Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

«Κάιν» του λόρδου Βύρωνα

Τελικά, οι γιατροί όντως βοηθούν. Στη δική μου περίπτωση, ήταν ένας χειρουργός που μου σύστησε το συγκεκριμένο βιβλίο, όταν – κατακόκκινη από ντροπή, καθότι είμαι απόφοιτος αγγλικής φιλολογίας, τρομάρα μου – παραδέχτηκα ότι δεν ήξερα πως ο μεγάλος φιλέλληνας εκπρόσωπος του Ρομαντισμού είχε γράψει και θέατρο.

Προσωπικά, δεν γνωρίζω πολλά πράγματα για το θέατρο και, αν αποφάσισα να γράψω κάτι γι’ αυτό το βιβλίο, το έκανα επειδή μου έκανε τρομερή εντύπωση. Όπως είναι ίσως αναμενόμενο, το αντιμετωπίζω σαν κείμενο – αυτός είναι ο μόνος τρόπος άλλωστε με τον οποίο μπορώ να το προσεγγίσω.

Ο Κάιν, λοιπόν, ο οποίος στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει σε μετάφραση του Μίνω Βολανάκη, είναι ένα πραγματικά εκπληκτικό βιβλίο. Φυσικά, προσφέρει μια αντιθετική ανάγνωση στα γραφόμενα στη Βίβλο – κάποιοι μπορεί να μιλούσαν ακόμη και για στρέβλωσή τους. Και σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση σχετικά με τον γράμμα και το σύμβολο των εν τη Βίβλω εξιστορουμένων, αλλά δεν είναι εδώ ο χώρος για κάτι τέτοιο.

Ο Κάιν λοιπόν, τον οποίο έγραψε ο λόρδος Βύρωνας σε ηλικία μόλις τριάντα ετών, μέσα σε έξι πυρετώδεις εβδομάδες στη Ραβένα, το καλοκαίρι του 1821, ενώ περίμενε τα νέα της ελληνικής επανάστασης από την άλλη μεριά της Αδριατικής, πολλά χρόνια αυτοεξόριστος από την πατρίδα του και ήδη ο διασημότερος ποιητής στην Ευρώπη, σε αυτό το βιβλίο εκφράζει το ανήσυχο και ασυμβίβαστο πνεύμα του ανθρώπου που προσπαθεί να κατανοήσει τη συνθήκη στην οποία έχει γεννηθεί. Είναι, επομένως, ταυτόχρονα ευλογημένος και καταραμένος – μια κατάσταση στην οποία ίσως βρίσκουμε τον εαυτό μας οι περισσότεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι σήμερα. Απλώς είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι το βιβλίο γράφτηκε δύο αιώνες νωρίτερα – και από μόνο του ελπιδοφόρο για το περιεχόμενο της λέξης Άνθρωπος.

Πίσω στο βιβλίο, όμως, και από τον πρόλογο του Βάσου Γεωργά μαθαίνουμε ότι ο Κάιν γνώρισε από την πρώτη στιγμή τον πιο ενθουσιώδη έπαινο και τη χειρότερη κατακραυγή. Ο Γκαίτε, που μέχρι που γράφτηκε ο Κάιν αμφισβητούσε το ταλέντο του λόρδου Βύρωνα, ήταν απόλυτος: το έργο ήταν «πραγματικά υψηλό. Τόση ομορφιά δεν θα ξαναδούμε σ’ αυτόν τον κόσμο…». Όμως η αγγλικανική εκκλησία είχε άλλη γνώμη και η κατακραυγή εναντίον του Κάιν ήταν απίστευτη. Εκτός από λιγοστές οξυδερκείς κριτικές, ο Τύπος γέμισε από καταγγελίες και επικρίσεις. Όλα κατακρίθηκαν: η γλώσσα, οι χαρακτήρες, η στιχουργία, η σκοτεινιά, η απανθρωπιά και - κυρίως - η προδοσία της Βίβλου. Πολλοί μάλιστα ζήτησαν την απαγόρευση της κυκλοφορίας του βιβλίου. Η δικαιοσύνη, μην τολμώντας να φθάσει μέχρι εκεί, προχώρησε στην πιο παράξενη δικαστική απόφαση όλων των εποχών: όταν ο εκδότης του Κάιν, ο Μάρεϋ, έκανε αγωγή εναντίον κάποιας πειρατικής έκδοσης του βιβλίου, το δικαστήριο αποφάσισε ότι ένα τόσο βέβηλο έργο δεν άξιζε της προστασίας του νόμου και άφησε τους πειρατές ατιμώρητους, ανοίγοντας τον δρόμο και σε πολλούς άλλους. Με αυτόν τον τρόπο, επιτράπηκε να κυκλοφορήσουν δεκάδες ανεύθυνες και φθηνές εκδόσεις με πάμπολλες διαστρεβλώσεις του αυθεντικού ποιητικού έργου. Ταυτόχρονα όμως, συνέβη το αναπάντεχο: η απόφαση συνέβαλε στην εραιτέρω διάδοση του βιβλίου που ήθελε να τιμωρήσει!

