Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Όταν το Ωραίο συνάντησε το Υψηλό: Οι «Ανάδοχοι καιροί» της Πηνελόπης Γιώσα


...βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και την αλλάξει.[1]


Μολονότι η συλλογή είναι του 2016 και συνήθως στο στίγμαΛόγου ασχολούμαστε με συλλογές του τρέχοντος έτους και του αμέσως προηγούμενου, ήταν αδύνατο να μη γράψει για τους Ανάδοχους καιρούς. Η συλλογή είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα ποίησης που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Κατ΄αρχάς, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η πληθωρικότητα των εννοιών, των λέξεων, των εικόνων και των (ανα)παραστάσεων. Ακόμη κι αν το θέμα της Γιώσα είναι ένα ταπεινό δέντρο, όπως η συκιά, η ποιήτρια επιστρατεύει υποδειγματική καλλιέπεια και με γενναιοδωρία σκορπά όμορφες εικόνες, όπως η ακόλουθη:
Έι εσύ συκιά,
Κυρά του περβολιού
Γεννοβολάς ετοιμόγεννα πουγκιά ηδυπάθειας
Μικρά χαρτζιλίκια του ελεήμονος Θεού
Να βαραίνουν λαθραία τις τσέπες των παιδιών
Τον Αύγουστο καβάλα στα ποδήλατα
Και να δοξάζουν τη γινωμένη νιότη.
(«Η συκιά»)

Ήλιοι, φυλλώματα, σκιές, βροχή, ο άνεμος, θάλασσες, πουλιά, λουλούδια –αυτά και πολλά ακόμη στοιχεία της φύσης και της καθημερινότητας χρησιμοποιούνται σαν σύμβολα στους στίχους της Γιώσα:
Έχει μια λύσσα απόψε ο άνεμος
Λες και μύρισε τη μοναξιά μου
Κι όρμησε στο κατόπι της.
(«Ψυχανέμισμα»)

Το όνειρο και οι μνήμες, καθώς και η μελαγχολία δίνουν πολλές φορές τον τόνο στη συλλογή, η οποία επισκέπτεται πρόσωπα της μυθολογίας («Ο Πολύφημος»), αλλά και της Βίβλου («Σημεία των καιρών) και των παραμυθιών («Θα σου πω ένα παραμύθι»). Κάποιες εικόνες επαναλαμβάνονται σταθερά και μία από αυτές είναι η εικόνα της φόδρας. Η φόδρα αναφέρεται συχνά-πυκνά στα ποιήματα, είναι αυτό που δεν φαίνεται, όμως υπάρχει για να δίνει όγκο και για να απομονώνει· πρόκειται για ένα κομμάτι ύφασμα που συγκρατεί το ρούχο και δημιουργεί πτυχώσεις, π.χ. μια τσέπη. Δυστυχώς, βέβαια, μερικές φορές η φόδρα είναι  τρύπια:
Κι είναι πάντα αυτά που δεν προλάβαμε
Απλήρωτο χρέος που εκκρεμεί
«μονέδα που έμεινε για χρόνια»[1]
Να βαραίνει την τρύπια φόδρα
Του λεπτοδείκτη χρόνου.
(«Αποχαιρετισμοί»)

Μια άλλη εικόνα είναι η φλέβα, ο αγωγός του αίματος που θέλει να ενωθεί με την ποίηση:
Αυτή τη μικρή φλέβα στα δεξιά του καρπού
Πώς να την πειθαρχήσω
Που έξαλλη τινάσσεται και χτυπά
Κάθε φορά που σμίγει με την πένα;
Απελπισμένα λαχταρά να κάνει έρωτα μαζί της
Να στάξουν μελάνι στο χαρτί
Να γεννηθεί η ποίηση
Ολάκερη η ύπαρξη πίσω απ’ τις λέξεις.

Πέρα όμως από αυτήν την πρώτη ανάγνωση, που αποφέρει απλόχερα την πληθωρικότητα, την καλλιέπεια και τη θαυμαστή εικονοποιΐα της συλλογής, στοιχεία τα οποία συντείνουν στην έννοια του Ωραίου, υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, που παραπέμπει στην έννοια του Υψηλού. Σκύβοντας κανείς πάνω από τα ποιήματα, ανακαλύπτει μια άλλη αγωνία. Είναι μια αγωνία μεταφυσική, που εμπλέκει την ψυχή. Από πού ήρθε η ψυχή και πού πηγαίνει; Τι είναι εκείνο που τη βαραίνει και, αντίστροφα, τι μπορεί να είναι εκείνο που την απελευθερώνει;

Η Βιβλική Αποκάλυψη επικρέμεται σαν σπάθη πάνω από τους στίχους, ενώ ο Θεός εικονίζεται ως δίκαιος τιμωρός και ταυτόχρονα ως Παράκλητος, σαν δύναμη ενεργητική και όχι σαν απλή παρουσία, ακόμη κι όταν η βεβαιότητα της αμαρτίας ρίχνει βαριά τη σκιά της στα ποιήματα… Το ποιητικό υποκείμενο αναγνωρίζει την ανθρώπινη, και άρα ευάλωτη και διαβλητή, διάστασή του, μα δεν την απαρνιέται, ίσα-ίσα:
Μια αρμαθιά πουλιά
Ξεκλειδώνουν τις θύρες του παραδείσου
[…] Κύριε, γιατί μας έδωσες τον ουρανό;
Όσο κι αν τεντώνομαι στις μύτες των ποδιών μου
Όσες κλίμακες κι αν ανεβώ
Πάντα εμμένω στη χθόνια φύση μου
Χους, νερό και φωτιά
[…] Την ομοίωση ακόμα προσδοκώ.
(«Εικόνα δειλινού»)

Το ποιητικό υποκείμενο, που αρκετές φορές μοιάζει να ταυτίζεται με την ποιήτρια, π.χ. στα ποιήματα που αναφέρονται στη γενέθλια πόλη («Γιάννινα»), μιλά συχνά αναιρώντας τον εαυτό του, εξίσου συχνά αναιρώντας και τους άλλους, σε μια κίνηση πλήρη ειρωνείας, όπως στα γειτονικά ποιήματα “Merry Christmas” και «Αμαρτωλές πολιτείες». Η υπονόμευση του εαυτού, που παράγεται με αυτόν τον τρόπο, αφηγείται την πορεία της ψυχής μέσα από στενά, δύσβατα μονοπάτια που θα έπρεπε να οδηγούν στον παράδεισο, αλλά μάλλον απομακρύνουν από αυτόν. Τελικά, η λύτρωση ίσως να μην έρθει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθεί το αγαπημένο μου ποίημα «Αυτός ο έρωτας»:

ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Αυτός ο έρωτας
Δε θα γνωρίσει ποτέ την Άνοιξη
Ζει μες στο Φθινόπωρο,
Κάτω από κουμπωμένα πανωφόρια
Και τραγιάσκες που καλύπτουν το μέτωπο.

Δε θα μάθει ποτέ πώς κοιμάσαι και πώς κοιμάμαι
Αν απλώνω τα κρύα μου πόδια τη νύχτα
Στα δικά σου
Αν μ’ αρέσει να πλαγιάζω ανάσκελα
Σε στάση προσοχής προς τον ουρανό
Προβάροντας την αιώνια ανάπαυση
Ή αν προτιμώ την ευάλωτη στάση εμβρύου
Γιατί κι οι δυο αρκούμαστε
Σ’ ένα γοργό συναπάντημα των χνώτων
Σε μια συνεύρεση επιπόλαια, βιαστική
Διασχίζοντας μονοπάτια κακότραχαλα κι επικίνδυνα
Αφήνοντας τις λεωφόρους να μένουν ορθάνοιχτες
Για τους ρομαντικούς και τους ονειροπόλους.








[1] Στίχοι από τον «Τελευταίο σταθμό» του Γιώργου Σεφέρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου