον θαυμασμό και τη λατρεία για τους Κούρδους μαχητές της ελευθερίας, γνωστούς ως αντάρτες ή πεσμεργκά («αυτοί που αντικρίζουν τον θάνατο»). Είναι όμως παρούσες και η αγάπη για το αντίθετο φύλο, η απογοήτευση από τον χωρίς ανταπόκριση έρωτα και η μοναξιά της εξορίας. Αναφορά επίσης γίνεται στον αγώνα των γυναικών του Κουρδιστάν για μεγαλύτερη ανεξαρτησία σε μια κοινωνία με βαριά πατριαρχική παράδοση – μια ανεξαρτησία που οι γυναίκες αποκτούν παλεύοντας ισότιμα δίπλα στους άντρες. Ωστόσο, στην ανθολογία η γυναικεία ποιητική φωνή λείπει – ο Τζεμίλ Τουράν αναγνωρίζει την έλλειψη και εκφράζει την ευχή η δεύτερη κουρδική ανθολογία στα ελληνικά να αφορά τις γυναίκες ποιήτριες του λαού του.

Σε μια τέτοια ανθολογία, ο αναγνώστης είναι απαραίτητο να θυμάται τις συνθήκες μέσα στις οποίες γράφονται τα ποιήματα. Στην Τουρκία (βόρειο Κουρδιστάν), όπως αναφέρει ο Τζεμίλ Τουράν, «κάθε κουρδικό πατριωτικό, πολιτικό ή εθνικό αίσθημα απαγορεύεται στον λόγο, στη συγγραφή, στο τραγούδι και στις εκπομπές. Τα βιβλία, τα περιοδικά, οι κασέτες και οι ταινίες υπόκεινται σε αυστηρότατη λογοκρισία από την τουρκική κυβέρνηση».  Στο Ιράκ (νότιο Κουρδιστάν), πάλι, αν και η κουρδική γλώσσα «δεν έχει υποστεί πολιτική τέτοιας εκμηδένισης από τις διάφορες κυβερνήσεις», καταβαλλόταν ανέκαθεν και σταθερά προσπάθεια περιορισμού των κουρδικών επιδιώξεων και καταστολής της κουρδικής αυτονομίας στην πράξη. Στο Ιράν (ανατολικό Κουρδιστάν), μετά την ισλαμική επανάσταση του 1979, έχει ολωσδιόλου καταπνιγεί η πολιτιστική έκφραση. Το καθεστώς ανεχόταν κάποια είδη κουρδικής και περσικής μουσικής και ποίησης, ωστόσο οτιδήποτε αντανακλούσε την παρούσα κατάσταση έπρεπε να εκφράζεται με στερεοτυπικές εικόνες. Για τη Συρία (δυτικό Κουρδιστάν) ούτε λόγος…

Ο δρόμος για την ελευθερία και την ένωση των Κούρδων μοιάζει, ακόμη και σήμερα, δύσβατος και μακρύς. Ωστόσο, οι Κούρδοι εξακολουθούν να γράφουν ποίηση τόσο φυσικά όσο ανασαίνουν, δικαιώνοντας με τον πιο απτό τρόπο τον ορισμό που είχε δώσει ο Σεφέρης: «Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα».

Χριστίνα Λιναρδάκη


Μια επιλογή από τα ποιήματα της ανθολογίας:

ΤΟ ΟΠΛΟ
Για να δώσουν ευτυχία στο βουνό
Τα δέντρα παρακάλεσαν τον άνεμο
Να κάνει μουσική μαζί τους σα να ’ταν φλάουτα.

Για να ελαφρύνει την πλήξη του κήπου
Το πουλί ζήτησε απ’ το ποτάμι
Να βάλει τα κύματά του να χορέψουν.

Και για να ζήσει η ποίηση ελεύθερη
Η γη ζήτησε απ’ τ’ αντάρτικα τουφέκια
Να πυρπολήσουν τη σκοτεινιά της νύχτας
Και να πεθάνουν στην αγκαλιά του ήλιου.

Σέρκο Μπέκες (1940-2013)


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Κάποτε τα παιδιά είναι ο κόσμος
Στο πρόσωπό τους, το μπλε του φθινοπώρου
Η βροχή πέφτει, ο ήλιος λάμπει μπροστά
Και κάποτε τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα
Σφαίρες απόσταση από την αγάπη μας.

Κεμάλ Μπουρκάι (1937- )


ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Πέρασαν κιόλας τα δυο τρίτα της νύχτας
Κοιμήσου μωρό μου
Ακούμπησες το κεφαλάκι σου στα χέρια μου
Μην περιμένεις και μένα
Απόψε θα ξαγρυπνήσω
Δεν θα κοιμηθώ
Εσύ κοιμάσαι εύκολα
Η φύση πρόσωπο έχει αυστηρό και σκληρή ανάσα
Φοβάμαι πως ο ήχος του ανέμου
Το καταύγασμα των δέντρων
Και της βροχής η ορμή
– μη δώσει ο Θεός –
Θα σε ξυπνήσουν ή θα λύσουν
Τους μικρούς κρίκους στην αλυσίδα των ονείρων σου
Κοιμήσου μωρό μου
Ακούμπησε το κεφαλάκι σου στο χέρι μου
Ξάπλωσε στην αγκαλιά μου
Μην περιμένεις εγώ να κοιμηθώ
Θα αγρυπνώ από πάνω σου
Δεν θα κοιμηθώ.

Αμπντουλά Πασέβ (1946- )


ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ
Εκ…ρη…ξη…
Ακρωτηριασμένο χέρι παιδιού στον αέρα
Εύθραυστα πόδια ελαφίσια που σπάνε
Φτωχή πεταλούδα που σέρνεται στη σκόνη
Εκ…ρη…ξη…
Σπίτια που καταρρέουν
Σχολειά ισοπεδωμένα
Καλαμπόκι φλεγόμενο με χιλιάδες αναμμένες φωλιές.
Γέφυρες ανατιναγμένες
Πόλη κατεστραμμένη, σε ερείπια.
Έκρηξη
Αγωνία
Που βογκά
Που θρηνεί
Εκεί κοντά στο δελτίο απ’ τον ασύρματο στριγκλίζει: «Επιτυχία!
Ο εχθρικός στόχος κατόπιν της επιθέσεώς μας κατεστράφη».

Μοχάμεντ Χακί (1953- )


ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
(απόσπασμα)
Υπήρχε ένα όνειρο γεμάτο σκόνη και καπνό
Φλόγες στον ουρανό
Καμένα από το κρύο τα χέρια των Ελλήνων
Τρέμουνε τώρα

Είδα ένα όνειρο
Ο θόρυβος γυμνών ποδιών
Και τα δικά μου ανάμεσά τους
Κρυφτήκαμε
Η ζωή μας το μόνο που μπορούσαν να μας πάρουν

Ένα όνειρο, καταϊδρωμένοι
Αυτοί που δέχτηκαν επίθεση
- ψωμί κι αλάτι φάγαμε μαζί
Στο ίδιο το τραπέζι
Μαχαίρια στα δικά τους χέρια
Και ραβδιά
Και σάκοι για το θήραμα

Παίζουμε μες στις αυλές τους
Οι εκκλησιές στις φλόγες

Είδα ένα όνειρο
Σ’ ένα ποτήρι κρύο νερό ένα κουτάλι μαρμελάδα
Το τρυφερό χέρι μιας Ελληνίδας μάνας,
Τυλιγμένα τα λιγοστά υπάρχοντα: στρώμα, κουβέρτα
Οι εικόνες
Καντήλια, το ακοίμητο φως
Αιώνια άσβεστη η φλόγα τους
Κι εγώ παίρνω τους δρόμους
- τα  χέρια μας σφιχτοδεμένα –
Και η καρδιά να τους ακολουθεί

Χουσεΐν Ερντέμ (1949 - )
* Το ποίημα έχει μεταφραστεί από τα γερμανικά από τη Σοφία Γεωργαλλίδη


ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
(απόσπασμα)
Έι Αλίκη
Χθες το βράδυ η Αφροδίτη ήρθε στο όνειρό μου
Απέθεσε ένα μπουκέτο στο κουτσουρεμένο πόδι μου και είπε
Σε μια αιωνιότητα όπου οι άνδρες
Με το βάρος των πόνων και των τραυμάτων τους
Έρχονται από μια παγωμένη ξενιτιά

Σαν νεροποντή για να φλερτάρουν την Αθήνα
Υποχρεώνοντας τον Όμηρο
Να αναθεωρήσει την Ιλιάδα

Τούτος ο άνδρας είναι Μάρτυρας ακρωτηριασμένος, με ένα
   πόδι που θα μπορούσε να πείσει τον Ζορμπά

Να συνδυάσει Θεό και Διάβολο σε μια ανεπανάληπτη λέξη…

Κασίμ Σερβανί (1956 - )



Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr σε δύο ενότητες - η μία στο πλαίσιο αφιερώματος για την παγκόσμια ημέρα ποίησης 2018 και το δεύτερο στο πλαίσιο βιβλιοκριτικής για την ανθολογία Σύγχρονοι Κούρδοι Ποιητές.


Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Η κριτική βιβλίων στο διαδίκτυο σήμερα


Είναι κοινή παραδοχή ότι η κριτική βιβλίων σήμερα διέρχεται κρίση. Οι περισσότερες «κριτικές» είναι συνήθως διθύραμβοι ή αγιογραφίες των υπό συζήτηση συγγραφέων, ενώ τα ελάχιστα κρούσματα αρνητικής ή, έστω, επιφυλακτικής κριτικής προκαλούν αντιδράσεις με συνέπειες που δεν είναι πάντα ευχάριστες – ούτε καν προβλέψιμες. Το γεγονός αυτό έχει μια «επίδραση φίμωσης», καθώς πολλοί από όσους γράφουν για βιβλία που διάβασαν προτιμούν να σιωπήσουν δημοσίως για κάποιο βιβλίο που δεν τους άρεσε και, αν έχουν θάρρος με τον συγγραφέα, να του κάνουν συστάσεις κατ’ ιδίαν, παρότι κι αυτές μπορεί να παράγουν μουδιασμένες αντιδράσεις. Σημασία τελικά έχει η πρόθεση με την οποία καθένας κάνει αυτό που κάνει: γράφει για ό,τι διαβάζει επειδή αποσκοπεί στην προσωπική του καταξίωση ως επαγγελματία της κριτικής; Επειδή εμφορείται από ματαιοδοξία; Ή επειδή ενστερνίζεται το ιδεαλιστικό ιδεώδες μιας καλύτερης λογοτεχνικής παραγωγής, στη βελτίωση της οποίας θα έχει συμβάλει και ο ίδιος; Ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Επί του παρόντος, τρία είναι τα μεγάλα ελληνικά sites που φιλοξενούν κριτικές και «κριτικές» βιβλίων: τα frear.gr, oanagnostis.gr και diastixo.gr (εξαιρούμε από την παρούσα συζήτηση τα blogs εφημερίδων ή λογοτεχνικών περιοδικών, το περιεχόμενο των οποίων έχει πρωτογενώς δημοσιευθεί εντύπως). Τα sites αυτά έχουν τόσο μεγάλη επισκεψιμότητα (traffic) που είναι ορατά στο Alexa, το διαδικτυακό εργαλείο κατάταξης ενός site στο σύνολο των sites παγκοσμίως. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, χωρίς ανάλογη (ακόμη) επισκεψιμότητα, είναι sites όπως τα (αγαπημένα μου) literature.gr, vakxikon.gr και άλλα όπως το biblio.net. Τελευταία και καταϊδρωμένα έρχονται κάποια λιγοστά blogs σαν το stigmalogou.blogspot.com, καθώς τα περισσότερα ιστολόγια (ων ουκ έστι αριθμός) συνήθως αναλίσκονται σε απλές αναγγελίες των εκδόσεων, αντιγράφοντας 1-2 ποιήματα ή αποσπάσματα και τη σημείωση του οπισθοφύλλου ή μια παράγραφο από το δελτίο τύπου – άντε, και το βιογραφικό του συγγραφέα/ποιητή.

Και ενώ όλοι οι παραπάνω πασκίζουμε να γράψουμε όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένα, καλλιεπώς και ενδυόμενοι όσο καλύτερα μπορούμε τον μανδύα της σοβαρότητας, υπάρχουν κάποια νέα παιδιά, γύρω στα 20, που φέρνουν έναν εντελώς διαφορετικό αέρα στη μικρή γειτονιά της κριτικής. Πού κυκλοφορούν αυτά τα νέα παιδιά; Κατά βάση στο κυρίαρχο μέσο κοινωνικής δικτύωσης των νέων, που δεν είναι άλλο από το Instagram. Τα συναφή προφίλ είναι δεκάδες, αναφέρω ορισμένα ενδεικτικά: storyteller_books, the.muse.and.the.bookmark, marilena_and_books, vivlia4u, booklandsandtalelands, agapakion (agapi reads), alexiouvictoria (B for books), book_at_the_city, 1000booktales, gigi_booksworld, reading_tale, thebooksarena, _the100books_, vivlioskolikes, ninas_book_corner, givememorebookz, pandoraandbooks, vivliofagos_tainiofagos, flywithbooks, fil_reads.

Οι  νέοι που εμφανίζονται με αυτά τα προφίλ έχουν τους δικούς τους κώδικες, ορισμένοι από τους οποίους επιβάλλονται από το ίδιο το μέσο που χρησιμοποιούν, δηλαδή το Instagram. Για παράδειγμα, αν κάποιος σε κάνει follow, εύλογα περιμένει να τον κάνεις follow back. Δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο ένας πυρήνας, ένα κλειστό κύκλωμα νέων που αναφέρονται σε βιβλία και που βλέπουν τις αντίστοιχες αναφορές άλλων στο feed τους – μαζεύοντας, φυσικά, like. Είναι νορμάλ (για να μην πω, ενδείκνυται) να ανεβάζει κάποιος αναρτήσεις κάθε μέρα, αρκετές φορές μέσα στη μέρα. Και φυσικά για να κάνει κάποιος ανάρτηση στο Instagram, πρέπει υποχρεωτικά να ανεβάσει φωτογραφία. Οι φωτογραφίες λοιπόν αυτές είναι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, τόσο προσεγμένες (κυριολεκτικά σκηνοθετημένες, θα έλεγα) που είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόση ώρα πρέπει να αφιερώνουν αυτά τα παιδιά για να τις στήνουν!

Πολλά από τα πιο πάνω προφίλ χαρίζουν βιβλία στο πλαίσιο μίνι διαγωνισμών-κληρώσεων (“giveaways”, όπως τα λένε). Για να συμμετάσχεις, πρέπει να κάνεις σχόλιο με tag κάποιον φίλο σου, να κάνεις follow τους ίδιους και τις εκάστοτε εκδόσεις. Και το πλήθος των σχολίων κάτω από τέτοιου είδους αναρτήσεις-διαγωνισμούς φθάνει συχνά σε τριψήφιους αριθμούς.
Σε άλλα προφίλ αναφέρεται (εν συντομία πάντα) η γνώμη του γράφοντος για το βιβλίο που ανεβάζει (μία παράγραφος το πολύ) ή προτείνονται συγκεκριμένα αποσπάσματα. Και φυσικά το ζουμί βρίσκεται στα hashtags που, τις περισσότερες φορές, καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο από την ίδια την περιγραφή του βιβλίου.

Κι αν αυτό γίνεται στο Instagram, υπάρχουν συμμετοχικές πλατφόρμες που είναι αφιερωμένες αποκλειστικά στο βιβλίο, όπως η goodreads.com. Εκεί μπορείς να ανεβάσεις τα βιβλία που πρόκειται να διαβάσεις (υπάρχει μάλιστα και ετήσιο challenge – εσείς αλήθεια πόσα βιβλία σκοπεύετε να διαβάσετε φέτος;), να δεις τα βιβλία που ανεβάζουν οι «φίλοι» σου και να αναζητήσεις (σύντομες ξανά) απόψεις για τα βιβλία που σε ενδιαφέρουν. Σε οποιαδήποτε γλώσσα, αλλά και στα ελληνικά, αφού το site τα υποστηρίζει.

Μια άλλη τάση είναι το youtube. Εδώ κυκλοφορούν βιντεάκια όπου νέοι, οι οποίοι διαθέτουν δικό τους κανάλι, μιλούν για τα βιβλία που διαβάζουν: είναι σαν να έχουν βγει έξω από τη γραφή ή να την έχουν προσδιορίσει εκ νέου, μια και η προφορικότητα τι άλλο από κείμενα (με την ευρεία έννοια) παράγει; Άλλωστε η κουλτούρα μας της εικόνας, σε συνδυασμό με τη λατρεία του εαυτού, κάνει πρόσφορες τέτοιου είδους προσεγγίσεις.

Και, φυσικά, οι νέοι bloggάρουν – αλλά με τον δικό τους τρόπο. Οι αναλύσεις, για παράδειγμα, της Αγάπης (agapakion ή Agapi reads του instagram) είναι απλές, στα όρια της απλοϊκότητας κάποιες φορές, αλλά απολαυστικές. Δείτε αυτήν, για παράδειγμα: https://agapireads.wordpress.com/2018/02/26/all-the-ugly-and-wonderful-things/ και θαυμάστε τον υπέροχο, φρέσκο τρόπο με τον οποίο η Αγάπη γράφει τη γνώμη της, ενσωματώνοντας εικόνα και βίντεο στα σχόλιά της.

Βρίσκω πραγματικά υπέροχο και αναζωογονητικό τον τρόπο που τα νέα παιδιά παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη τους στις μακροσκελείς αναλύσεις και τις πομπώδεις εκφράσεις που γράφουμε εμείς οι μεγαλύτεροι και που, από ό,τι φαίνεται, ελάχιστα τα αφορούν... Το κάνουν άραγε λόγω άγνοιας ή μήπως επειδή βρίσκουν στους τρόπους μας κάτι το πραγματικά «παλιόοοοοοοοοοο»;

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημείωση: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 41 του vakxikon.gr. Διαβάστε και το πολύ ενδιαφέρον, πρόσφατο κείμενό μας Η κριτική των κριτικών.


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

"Ποιήματα: 1969-1999" του Ντίνου Σιώτη


Από τους δύο ποταμούς που εκβάλουν στη θάλασσα της ποίησης, τον λυρικό και τον μη λυρικό, προσωπικά προτιμώ τον πρώτο. Όχι ότι δεν κατανοώ τη χρησιμότητα, αν όχι την αναγκαιότητα, του δεύτερου, είναι απλά θέμα προσωπικού γούστου. Έτσι, προτιμώ δείγματα του πρώτου τρόπου γραφής.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ήταν με χαρά και όχι χωρίς έκπληξη που διάβασα τα πρώτα ποιήματα στον συγκεντρωτικό τόμο ποιημάτων του Ντίνου Σιώτη, Ποιήματα: 1969-1999, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Τα ποιήματα αυτά περιέχουν αρκετή δόση λυρισμού, πολλή περισσότερη απ’ ό,τι τα μεταγενέστερά του. Αυτό δεν σημαίνει λείπουν τα στοιχεία εκείνα που ακολούθησε τελικά, τα οποία είναι π.χ. η έκκληση στον σουρεαλισμό ή κάποια μορφικά στοιχεία, όπως η αναδίπλωση του στίχου στον επόμενο, κόβοντας τις λέξεις ακόμη και σε συλλαβές. Χωρίς να παύει να είναι περιπαικτικός και ανατρεπτικός στα σημεία, στα πρώτα ποιήματα ο Σιώτης μετέρχεται λιγότερο τον τρόπο του χιούμορ και της ειρωνείας στις πρώτες του συλλογές. Ίσως επειδή, όταν είμαστε νεότεροι, όλα μας φαίνονται πολύ πιο σοβαρά.

Και πάλι όμως, καθώς προχωρούν χρονολογικά οι συλλογές που περιλαμβάνονται στον τόμο, παρατηρούμε να ενισχύεται περισσότερο ο πυλώνας του χιούμορ και της ειρωνείας – περί του λόγου το αληθές, φέρνω για παράδειγμα τη συλλογή Η μηχανή των μυστικών (1993) στον τόμο.

Και ενώ Η μηχανή των μυστικών προοιωνίζεται σε σημαντικό βαθμό τις μεταγενέστερες συλλογές του, η αμέσως επόμενη που εκδίδει ο Σιώτης, η Τήνος, ποιητική περίληψη (1997) σηματοδοτεί την επιστροφή στην τρυφερότητα και την απαλότητα - ίσως επειδή τα μέρη που αγαπάμε και που ζήσαμε μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε μόνο με αυτόν τον τρόπο. Η Τήνος, ποιητική περίληψη μοιάζει να είναι ένα και μοναδικό ποίημα. Ωστόσο, εδώ έχουμε εκτεταμένη χρήση μιας άλλης σύμβασης που ο ποιητής θα χρησιμοποιήσει εκτενώς μεταγενέστερα, τους καταλόγους. Διαβάζουμε π.χ. στο ποίημα “VI”: οχιές, λαφίτες, φιδοφωλιές,/ αυγά φιδιών κατρακυλούν στις τρύπες/ ανύπαρκτη βροχή, ανύπαρκτοι χείμαρροι,/ εκκλησιές που τρεμοσβήνουν στον ορίζοντα/ μουριές που κρέμονται από καρφωμένες ανταύγειες/ στάλες από ιβίσκους κ.ο.κ.

Θα μου επιτρέψετε να σταθώ σε μερικούς ακόμη στίχους από τη συγκεκριμένη, τρυφερή συλλογή: Η Τήνος είναι η πατρίδα μου: δισύλλαβο/ που κολυμπάει μ’ άλλα δισύλλαβα στο Αιγαίο. Και αλλού: φρύγανα, κλήματα, αγριορίγανη, αγριοκούνελα/ ματιές της ώρας/ φευγάτη διάρκεια του σύμπαντος/ σ’ ένα κουβάρι λιτότητας. Ή: κάθε φύλλο και μια σελίδα ιστορίας,/ κάθε αγκάθι και μια άγραφη παράγραφος/ στη λαξεμένη με σμίλη πέτρα που βλεφαρίζει. Τέλος, ανοιχτός, ορθάνοιχτος ουρανός/ αλλά από παντού σκοτεινός ο χρόνος.

Όμως δεν είναι σκοπός μου να αλλοιώσω τον χαρακτήρα της ποίησης του Ντίνου Σιώτη. Ο Σιώτης δεν είναι λυρικός ποιητής. Απλώς, τα ποιήματα των πρώτων συλλογών γίνονται αρκετές φορές λυρικά επειδή είναι τρυφερά και ασχολούνται με πιο υπαρξιακά θέματα, όπως ο εαυτός και η θέση του στον κόσμο. Τα  μεταγενέστερα ποιήματα προσλαμβάνουν έντονη κοινωνική συνιστώσα και, όχι σπάνια, ασχολούνται με την επικαιρότητα, χαρακτηρίζονται επομένως περισσότερο από έναν χαρακτήρα όπου πρωταγωνιστεί το εφήμερο.

Θα ήθελα να σταθώ στην πρώτη-πρώτη συλλογή του τόμου, την Απόπειρα, η οποία γράφτηκε -σημειωτέον- ενώ υπήρχε η χούντα. Μέσα στους στίχους αυτής της συλλογής συναντάμε παράθυρα, που κλείνουν, σχεδόν κλείνουν στην έλευση κάποιου ονείρου, κίτρινα φύλλα, που κίτρινα λόγω εποχής; ενταφιάζουν τους πόθους του πλήθους, ήλιους, που ξεχάστηκαν μέσα στα σύννεφα, όπως εσύ μέσα μου, αλλά και τρύπες, που μένω πάλι μόνος να κοιτάζω, τρύπες μεγάλες σκοτεινές που άνοιξαν μες στο μέλλον οι φλέβες των ονείρων μου. Συναντάμε επίσης το βλέμμα της σελήνης που χαϊδεύει το βραδινό νησί, πόσο σύντομα βραδιάζει, Θε μου, η αγάπη μια λέξη ακινησίας ή τον ήχο του βιβλίου, που ανοίγει και κλείνει και σταματάει πάντα στη σελίδα της σιωπής, συναντάμε ακόμη το γυάλινο δάκρυ που έσπασε.

Δύο συλλογές πιο κάτω, στις Καιρικές συνθήκες, διαβάζουμε πως κάποτε ήταν άνοιξη/ τώρα είναι τα ανοιχτά μάτια του κήπου/ λεμονιές, τενεκέδες, χαλασμένο νερό. Διαβάζουμε ακόμη για κάποιον που έφυγε και με το θάρρος της φυγής προμετωπίδα/ το σουγιά να κόβει του γυρισμού τον άνεμο/ ανεβαίνει την αναμμένη σκάλα. Αλλά και για τον έρωτα, ότι είναι μαγκάλι μαγικό, με κάρβουνα του πεπρωμένου/ με στάχτες της ομίχλης/ με χρυσόχαρτα από σοκολάτα υγείας. Και αλλού  Σβήνω το φως, ο ύπνος είναι όχθη μακρινή. Φυσάει όνειρα από ψηλά/ που πέφτουνε απρόσμενα/ στα χαμηλά ταβάνια. Αυτά ως δείγματα γραφής, ως λυρικά ψήγματα μιας ποίησης που στο σύνολό της δεν χαρακτηρίζεται από τον λυρισμό.

Προς επίρρωση αυτής της τελευταίας παρατήρησης, έρχονται οι δύο συλλογές που κλείνουν τον τόμο. Είναι το Μουσείο αέρας και ο Ιωνάς. Και οι δύο δημοσιεύθηκαν το 1999. Το Μουσείο αέρος είναι σουρεαλιστικό, ειρωνικό, περιπαιχτικό.  Περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν μέχρι το 1997. Η αλλαγή, η εξέλιξη αν θέλετε, είναι πια ορατή. Η εσωτερική πλάστιγγα του Σιώτη γέρνει πια καταφανώς προς την ειρωνεία. Ο Ιωνάς (ποιήματα 1998-1999) μιλά για την καρτερικότητα της αγάπης και για όλα εκείνα τα θέματα που επανέρχονται ολοένα στις συλλογές του: την ξενιτιά, τη μοναξιά, την απώλεια, τη μνήμη, τον χρόνο, το όνειρο. Την ίδια τη ζωή.

Τελικά, αυτή η τελευταία είναι όπως οι κυκλικές κινήσεις στην ποίηση του Σιώτη: κύκλοι που ανοίγουν και κλείνουν, μόνο και μόνο για να ανοίξουν ξανά. Ad infinitum.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Το κείμενο είναι βασισμένο στην ομιλία που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, την Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018 στο Νομισματικό Μουσείο, που έγινε από την υποφαινόμενη, την Ανθούλα Δανιήλ και την Κλεοπάτρα Λυμπέρη.


Από αριστερά:
Χριστίνα Λιναρδάκη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη και Ανθούλα Δανιήλ. Στο μικρόφωνο ο Ντίνος Σιώτης. Στην πρώτη σειρά, απέναντι από τις ομιλήτριες, οι Αναστάσης Βιστωνίτης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και Αγγελική Σιδηρά.



Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Πορσελάνη σπασμένη στον ήλιο: Αφρικανική ποίηση

Η ποίηση της Αφρικής εκφράζει, όπως είναι φυσικό, την ιστορία, το περιβάλλον και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία αυτής της περιοχής, όπου ο άνθρωπος έκανε τα πρώτα του βήματα πριν από εκατομμύρια χρόνια. Οι στίχοι ενός τραγουδιού των Πυγμαίων που λέγεται για να εξευμενιστούν οι θεοί του δάσους δίνουν μια χαρακτηριστική εικόνα:

Στο δάσος που θρηνεί, κάτω από τη φτερούγα του
βραδιού,
η νύχτα πήγε να ξεκουραστεί, κατάμαυρη·
από τον ουρανό γοργά φύγαν τρεμάμενα τ’ αστέρια.
Αόριστα πυγολαμπίδες λάμπουν και το φως τους
σβήνουν
ψηλά είναι το φεγγάρι σκοτεινό, το άσπρο του φως
σβησμένο.
Τα πνεύματα περιπλανιώνται.
Πάρε το τόξο σου ελεφαντοκυνηγέ!
Πάρε το τόξο σου ελεφαντοκυνηγέ!

Στο τρομαγμένο δάσος το δέντρο κοιμάται, πέθαναν τα φύλλα ,
oι πίθηκοι κλείσαν τα μάτια τους ψηλά κρεμάμενοι
από τα κλαδιά.
Με σιωπηλά βήματα γλιστρούν πέρα οι αντιλόπες,
τρώνε το φρέσκο χόρτο, ορθώνουνε προσεχτικά τ’
αφτιά,
σηκώνουν το κεφάλι τους κι ακούνε τρομαγμένες.
Σώπασε ο τζίτζικας και σταματάει το τριχτό τραγού-
δι του.
Πάρε το τόξο σου ελεφαντοκυνηγέ !
Πάρε το τόξο σου ελεφαντοκυνηγέ!

Αστέρια λαμπερά της άσπρης νύχτας,
σελήνη που ψηλά φωτάς
με τις χλωμές αχτίδες σου το δάσος διαπερνώντας,
αστέρια φίλοι των άσπρων φαντασμάτων,
σελήνη προστάτισσα τους!
Του δάσους πνεύματα , φαντάσματα της νύχτας,
που όσο η λαμπρή κρατάει μέρα
ίδια η νυχτερίδα που ρουφάει το αίμα των ανθρώπων,
στους γλιστερούς τους τοίχους των τρανών σπηλαίων κρεμασμένα μένετε,
πίσω απ’ τα πράσινα τα βρύα, πίσω απ’ τις μεγάλες
άσπρες πέτρες,
πέστε μας , ποιος τα είδε, τα φαντάσματα της νύχτας, πέστε μας ποιος τα είδε.

Οι Αφρικανοί ποιητές εμπνεύστηκαν από την παραδοσιακή τους ποίηση και, αφού δέχτηκαν τα ερεθίσματα της εποχής τους, έδωσαν τα δικά τους δείγματα όπως αυτό του Crhistofer Okigbo που γεννήθηκε στην Ανατολική Νιγηρία:

Τ’ αστέρια χάθηκαν
ο ουρανός, καθάριος, με μονόκλ
την πλάση κατοπτεύει.
Τ’ αστέρια χάθηκαν
κι εγώ…

            -Που είμαι εγώ;

Απλώσου, αντένα, ώ απλώσου
ν’ αρπάξεις αυτή την ώρα !
Γεμίζοντας κάθε στιγμή της, μέσα
από μια σπασμένη θρηνωδία.


Ο Crhistofer Okigbo χρησιμοποιεί την ποιητική γλώσσα για να εκφράσει τον θαυμασμό του για την γέννηση της κόρης του σε ένα άλλο ποίημα:

ΟΤΑΝ Ο ΜΑΗΣ ΤΡΙΓΥΡΩ…

                       Για την Ζωρζέτ

Στη δροσερήν ανάσα του πρωινού,
στο ξύπνημα μόλις της ημέρας
ήρθε το νεογέννητο

Όταν ο Μάης τριγύρω είχε απλώσει
τα όμορφα πράσινα πέπλα του
και οι λοφοπλαγιές
είχαν στολίσει με λουλούδια τα μέτωπα τους
και οι κήποι
είχαν φορέσει στο πρόσωπό τους
ζωγραφιστό χαμόγελο :

Ένα τόσο συνθετικό καλωσόρισμα!

Στου πετεινού το τρίτο λάλημα
πίσω απ’ το ξύπνημα των βούρλων
και στο πείσμα του κρυερού
μαγιάτικου πρωινού – ήρθε το νεογέννητο.

Υπάρχουν βέβαια και τα πολεμικά ποιήματα με απαράμιλλη θεατρικότητα όπως αυτό των Μασάϊ για την επιστροφή των πολεμιστών:

Ενγκάι, Ενγκάι, σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Σύντριψε, σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Νέα κορίτσια μη σωπαίνετε
Χορός: όσο του Ενγκάι γίνεται προσευχή
σύντριψε, σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Αφροδίτη εσύ που φανερώνεσαι
Χορός : αστέρι βραδινό,
σύντριψε, σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Σύννεφα των χιονόσκεπων βουνών συντρίψτε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Εσύ που κάνεις ο ουρανός να κοκκινίζει σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.

Μια μυητική ιεροτελεστία των Πυγμαίων αναφέρεται στο καινούριο μέλος της φυλής (οι Πυγμαίοι δεν είναι νέγροι):

Δεν είσαι εσύ της μαύρης νύχτας γιος,
μαύρος σαν την καταχνιά της καπνισμένης σου καλύ-
βας.
Δεν είσαι συ της νύχτας γιος,
είσαι της φωτεινής, καθάριας μέρας γιος,
της πλούσιας γης, της γενναιόδωρης ο γιος,
της γης, όπου οι γλυκοί καρποί ωριμάζουν,
είσαι της πλούσιας γης, της γενναιόδωρης ο γιος,
χο, χο μο νγκα γιουρού βελέ,
όχι δεν είσαι συ της νύχτας γιος.

Ένα ποίημα της φυλής των Νουπ, η οποία ζει στη Νιγηρία και χαρακτηρίζεται για την θυμοσοφία της, θυμίζει παροτρύνσεις της Βίβλου (Παροιμίες) ή συμβουλές του Μπρεχτ:

ΔΩΣΕ ΤΗΝ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ
             
            "Gozuma gaga
                    wo ade
                   gamgba wo…"


Δώσε την τροφή σ’ εκείνον
που ξέρει να τη φάει.
Δώσε τη δουλειά σ’ εκείνον
που ξέρει να την κάνει.
Μη μιλάς αδιάκοπα μίλα
τελευταία και θάχεις κέρδος.
Αν αγαπηθούν δυο πρόσωπα
μη συχνογυρνάς κοντά τους.
Στο στομάχι σου μη βάζεις
πρόσθετες μπουκιές, ακόμα
κι αν αυτό δεν είναι
τέλεια γεμάτο.

Κι ένα άλλο παραδοσιακό απόσπασμα με σκωπτικό πνεύμα:

Οι πεθερές είναι σαν τα ξινά δαμάσκηνα,
σαν καταπράσινα δαμάσκηνα σκληρά,
τα τρως, και σου μουρλαίνουνε τα δόντια,
λιμάρεται η γλώσσα σου.

Οι νέες γυναίκες, νόστιμα δαμάσκηνα,
Είναι γλυκό χυμό γεμάτες, για τραγάνισμα ωραίες!

Ο νοτιοαφρικανός Oswald Mbuyiseni Mtshali, που σπούδασε στην Αμερική, βάζει τη δική του πινελιά:

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Ο ήλιος στροβιλίστηκε
σα νόμισμα, που ρίχθηκε ψηλά.
Στριφογύρισεν απάνω
στο γαλάζιο τ’ ουρανού,
κατέβηκε μετά λάμποντας
στον ορίζοντα, πιάστηκε
σε μια σχισμή.
Και τα ηλεκτρικά φώτα
άστραψαν και τρεμοσβήνοντας ·
"Η ώρα πέρασεν" έγνεψαν
-όπως το χρονόμετρο
στα parking των αυτοκινήτων.

Λίγο πριν το τέλος ένα ποίημα του John Pepper Clark από την περιοχή του δέλτα του ποταμού Νίγηρα, ο οποίος σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Princeton κι έγινε θρύλος στη χώρα του. Μιλά για το Ibadan, αυτή την μεγάλη πόλη της δυτικής Νιγηρίας, την μεγαλύτερη σε πληθυσμό νέγρων σχεδόν σε ολόκληρη την Αφρική, ονομαστή για το πανεπιστήμιο της αλλά και για το εμπόριο κακάο που διεξάγεται εκεί:

Ιμπάνταν,
Ρεούμενο πιτσίλισμα
από σκουριά και χρυσάφι.
Πεταμένο με δύναμη
και σκορπισμένο
σ’ εφτά λόφους απάνω
-σα μια σπασμένη


πορσελάνη στον ήλιο.

Για το τέλος, μια περιήγηση στη Νότια Αφρική. Η Νότια Αφρική γνώρισε την συντριπτική καταπίεση του απαρτχάιντ. Πολλά τραγούδια που κυκλοφορούσαν στη γλώσσα αφρικάανς, ένα ιδίωμα με ολλανδικές ρίζες, μιλούσαν γι’ αυτή την αφόρητη κατάσταση:

Η ΚΛΟΥΒΑ

Φτάνει το μεγάλο
όχημα. Σ’ όλη
τη χώρα το λένε
Κλούβα. Να το
το μεγάλο όχημα·
η Kλούβα:

-Έχεις φύλλο αδείας;
-Πλήρωσες τους φόρους σου;
-Που είναι το χαρτί σου;


ΠΑΤΡΙΔΑ, ΣΕ ΘΡΗΝΟΥΜΕ !

Βγάλε το καπέλο σου!
Σε ποια φυλή
ανήκεις; Αρχηγό
ποιον έχεις; O πατέρας σου
ποιος είναι; Πού
πληρώνεις φόρους;
Από ποιο ποτάμι πίνεις;

-Πατρίδα σε θρηνούμε!


Απόστολος Σπυράκης



Πηγές : Αθαν. Β. Νταουσάνης, Η ποίηση της μαύρης Αφρικής, εκδόσεις Ροές.
             Σωκράτης Σκαρτσής, Αφρικανικά τραγούδια, εκδόσεις Καστανιώτη.

Σημ.: Διαβάστε περισσότερα για την ποίηση της Νότιας Αφρικής σε παλαιότερο άρθρο εδώ.