Το τρίπρακτο έργο περιλαμβάνει αρχικά την έκθεση της κατάστασης των εξορίστων του Παραδείσου και τα τραγικά ερωτήματα που απασχολούν τον Κάιν:

Γιατί ο πατέρας μου δε στάθηκε ικανός
να κρατηθεί μέσα στον Παράδεισο;

Το δέντρο κάρπιζε – γιατί όχι και για κείνον;
Γιατί «έθαλλε Παραδείσιο»;
Και γιατί «στο κέντρο»;


Περιλαμβάνει ακόμη την πρώτη του επαφή με τον Εωσφόρο, ο οποίος φέρεται να ρωτά τον Κάιν:

Φύτεψα εγώ απαγορευμένη απόλαυση
δίπλα σε αθώους, που η ίδια τους η αγνότητα
τους έκανε ευάλωτους;

Εγώ σας ήθελα,
               ισόθεους.


Στη δεύτερη πράξη παρουσιάζεται το ταξίδι. Ο Εωσφόρος παίρνει τον Κάιν στα βάθη του γαλαξία, απ’ όπου μπορούν να ατενίσουν τη Γη - μια τόσο δα μικρή σφαίρα, μέσα σε έναν ωκεανό αστεριών:

Πώς γίνεται;
Ένας μικρός γαλάζιος κύκλος
μετέωρος στον απόμακρον αιθέρα;
Εκεί είναι ο Παράδεισός μου;
Πού είναι το περιτείχισμα;
Πού οι φύλακες;


Αναρωτιέται ο Κάιν, πλέοντας μέσα στην απεραντοσύνη. Η συζήτησή του με τον Εωσφόρο, λίγο παρακάτω, είναι αποκαλυπτική του ύφους του έργου:

ΕΩΣΦΟΡΟΣ: Δε ζητάς γνώση;

ΚΑΪΝ: Να μ’ οδηγήσει στη χαρά!

ΕΩΣΦΟΡΟΣ: Αν η αλήθεια είναι χαρά, σ’ οδήγησα.

ΚΑΪΝ: Τότε καλά του έκανε του πατέρα μου ο θεός
            που απαγόρεψε το Δέντρο!

ΕΩΣΦΟΡΟΣ: Και θα ‘κανε ακόμα πιο καλά να μην το φύτευε!


Σε όλη τη δεύτερη πράξη ο Κάιν εμφανίζεται επιφυλακτικός. Όμως η ήδη κλονισμένη του πίστη κλονίζεται περαιτέρω.

Στην τρίτη πράξη, ο αδελφός του Κάιν, ο Άβελ, τον προσκαλεί να κάνουν κοινή θυσία. Μανιασμένος ο Κάιν αποστρέφεται την πράξη και όσο τον πιέζει ο Άβελ («Μαζί κι οι δυο. Πρέπει!»), τόσο ωθείται εκτός εαυτού, ώσπου, σε μια στιγμή παροξυσμού, τον σκοτώνει.

Ακολουθεί η αποπομπή του Κάιν και της αδερφής-συζύγου του, Άντας, από το σημείο όπου ζουν οι υπόλοιποι (ο Αδάμ, η Εύα και η αδερφή-σύζυγος του Άβελ, Ζίλλα) στην έρημο και ο στιγματισμός του από τον θεό.

Το θεατρικό τελειώνει με τον διάλογο ανάμεσα στην Άντα και τον Κάιν:

ΑΝΤΑ: Ξεκινάμε.
            Εκείνος [ο Άβελ] έφτασε στη γαλήνη του θεού.

ΚΑΪΝ: Εκείνος.
                         Ναι.
                                Όμως εγώ;
                                                  Εγώ;


Εμείς; Κανείς δεν ξέρει.

Λίγο πριν το τέλος, ας θυμηθούμε ένα ξέφτι του Κάιν που μπορεί κανείς να βρει στον Ντέμιαν του Έρμαν Έσσε (εκδόσεις Νεφέλη, μτφρ: Κ. Προκοπίου). Μιλάει ο Ντέμιαν: «Ο Κάιν ήταν ένας άνθρωπος που στο πρόσωπό του φανέρωνε τέτοιες σκέψεις που τρόμαζαν τους άλλους. Αυτός και οι απόγονοί του δημιουργούσαν μια ξεχωριστή εντύπωση και συνάμα κανείς δεν τολμούσε να τους αγγίξει. Ίσως, ή μάλλον είναι βέβαιο, δεν υπήρχε κανένα τέτοιο σημάδι στο μέτωπο του Κάιν σαν σφραγίδα. [...]

Η ιστορία οπωσδήποτε είναι αληθινή. Ο δυνατός σκότωσε έναν αδύνατο. Τώρα, αν ο αδύνατος ήταν αδελφός του, εδώ μπορούμε να αμφιβάλλουμε. Εντούτοις η λεπτομέρεια αυτή δεν είναι σπουδαία, γιατί τελικά όλοι είμαστε αδέλφια. Έτσι λοιπόν ένας δυνατός σκότωσε έναν αδύνατο. Ίσως να ήταν μια ηρωική πράξη, ίσως όχι. Οι αδύνατοι όμως φοβήθηκαν και άρχισαν τα παράπονα και τις διαμαρτυρίες. Όταν κανείς τους ρωτούσε, γιατί δεν τιμωρούσαν τον Κάιν, τότε δεν απαντούσαν πως ήταν δειλοί, αλλά πως δεν μπορούσαν να το πράξουν, γιατί ο Θεός τον προστατεύει με το σημάδι».

Και, για το τέλος, το συναφές χωρίο της Αγίας Γραφής: «Και είπεν ο Κάιν προς τον Άβελ τον αδελφόν αυτού, Ας υπάγωμεν εις την πεδιάδαν. Και ενώ ήσαν εν τη πεδιάδι, σηκωθείς ο Κάιν κατά του αδελφού αυτού Άβελ εφόνευσεν αυτόν. [...] Και είπεν ο Θεός, Τι έκαμες; Η φωνή του αίματος του αδελφού σου βοά προς εμέ εκ της γης. Και τώρα επικατάρατος να ήσαι από της γης, ήτις άνοιξε το στόμα αυτής διά να δεχθή το αίμα του αδελφού σου εκ της χειρός σου. [...] Και είπεν ο Κάιν προς τον Κύριον, Η αμαρτία μου είναι μεγαλητέρα παρ' ώστε να συγχωρεθή. Ιδού, με διώκεις σήμερον από προσώπου της γης, και από του προσώπου σου θέλω κρυφθή, και θέλω είσθαι πλανήτης και φυγάς επί της γης. Και πας όστις με εύρη, θέλει με φονεύσει. Είπε δε προς αυτόν ο Κύριος, Διά τούτο, πας όστις φονεύση τον Κάιν, επταπλασίως θέλει τιμωρηθή. Και έβαλεν ο Κύριος σημείον εις τον Κάιν, διά να μη φονεύση αυτόν πας όστις εύρη αυτόν». (Γένεσις, κεφ. Δ, 8-15).

Η αλήθεια ανέκαθεν ήταν πολύ φευγαλέα υπόθεση.

Χριστίνα Λιναρδάκη




2 σχόλια:

  1. Πολλοί οι κρυμμένοι θησαυροί που υπάρχουν Σε ευχαριστώ που μοιράστηκες αυτόν και μαζί μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να είστε καλά, κ. Μετήλλια. Κι εσείς μοιράζεστε πολλούς μαζί μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή