Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

"Ωροσκόπια νεκρών" του Ντίνου Σιώτη


Όλη μου τη ζωή
ψάχνοντας για το παγόβουνο έχασα την κορυφή του
(«Φεύγω»)

Με έναν παράδοξο τίτλο κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Ντίνου Σιώτη. Παράδοξος ο τίτλος, όχι όμως και τα ποιήματα που περιέχει το βιβλίο: ανατρεπτικά όπως και στις προηγούμενες συλλογές του, περιπαικτικά, γραμμένα με χιούμορ που συχνά-πυκνά μετατρέπεται αδίστακτα σε μαύρο, ενίοτε τρυφερά, συγκαλύπτουν την πεποίθηση του ποιητή περί της ματαιότητας που συνιστά η αναμέτρηση του ανθρώπου με τον χρόνο, προσπαθώντας να αποδομήσουν και να διασκεδάσουν το ταμπού του θανάτου.

Τι χρησιμότητα έχουν τα ωροσκόπια για τους νεκρούς; Ασφαλώς καμία. Τα ωροσκόπια είναι ένα εύρημα ή αλλιώς άμμος που προσπαθεί να ρίξει ο ποιητής στα γρανάζια της μηχανής του μοντερνισμού, η οποία αλέθει την αρχαία σοφία σε σαχλαμάρα. Ταυτόχρονα, είναι μια αφορμή για να ανιχνευθούν οι αναλογίες ζωής και θανάτου. Κι επειδή τον θάνατο ούτε τον ξέρουμε ούτε μπορούμε να τον μάθουμε, αν δεν μας αγκαλιάσει, ένα τέτοιο εύρημα μπορεί να έχει μία μόνο κατάληξη: τον αναστοχασμό περί της ζωής.

Αφορμή λοιπόν οι τεθνεώντες για μια αξιολόγηση των ζώντων και των τρόπων τους. Για μια αξιολόγηση του κτιστού και των δομών του: ιδεολογικών, κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών («...αφήστε τις/ προσφορές των πολιτικών και κοιτάξτε τους/ στίχους των ποιητών [...] αφήστε το/ χρήμα να γδυθεί μπροστά σας αφήστε την/ τοκογλυφία να πιει τον ιδρώτα του εργάτη»). Το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στο τετελεσμένο και την ελπίδα – που είναι, φυσικά, φρούδα – την ίδια στιγμή που υφέρπει η υπόνοια ότι και οι ζωντανοί είναι πεθαμένοι: «...με κάθε κλειδί/ που χάνουμε βρίσκουμε μια καινούρια/ κλειδαριά στο πάτωμα των αναμνήσεων/ όπου άλλοι ζουν χωρίς να υπάρχουν κι/ άλλοι υπάρχουν χωρίς να ζουν» («Νοηματική»).

Όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο και όλα σχηματίζονται με σαφήνεια όσον αφορά την έλλειψή τους: συμπεράσματα δεν κατέστη ποτέ δυνατό να εξαχθούν, προβλήματα δεν έπαψαν να αναφύονται και οι πιθανότητες είναι πάντα κατακερματισμένες: «...σε όλα τα/ καζίνα της χώρας η συμφορά είναι δωρεάν» («Πρώτο ενικό») ή «τ’ αγκάθια αποτελείωσαν τον ήλιο που/ αναζητούσαμε τα νέα τείχη έγιναν ψηλά/ ντουβάρια και μας κλείνουν τη θέα» (Δίδυμοι ΙΙ).

Ρεαλισμός λοιπόν, αλλά και πεσιμιστική διάθεση («...έτσι/ κι αλλιώς ό,τι κι αν κάνουμε/ το παίρνει ο άνεμος και/ το φυγαδεύει μακριά»), η οποία διακόπτεται από την αρτιότητα των εικόνων που σχηματίζει ο ποιητής και που παρακινούν τον αναγνώστη σε λοξοδρομήσεις-χαραμάδες, στιγμιαίες αλλά ικανές να αφήσουν να περάσει το φως της ζωής: «...ακούγοντας το θόρυβο/ που κάνει το ξημέρωμα λίγο πριν/ περάσει τη σκυτάλη στην ημέρα» («Μουσική διάτρητη») ή «...η ασπράδα του φεγγαριού είναι η αυγή/ που αντανακλά το αδιάκοπο χάραμα» («Τούτη η νύχτα»).

Όλα αυτά γραμμένα με λόγο χειμαρρώδη, σε μια εναλλαγή στίχων και ιδεών που γίνεται απνευστί – ο στίχος παρασύρει τη σκέψη που μετασχηματίζεται σχεδόν κάτω απ’ τη μύτη του αναγνώστη· φταίνε γι’ αυτό η παρατακτική σύνδεση των προτάσεων και η απουσία στίξης που συχνά-πυκνά παράγουν ένα αποτέλεσμα το οποίο θυμίζει κατάλογο: «να χτίσω ένα σπίτι στο αέρα ν’ ανέβω/ μια σκάλα για το βυθό της θάλασσας να/ σκάψω ένα ορυχείο να βρω τη μάσκα των/ κολασμένων εποχών να γράψω ανείπωτα/ ποιήματα και μετά να τα ξεκοιλιάσω να/ ράψω στόματα να μπαλώσω σαμπρέλες» («Να»).

Η υποδόρια ειρωνεία (βλ. π.χ. τον «Αιγόκερω»: «Άντε πέθανε επιτέλους/ σου ‘χω ετοιμάσει ένα κέρατο-επικήδειο μούρλια») που μετατρέπεται ενίοτε σε αυτο-ειρωνεία και η υποδόρια τρυφερότητα δημιουργούν ένα δίδυμο που χαρακτηρίζει από κάθε άποψη τη συλλογή: «πάντοτε ανοίκειο το πάντα όταν το προφέρουν/ χείλη γυμνά που υπόσχονται αιώνια αγάπη ή/ παντοτινή φιλία ή ότι θα δαμάσουν το χρόνο» («Είναι πάντα»). Τελεία θα μπει μόνο όταν θα έχουν τελειώσει όλα. Μοιάζει όμως σα να μην τελειώνουν ποτέ.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr. Διαβάστε και τη συνέντευξη που έχει δώσει ο Ντίνος Σιώτης στο στίγμαΛόγου, μία από τις σπάνιες που παραχωρεί.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου