Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Έξι ποιήματα του Robert M. Drake

Άλλος ένας ποιητής που ξεκίνησε γράφοντας στίχους στο Instagram (όπως η Rupi Kaur), ο Robert M. Drake, κατά κόσμον Robert Macias, φιγουράρει στα Instagram feeds δημοσιοτήτων όπως η Kim Kardashian, δίνοντας ευθύς εξαρχής μια καλή ιδέα για την ποιότητα της ποίησής του που διαρκώς αναμασά τα ίδια θέματα: ερωτική σχέση, θάνατος, μοναξιά. Με 1,8 εκατ. followers στο Instagram, περισσότερους από 20.000 στο Twitter και πάνω από 145.500 στη σελίδα του στο Facebook, o R.M. Drake (που κυκλοφορεί σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως “rmdrk”) κατάφερε να εκτοξεύσει το βιβλίο του Beautiful Chaos στην 7η θέση των ποιητικών συλλογών του Amazon.com, δίπλα δηλαδή στα βιβλιά του Edgar Allan Poe και της Sylvia Plath!

Ο Drake έχει εκδώσει μέχρι στιγμής έξι ποιητικές συλλογές, όλες εντός του 2016 και του 2017 και όλες αυτοεκδόσεις. Ο ίδιος πιστεύει ότι η επιτυχία του οφείλεται στο ότι η ποίησή του είναι -όπως λέει- βαθιά προσωπική και αυτοθεραπευτική. Όπως έγραψε ένας fan του στο Amazon: «είναι σα να διαβάζεις δικές σου ερωτήσεις και σκέψεις δυνατά. Μου αρέσει ο ανοικτός, μη χειριστικός τρόπος γραφής του, όπως και οι σκοτεινές και άγριες γωνιές σε μερικά ποιήματά του». «Κριτικές» τέτοιου είδους για τον R.M. Drake θα μπορέσετε να βρείτε και στο Youtube, από κοριτσόπουλα που (επειδή βαριούνται να γράψουν δυο γραμμές ή απλώς ακολουθούν τη μόδα των νέων) έχουν γυρίσει βίντεο στα οποία λένε τι ωραία που είναι τα ποιήματά του και τίποτε άλλο (το πιθανότερο είναι ότι δεν ξέρουν τι άλλο να πουν, υποψιάζομαι δε ότι στο μάθημα της λογοτεχνίας έχουν κάτω από τη βάση).

Ιδού ορισμένα από τα καλύτερα ποιήματά του που αλίευσα από τη συγκεκριμένη συλλογή:

Look Deeper

Look deeper through
the telescope
and
do not be afraid when the stars
collide toward the darkness,
because sometimes,
the most beautiful things
begin in chaos.

Crash and burn.
Let it all fuse into one.

Let it all collide
the way two  people exchange
eyes
when they meet for the
very first time.


Κοίτα βαθύτερα

Κοίτα βαθύτερα μέσα από
Το τηλεσκόπιο
Και
Μη φοβάσαι όταν τ’ αστέρια
Συγκρούονται με το σκοτάδι,
Γιατί μερικές φορές,
Τα πιο όμορφα πράγματα
Ξεκινούν απ’ το χάος.

Σύγκρουση και καύση.
Άσ’τα όλα να γίνουν ένα.

Άσ’τα όλα να συγκρουστούν
Έτσι όπως δυο άνθρωποι ανταλλάσσουν
Ματιές
Όταν συναντούνται για
Πρώτη φορά.

*

God in You

Dear God,

I am not like you.
I am weak, my bones are brittle,
my heart is filled with darkness
and at times my demons crawl
out from the walls you built.

I am just an extension of you,
of all that you are...
but what would it be like
to  become a wave in an ocean of
you.

I am lost in your shine
and I drown in your touch.

Dear God,

So maybe I have ignored you
lately,
but this is me reminding you
that I, too, suffer
and I, too, seek
the  beauty in humanity.

So hear me, you are not alone.


Ο Θεός μέσα σου

Αγαπητέ Θεέ,

Δεν είμαι σαν εσένα.
Είμαι ασθενής, τα οστά μου είναι εύθραυστα,
Η καρδιά μου είναι γεμάτη σκοτάδι
Και μερικές φορές οι δαίμονές μου έρπουν
Έξω από τους τοίχους που έκτισες.

Είμαι απλώς μια προέκταση δική σου,
Όλων αυτών που είσαι...
Όμως πώς θα ήταν άραγε
Να γινόμουν κύμα σε έναν ωκεανό
Από σένα.

Χάνομαι στη λάμψη σου
Και πνίγομαι στο άγγιγμά σου.

Αγαπητέ Θεέ,

Ίσως λοιπόν σε αγνόησα
Τελευταία,
Όμως να που τώρα σου θυμίζω
Πως κι εγώ, επίσης, υποφέρω
Κι εγώ, επίσης, αναζητώ
Την ομορφιά στο ανθρώπινο είδος.

Άκου με λοιπόν, δεν είσαι μόνος.

*

Little Note: 13

We are like
astronauts:

Dreaming on the moon.
Telescoping the stars.
Exploring the skies,
and searching for the
moments
that take our
breath away.


Μικρή σημείωση: 13

Είμαστε όπως
Οι αστροναύτες:

Ονειρευόμαστε τη σελήνη.
Κοιτάμε με το τηλεσκόπιο τ’ αστέρια.
Εξερευνούμε τους ουρανούς,
Και ψάχνουμε τις
Στιγμές
Που μας κόβουν
Την ανάσα.

*

Dear You

Every gust of wind
carries your voice.
Every sunrise radiates the warmth
derailing from your smile.
Every ocean reflects the shades
seasoning from your eyes,
and during the night I can see everything
you have ever wanted me to see.

Every star exhales your favorite stories,
wrapped in a fabric of dreams.

Your dreams.

Every mountain, summit top and meadow
reminds me of your scripting skin.
And I know you, too, are broken,
and every living creature that
breathes your voice, feels your smile,
vessels in your eyes,
runs through your skin
and looks up at the sky to understand
your story,
has a little piece of you inside them
to call their own.


Αγαπητέ Εσύ

Κάθε ριπή αέρα
Κουβαλά τη φωνή σου.
Κάθε αυγή ακτινοβολεί τη ζεστασιά
Που εκτροχιάζεται από τις ράγες του χαμογέλου σου.
Κάθε ωκεανός αντανακλά τις αποχρώσεις
Που σαν εποχές αναδύονται απ’ τα μάτια σου,
Και στη διάρκεια της νύχτας μπορώ να δω όλα
Όσα θέλησες ποτέ να δω.

Κάθε αστέρι εκπνέει τις αγαπημένες σου ιστορίες,
Τυλιγμένες στο ύφασμα των ονείρων.

Των ονείρων σου.

Κάθε βουνό, κορυφή και κοιλάδα
Μου θυμίζει το σαν κείμενο δέρμα σου.
Και ξέρω πως, κι εσύ, είσαι ραγισμένος,
Και κάθε ζωντανό ον που
Αναπνέει τη φωνή σου, νιώθει το χαμόγελό σου,
Αγκυροβολεί στα μάτια σου,
Διαπερνά το δέρμα σου
Και κοιτάζει ψηλά στον ουρανό για να καταλάβει
Την ιστορία σου,
Έχει ένα μικρό κομμάτι δικό σου μέσα του
Που το λέει δικό του.

*

Science And Chemistry

We are
93 million miles
from the sun.
238 thousand miles
from the moon.
A moment
from finding magic,
and one kiss away
from reaching our dreams.


Φυσική και χημεία

Βρισκόμαστε
93 εκατομμύρια μίλια
Από τον ήλιο.
238 χιλιάδες μίλια
Από τη σελήνη.
Μια στιγμή
Από το να βρούμε τη μαγεία,
Και μόλις ένα φιλί μακριά
Από το να πραγματοποιήσουμε
Τα όνειρά μας.

*

In The Eyes

One day
you will make
peace
with your
demons,
and the chaos
in your heart
will
settle flat.

And
maybe
for the first time
in your life...

Life will smile
right back at you
and
welcome
you home.

Κατάματα

Μια μέρα
Θα κάνεις
Ειρήνη
Με τους
Δαίμονές σου,
Και το χάος
Στην καρδιά σου
Θα
Κατακαθίσει.

Και
Ίσως
Για πρώτη φορά
Στη ζωή σου...

Η ζωή θα σου επιστρέψει
Το χαμόγελο
Και
Θα σε καλωσορίσει
Εκεί που ανήκεις.

Robert M. Drake
Σχόλιο-Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη 


Σημείωση: Οι μεταφράσεις πρωτοδημοσιεύθηκαν στο τεύχος 41 του vakxikon.gr.


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η κριτική των κριτικών

Σε κάποιο σημείο του μνημειώδους θεατρικού έργου του Σάμουελ Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό, οι δυο κεντρικοί ήρωες, ο Εστραγκόν και ο Βλαδίμηρος, αρχίζουν να βρίζονται. Μετά από μερικές βρισιές εκατέρωθεν, ο Εστραγκόν αποκαλεί τον Βλαδίμηρο «κριτικό λογοτεχνίας»! Ο Βλαδίμηρος λέει: «Ωωχ!», κατεβάζει τα αυτιά και γυρίζει από την άλλη μεριά ηττημένος.1 Ο χαρακτηρισμός του από τον Εστραγκόν δεν εκλαμβάνεται ως μια απλή βρισιά, αλλά ως η πιο δυνατή προσβολή, που κάνει τον αντίπαλο να μην έχει κάτι να του αντιτάξει.

Πιθανότατα ο Μπέκετ να είχε αντιμετωπιστεί και ο ίδιος από κριτικούς που να έθαβαν το έργο του ή, στην καλύτερη περίπτωση, το αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό, γιατί εκείνη την εποχή οι κριτικοί λογοτεχνίας είχαν τη δυνατότητα να στρέψουν το αναγνωστικό κοινό μακριά από ένα έργο, που δεν τους άρεσε, τους ξένιζε ή τους φαινόταν διαφορετικό από τις νόρμες της εποχής. Όμως, μέχρι και οι πιο γνωστοί κριτικοί λογοτεχνίας έκαναν λάθη, με την ιστορία να δικαιώνει τελικά έργα, τα οποία εκείνοι είχαν απαξιώσει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απαξιωτική γνώμη του Κωστή Παλαμά για την ποίηση του Καβάφη: «Μα για ποιητής;… Δεν ξέρω, ίσως να κάμνω λάθος… Μάλλον για ρεπορτάζ μοιάζουν τα γραφτά του, λες και φροντίζει να μας δώσει ρεπορτάζ από τους αιώνες! […] Είναι μερικά από τα σημειώματά του αυτά που παν να μοιάσουν σκίτσα ιδεών, που πρόκειται να γίνουν καλά τραγούδια. Μα που ο εργάτης των τ’ αφήνει μόνο σε σχέδια» και αλλού: «Φτάνω στο συμπέρασμα: Τα έργα του Καβάφη, στίχος, γλώσσα, έκφραση, μορφή και ουσία, μου φαίνονται σα σημειώματα που δεν μπορούν ή που δεν καταδέχονται να γίνουν ποιήματα».2 Για την ποίηση του Καβάφη εκφράστηκαν και άλλοι με παρόμοιο τρόπο, όπως ο Τίμος Μαλάνος, που την χαρακτήρισε ως «έργο εγκεφαλικό»3 και ο Τέλλος Άγρας, που χαρακτηρίζει όλους του πολυσύλλαβους στίχους του Καβάφη κακούς.4

Απαξιωτική ήταν η στάση των κριτικών λογοτεχνίας και για τον Καρυωτάκη και αυτή στάθηκε μια από τις πολλές αιτίες, για την απόφασή του να αυτοκτονήσει. Πού καταλήγουμε; Σήμερα ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης διαβάζονται περισσότερο από τον Άγρα και τον Παλαμά.

Στις μέρες μας, οι κριτικοί λογοτεχνίας χωρίζονται σε δύο κύριες κατηγορίες.

Η πρώτη κατηγορία είναι οι αναγνωρισμένοι κριτικοί λογοτεχνίας, που γράφουν σε πολυδιαφημισμένα έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα και προσπαθούν να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη υπέρ ενός λογοτεχνικού έργου. Δεν κάνουν κριτική, αλλά παρουσίαση. Δεν βρίσκουν ποτέ ψεγάδια σε ό,τι κρίνουν. Όμως, αν ένα έργο δεν θέλουν να το διαφημίσουν δεν το αναφέρουν. Πολύ απλά οι αναγνωρισμένοι κριτικοί λογοτεχνίας αγνοούν ό,τι θα απαξίωναν οι παλιότεροι.

Η δεύτερη κατηγορία είναι φίλοι λογοτεχνών, που γράφουν για τον κύκλο τους, για την παρέα τους και συνήθως διαβάζονται από έναν πολύ κλειστό περίγυρο και περιορίζονται στο να αυτοθαυμάζονται. Το διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα ενός μεγαλύτερου ανοίγματος, όμως και πάλι οι κριτικές διαβάζονται από ελάχιστους διαδικτυακούς φίλους, που θα έχουν τον χρόνο και τη διάθεση να τις διαβάσουν. Γι’ αυτούς τους λόγους η εν λόγω κατηγορία είναι εντελώς ανώδυνη. Δεν κάνει κακό σε κανέναν, γιατί δεν καθιερώνει λογοτέχνες, όπως η πρώτη κατηγορία.

Υπάρχουν και λίγοι κριτικοί λογοτεχνίας, που επιμένουν, όταν γράφουν για ένα βιβλίο να αναφέρονται, τόσο στις αρετές, όσο και στα ελαττώματα του έργου. Αν δεν τους αρέσει κάτι, θα το πουν, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο λεκτικών επιθέσεων από τους λογοτέχνες και το κοινό τους.

Κανένας, όμως, από τους κριτικούς λογοτεχνίας δεν μπορεί να καταστήσει διαχρονικό ένα λογοτεχνικό έργο. Τους πραγματικά σπουδαίους λογοτέχνες, τους δικαιώνει η ιστορία. Όπως, φτάσαμε τόσα πολλά χρόνια από το θάνατο του Καβάφη να τον διαβάζουμε και να τον θαυμάζουμε ακόμα και σήμερα, έτσι και μετά από άλλα τόσα χρόνια μπορεί να μνημονεύουμε έναν λογοτέχνη του καιρού μας, που οι αναγνωρισμένοι κριτικοί λογοτεχνίας της εποχής μας, είτε τον απαξίωσαν, είτε τον αγνόησαν.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος



1) Σάμουελ Μπέκετ: «Περιμένοντας τον Γκοντό», μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδόσεις: «Ύψιλον», σελ. 84.
2) Επτά μελετήματα για τον Καβάφη, εκδόσεις: Μανδραγόρας», σχόλιο των Βασιλικής Κύρκου, Γεώργιου Στεφανίδη: «Η αρνητική κριτική στον Καβάφη», σελ. 108.
3) Ό.π., 109.
4) Ό.π., 109.


      
      


Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

«Τουριστικός οδηγός» του Κωστή Παπακόγκου


Ο Τουριστικός οδηγός του Κωστή Παπακόγκου κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1970 στα σουηδικά από τις εκδόσεις Τετράδια του Ρήγα, που συστάθηκαν από τον καθηγητή νεοελληνικών σε σουηδικά πανεπιστήμια Αντώνη Μυστακίδη (1908-1989), με στόχο την αντίσταση στη δικτατορία του 1967. Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής, η οποία γράφτηκε για τον ίδιο ακριβώς σκοπό. είχαν πρωτοδημοσιευθεί στον σουηδικό και λοιπό σκανδιναβικό Τύπο. Η συλλογή κυκλοφορεί τώρα μεταφρασμένη στα ελληνικά και με κάποια ποιήματα αναθεωρημένα.

Ο Τουριστικός οδηγός είναι απολύτως ενδεικτικός της προσπάθειας των Ελλήνων του εξωτερικού να κρατήσουν ζωντανό το αντιδικτατορικό κίνημα στην Ευρώπη. Οι κινητοποιήσεις για το τουριστικό μποϊκοτάζ της Ελλάδας λόγω του δικτατορικού καθεστώτος της εποχής ήταν ένα από τα πιο δραστικά όπλα τους – και εξηγεί και τον τίτλο της συλλογής.

Σε αντίθεση με άλλες συλλογές του ποιητή, όπως π.χ. Η έβδομη λιαχτίδα,  ο Τουριστικός οδηγός χαρακτηρίζεται από αξιοσημείωτη συνοχή – γεγονός που εξασφαλίζεται από το θέμα. Ωστόσο, ο Παπακόγκος είναι ούτως ή άλλως μαχητικός και η ποίησή του στρατευμένη. Η σοσιαλιστική αντίληψη είναι η κόκκινη κλωστή που διαπερνά ολόκληρο το έργο του, όπως γράφει για εκείνον ο Σουηδός κριτικός Τσελ Βερν.

Στους στίχους του Παπακόγκου σε αυτήν τη συλλογή συναντάμε στρατιώτες, απεργούς, ανέργους, φοιτητές. Όλοι ονειρεύονται την ελευθερία και όλοι πολεμούν γι’ αυτήν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Η Ελλάδα είναι ο τόπος της μάχης και το έπαθλό τους· η Αθήνα, η Πίνδος, η Γιούρα, όλα εκείνα τα μέρη όπου κρίνεται το διακύβευμα του αποτελέσματος.

Όσο όμως κι αν πασκίζουνε
Πάνω μας να βιδώσουν
Ένα κρανίο πλαστικό
‘μεις απαντάμε με το αίμα μας
Στους δρόμους της Αθήνας:
Ο φασισμός δεν θα περάσει!

Σ’ αυτούς τους δρόμους άλλοτε
Γυρίζαμε
Μ’ ένα κλαδί ελιάς στα χείλια
Και η νύχτα ήταν στις πλάτες μας
Ένα τσουβάλι μ’ όνειρα

[…] Η Ελλάδα
Γυρίζει αποκεφαλισμένη
Πανάρχαιο φάντασμα ιερό
Στις πολιτείες του κόσμου
Χτυπάει τις πόρτες σας –
Ανοίχτε!

[…] τώρα που ο Παρθενώνας έσφιξε
Τα δόντια καρτερώντας
Την κάθαρση της αστραπής…

(σπαράγματα από το ποίημα «Ένας λαός αποκεφαλισμένος»)

Εντύπωση προκαλεί το πάθος και η σφοδρότητα με την οποία διατυπώνεται ο λόγος του ποιητή. Βέβαια, η συλλογή πρωτογράφτηκε 48 χρόνια πριν και ο ίδιος τότε ήταν νέος και αποφασισμένος. 
Πέρα απ' αυτό, ο Παπακόγκος γράφει καλά. Η ποίησή του του είναι στρωτή, έχει ποιητικότητα, ρυθμό, καλλιέπεια: «Στη μάχη τραγουδάμε/ κάτι πρωτόγονους ρυθμούς/ σαν χλιμιντρίσματα ριπών». Στο ποίημα «Είκοσι χρόνια κάτω απ’ τη βροχή» διαβάζουμε:

Κι όταν πάνω απ’ τους ουρανούς αφήσαν
Ραγδαία μια βροχή από σφαίρες
Κι άρπαξε η θύελλα στην ορμή της
Σα φύλλα τους συντρόφους μας –

Το δέντρο απέμεινε γυμνό
Χέρι τρεμάμενο ζητιάνου
Στραμμένο στους λαούς του κόσμου

[…] Μόνο τα βράχια ψήλωσαν απότομα
Και φέγγουν σαν χαυλιόδοντες απάνω
Απ’ τα λιβάδια που διαβαίνουν τα βουβά
Δαμάλια της ομίχλης.

[…] Στ’ ανταριασμένα διάσελα της Πίνδου
Το φεγγάρι είν’ ανοιχτή πληγή
Λαδοκάντηλο που αργοκαίει τις νύχτες

Πέρα από την ποιητική αξία, η έκδοση της συγκεκριμένης συλλογής ικανοποιεί το αίτημα της συμπερίληψης στο σώμα της νεοελληνικής ποίησης ποιημάτων που αποτελούν ιστορικά τεκμήρια. Άλλωστε, ο Ταξιδιωτικός οδηγός είναι διαχρονικός: θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα για την Ελλάδα της κρίσης. Το είδος των προβλημάτων μόνο άλλαξε, ο πολύπαθος τόπος παραμένει δυστυχώς ο ίδιος.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Όταν το Ωραίο συνάντησε το Υψηλό: Οι «Ανάδοχοι καιροί» της Πηνελόπης Γιώσα


...βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και την αλλάξει.[1]


Μολονότι η συλλογή είναι του 2016 και συνήθως στο στίγμαΛόγου ασχολούμαστε με συλλογές του τρέχοντος έτους και του αμέσως προηγούμενου, ήταν αδύνατο να μη γράψει για τους Ανάδοχους καιρούς. Η συλλογή είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα ποίησης που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Κατ΄αρχάς, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η πληθωρικότητα των εννοιών, των λέξεων, των εικόνων και των (ανα)παραστάσεων. Ακόμη κι αν το θέμα της Γιώσα είναι ένα ταπεινό δέντρο, όπως η συκιά, η ποιήτρια επιστρατεύει υποδειγματική καλλιέπεια και με γενναιοδωρία σκορπά όμορφες εικόνες, όπως η ακόλουθη:
Έι εσύ συκιά,
Κυρά του περβολιού
Γεννοβολάς ετοιμόγεννα πουγκιά ηδυπάθειας
Μικρά χαρτζιλίκια του ελεήμονος Θεού
Να βαραίνουν λαθραία τις τσέπες των παιδιών
Τον Αύγουστο καβάλα στα ποδήλατα
Και να δοξάζουν τη γινωμένη νιότη.
(«Η συκιά»)

Ήλιοι, φυλλώματα, σκιές, βροχή, ο άνεμος, θάλασσες, πουλιά, λουλούδια –αυτά και πολλά ακόμη στοιχεία της φύσης και της καθημερινότητας χρησιμοποιούνται σαν σύμβολα στους στίχους της Γιώσα:
Έχει μια λύσσα απόψε ο άνεμος
Λες και μύρισε τη μοναξιά μου
Κι όρμησε στο κατόπι της.
(«Ψυχανέμισμα»)

Το όνειρο και οι μνήμες, καθώς και η μελαγχολία δίνουν πολλές φορές τον τόνο στη συλλογή, η οποία επισκέπτεται πρόσωπα της μυθολογίας («Ο Πολύφημος»), αλλά και της Βίβλου («Σημεία των καιρών) και των παραμυθιών («Θα σου πω ένα παραμύθι»). Κάποιες εικόνες επαναλαμβάνονται σταθερά και μία από αυτές είναι η εικόνα της φόδρας. Η φόδρα αναφέρεται συχνά-πυκνά στα ποιήματα, είναι αυτό που δεν φαίνεται, όμως υπάρχει για να δίνει όγκο και για να απομονώνει· πρόκειται για ένα κομμάτι ύφασμα που συγκρατεί το ρούχο και δημιουργεί πτυχώσεις, π.χ. μια τσέπη. Δυστυχώς, βέβαια, μερικές φορές η φόδρα είναι  τρύπια:
Κι είναι πάντα αυτά που δεν προλάβαμε
Απλήρωτο χρέος που εκκρεμεί
«μονέδα που έμεινε για χρόνια»[1]
Να βαραίνει την τρύπια φόδρα
Του λεπτοδείκτη χρόνου.
(«Αποχαιρετισμοί»)

Μια άλλη εικόνα είναι η φλέβα, ο αγωγός του αίματος που θέλει να ενωθεί με την ποίηση:
Αυτή τη μικρή φλέβα στα δεξιά του καρπού
Πώς να την πειθαρχήσω
Που έξαλλη τινάσσεται και χτυπά
Κάθε φορά που σμίγει με την πένα;
Απελπισμένα λαχταρά να κάνει έρωτα μαζί της
Να στάξουν μελάνι στο χαρτί
Να γεννηθεί η ποίηση
Ολάκερη η ύπαρξη πίσω απ’ τις λέξεις.

Πέρα όμως από αυτήν την πρώτη ανάγνωση, που αποφέρει απλόχερα την πληθωρικότητα, την καλλιέπεια και τη θαυμαστή εικονοποιΐα της συλλογής, στοιχεία τα οποία συντείνουν στην έννοια του Ωραίου, υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, που παραπέμπει στην έννοια του Υψηλού. Σκύβοντας κανείς πάνω από τα ποιήματα, ανακαλύπτει μια άλλη αγωνία. Είναι μια αγωνία μεταφυσική, που εμπλέκει την ψυχή. Από πού ήρθε η ψυχή και πού πηγαίνει; Τι είναι εκείνο που τη βαραίνει και, αντίστροφα, τι μπορεί να είναι εκείνο που την απελευθερώνει;

Η Βιβλική Αποκάλυψη επικρέμεται σαν σπάθη πάνω από τους στίχους, ενώ ο Θεός εικονίζεται ως δίκαιος τιμωρός και ταυτόχρονα ως Παράκλητος, σαν δύναμη ενεργητική και όχι σαν απλή παρουσία, ακόμη κι όταν η βεβαιότητα της αμαρτίας ρίχνει βαριά τη σκιά της στα ποιήματα… Το ποιητικό υποκείμενο αναγνωρίζει την ανθρώπινη, και άρα ευάλωτη και διαβλητή, διάστασή του, μα δεν την απαρνιέται, ίσα-ίσα:
Μια αρμαθιά πουλιά
Ξεκλειδώνουν τις θύρες του παραδείσου
[…] Κύριε, γιατί μας έδωσες τον ουρανό;
Όσο κι αν τεντώνομαι στις μύτες των ποδιών μου
Όσες κλίμακες κι αν ανεβώ
Πάντα εμμένω στη χθόνια φύση μου
Χους, νερό και φωτιά
[…] Την ομοίωση ακόμα προσδοκώ.
(«Εικόνα δειλινού»)

Το ποιητικό υποκείμενο, που αρκετές φορές μοιάζει να ταυτίζεται με την ποιήτρια, π.χ. στα ποιήματα που αναφέρονται στη γενέθλια πόλη («Γιάννινα»), μιλά συχνά αναιρώντας τον εαυτό του, εξίσου συχνά αναιρώντας και τους άλλους, σε μια κίνηση πλήρη ειρωνείας, όπως στα γειτονικά ποιήματα “Merry Christmas” και «Αμαρτωλές πολιτείες». Η υπονόμευση του εαυτού, που παράγεται με αυτόν τον τρόπο, αφηγείται την πορεία της ψυχής μέσα από στενά, δύσβατα μονοπάτια που θα έπρεπε να οδηγούν στον παράδεισο, αλλά μάλλον απομακρύνουν από αυτόν. Τελικά, η λύτρωση ίσως να μην έρθει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθεί το αγαπημένο μου ποίημα «Αυτός ο έρωτας»:

ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Αυτός ο έρωτας
Δε θα γνωρίσει ποτέ την Άνοιξη
Ζει μες στο Φθινόπωρο,
Κάτω από κουμπωμένα πανωφόρια
Και τραγιάσκες που καλύπτουν το μέτωπο.

Δε θα μάθει ποτέ πώς κοιμάσαι και πώς κοιμάμαι
Αν απλώνω τα κρύα μου πόδια τη νύχτα
Στα δικά σου
Αν μ’ αρέσει να πλαγιάζω ανάσκελα
Σε στάση προσοχής προς τον ουρανό
Προβάροντας την αιώνια ανάπαυση
Ή αν προτιμώ την ευάλωτη στάση εμβρύου
Γιατί κι οι δυο αρκούμαστε
Σ’ ένα γοργό συναπάντημα των χνώτων
Σε μια συνεύρεση επιπόλαια, βιαστική
Διασχίζοντας μονοπάτια κακότραχαλα κι επικίνδυνα
Αφήνοντας τις λεωφόρους να μένουν ορθάνοιχτες
Για τους ρομαντικούς και τους ονειροπόλους.








[1] Στίχοι από τον «Τελευταίο σταθμό» του Γιώργου Σεφέρη.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

"Το βουνό των πελαργών" του Μίροσλαβ Πενκόφ

Ένας νεαρός Βούλγαρος, φοιτητής στην Αμερική, επιστρέφει στην πατρίδα για να βρει τον παππού του, που εδώ και χρόνια έχουν χαθεί τα ίχνη του, και να πουλήσει τα χωράφια του. Η αναζήτησή του τον οδηγεί σε ένα μικρό χωριό στα σύνορα με την Ελλάδα και την Τουρκία, ψηλά στα βουνά της Στράντζας, ένα μυστηριώδες μέρος όπου επιβιώνουν οι αρχαίες παγανιστικές παραδόσεις, όπου χορεύουν κάθε άνοιξη οι αναστενάρηδες και όπου μαύροι πελαργοί φωλιάζουν στις θεόρατες βελανιδιές. Εκεί θα εμπλακεί στον αγώνα του παππού του για τη διάσωση του χωριού, θα ερωτευτεί το λάθος κορίτσι και θα βυθιστεί σε έναν κόσμο που ανήκει στο παρελθόν, είναι όμως ακόμη ζωντανός.

Αυτή είναι η περιγραφή του βιβλίου στο οπισθόφυλλο και αυτό είναι ακριβώς που θα διαβάσει κανείς αν το αγοράσει. Βάσει της περιγραφής, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι άλλο ένα στην ατέλειωτη σειρά βιβλίων που μιλούν για μέρη όπου η ιστορία δεν έχει αφήσει ποτέ σε ησυχία, όπου τα σύνορα και οι φυλές δεν είναι σταθερά, όπου οι θρησκείες μαλώνουν η μία με την άλλη για τα μεταθανάτια εύσημα και όπου ένα αγόρι ερωτεύεται το λάθος κορίτσι.

Όμως ο Πένκοφ δεν φτιάχνει άλλο ένα τέτοιου είδους αφήγημα. Στο δικό του αφήγημα, η ιστορία δεν είναι πραγματική, παρ' όλα αυτά από την αρχή ως το τέλος του βιβλίου είσαι πεπεισμένος ότι είναι. Το ανύπαρκτο χωριό του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα χωριό στα σύνορα Ελλάδας, Τουρκίας και Βουλγαρίας και οι κάτοικοί του θα ήταν μουσουλμάνοι ή χριστιανοί - θα ήταν το ίδιο σε οποιοδήποτε χρονικό κομμάτι της ιστορίας αν τους τοποθετούσες, μιας και ο χρόνος είναι μία απόλυτα σχετική έννοια μέσα στο κείμενο. 

Αυτό που έχεις διαρκώς την αίσθηση ότι παραμένει σταθερό και πραγματικό είναι το βουνό, οι πελαργοί και η φλόγα των αναστενάρηδων, που στην ουσία ορίζει τον κύκλο του χρόνου. Ακόμη και ο έρωτας εντάσσεται σε κύκλους, στον κύκλο της φωτιάς και τον κύκλο μετανάστευσης των πελαργών. Συνειδητοποιείς ότι δεν έχει σημασία αν μιλάς για τη Λενιώ ή την Ελίφ, αν ακούς τον χριστιανό παπά ή τη φωνή του ιμάμη, αν οι εικόνες των αναστενάρηδων έχουν πάνω τον "Αι Κόστα" και την Αγία Ελένη ή κάποιους άλλους, αλλά αν αυτός ο κύκλος θα σπάσει ή θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται αέναα, όπως σε όλα τα παραμύθια. 

Και στην ουσία αγωνιάς γιατί σε κανένα παραμύθι δεν θες ένα κακό τέλος, όμως το τέλος είναι πάντα κακό, γιατί το τέλος προϋποθέτει πάντα την αλλαγή και η αλλαγή δεν είναι πάντα καλή για τους μύθους. Και ο μύθος στο βουνό των πελαργών είναι εκεί από την αρχή, κυρίαρχος και ριζωμένος, ίσως πιο ριζωμένος από τις θρησκείες, αξεχώριστος από την πραγματικότητα και ασυνείδητα συνακόλουθος της ιστορίας και του έρωτα. 

Στο τέλος, μένεις να αναρωτιέσαι αν ο κύκλος έσπασε τελικά ή όχι και αν τα σπίτια που γκρεμίστηκαν για να γίνουν ανεμογεννήτριες είναι το τέλος ή ή αρχή ενός άλλου κύκλου, φαινομενικά διαφορετικού αλλά στο βάθος όμοιου. Γιατί πάντα κάποιοι θα καίγονται, όταν πατούν τη φωτιά, και κάποιοι άλλοι όχι, γιατί πάντα οι πελαργοί θα ξαναγυρίζουν, ένας άλλος νεαρός θα αγαπήσει μία άλλη λάθος κοπέλα και ένας παππούς θα λέει φανταστικές ιστορίες (ή πραγματικές ιστορίες που θα μοιάζουν φανταστικές) στο εγγόνι του σε όποιο σημείο της γης κι αν θα είναι αυτό.

Μαρία Γενιτσαρίου

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

"Άχρονη μετάβαση" του Γρηγόρη Σακαλή


Σε αυτήν τη νέα του ποιητική συλλογή, ο Γρηγόρης Σακαλής ασχολείται με δύο βασικούς θεματικούς άξονες: ο ένας είναι το άτομο ως οντότητα, με τα πάθη, τα θέλω και τα πρέπει του· ο άλλος είναι το κοινωνικό σύνολο και ο ρόλος του ατόμου μέσα σε αυτό, προκειμένου το σύνολο να μπορεί να λειτουργεί εύρυθμα, ισόνομα και με δικαιοσύνη.

Στον πρώτο θεματικό άξονα, διαπιστώνουμε τον ιδιαίτερα όμορφο τρόπο του ποιητή να αφηγείται πλήρεις ιστορίες μέσα στην έκταση ενός ολιγόστιχου ποιήματος, τον οποίο είχα επισημάνει και στην ανάγνωσή μου της προηγούμενης συλλογής του. Αναφέρω χαρακτηριστικά το ποίημα «Διαδρομή», από το οποίο παραθέτω λίγους στίχους:
Δρόμοι στενοί
Είναι οι δρόμοι μας
Τοίχοι γεμάτοι
Με παλιές αφίσες
Σπίτια ετοιμόρροπα
Στεγάζουν την ιστορία μας
Ματωμένα και σκισμένα ρούχα
Απ’ τη δουλειά
Απ’ τους αγώνες
Είναι στην γκαρνταρόμπα μας

Τα ποιήματα της συλλογής που εντάσσονται σε αυτόν τον άξονα χαρακτηρίζονται από ανεπαίσθητη θλίψη γι’ αυτό που χάθηκε και που δεν είναι άλλο από τον χρόνο, την ευκαιρία ή τη νεότητα. Ο ποιητής οραματίζεται ουτοπίες, όπως στο ποίημα «Όνειρο»:
Οι στρατοί διαλύθηκαν
Και οι φαντάροι βγάλαν το χακί
Γύρισαν σπίτια τους
Να οργώσουν τη γη
Ν’ αγαπήσουν
Όμορφα νεαρά κορίτσια

Ορισμένες φορές γίνεται αφηγηματικός, υπακούοντας στην ανάγκη ή τη βούλησή του να παραθέσει την ιστορία του ανεπτυγμένη. Ωστόσο, διατηρεί τα ποιήματά του απλά, φροντίζοντας να τους προσδώσει βάθος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αρκετά ποιήματά του αναδύονται ως ψυχικά ενσταντανέ της καθημερινότητας – μεταξύ αυτών και το «Ένα πλάσμα», όπου η ομορφιά της νεότητας προβάλλει ως κάτι το απροσπέλαστο, γεγονός που ωθεί τον ποιητή να βιώσει την απόρριψη. Το ίδιο συμβαίνει και στο ποίημα «Άρωμα». Τα ποιήματα αυτά αποκαλύπτουν επίσης την προσωπική του αίσθηση του χρόνου, ως μιας δυνατότητας που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Και βέβαια, ως συνέπεια αυτής της αίσθησης, μια μοναχικότητα πλανάται στον αέρα...

Η προσωπική αίσθηση του χρόνου του ποιητή είναι όχι απλά βιωμένη, αλλά επιγεγνωσμένη: ο Σακαλής έχει πλήρη επίγνωση του χρόνου που κύλησε και χάθηκε. Σε ορισμένα ποιήματα, όπως το «Κοντά στο τέλος», η επίγνωσή του αυτή γεννά τη ματαίωση, σε άλλα όμως ποιήματα, όπως το ομότιτλο της συλλογής, η επίγνωση γίνεται η αφετηρία για αναβάπτισμα και μια νέα αρχή. Αυτού του είδους η αμφιθυμία είναι διάχυτη στη συλλογή: ο ποιητής συχνά βλέπει τα πράγματα και από τη φωτεινή και από τη σκοτεινή τους πλευρά και γι' αυτό φταίει ίσως η διάθεση της στιγμής ή τα «συμφραζόμενα», οι συνθήκες μέσα στις οποίες γράφεται το ποίημα. 

Όσον αφορά τον δεύτερο θεματικό άξονα της συλλογής, ο ποιητής εμφανίζεται ιδιαίτερα μαχητικός, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Ανάγκη για τη ζωή»:
Οι λύσεις
Δεν θα πέσουν απ’ τον ουρανό
Άνθρωποι θα τις βρουν
Σαν εσένα
Σαν εμένα
Σαν όλους μας
Καιρός να το καταλάβουμε

Εμφανίζεται επίσης ιδιαίτερα ευαίσθητος και αφυπνισμένος σε θέματα όπως αυτό της διαφορετικότητας, όπως π.χ. στο ποίημα «Οι άλλοι»:
Είναι μερικοί άνθρωποι
Ίσως οι περισσότεροι
Που ζουν για να βασανίζονται.
Παιδιά που δουλεύουν
Γυναίκες κακοποιημένες
Απλήρωτοι εργάτες
Άνεργοι
Τοξικομανείς
Φυλακισμένοι για τις ιδέες τους
Δεν έχει τέλος ο κατάλογος.

Ορισμένες φορές δεν αποφεύγει έναν διδακτικό τόνο, όπως στο ποίημα «Ελπίδα». Άλλες πάλι βλέπει τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων, όπως στο ποίημα «Διαδρομή», απ’ όπου οι ακόλουθοι στίχοι:
Τους στόχους μας δεν πετύχαμε
Μα κάτι καταφέραμε
Δώσαμε στη ζωή μας νόημα
Βάψαμε τα όνειρά μας
Με έντονα χρώματα
Και το ψωμί γλύκανε.

Τη συλλογή κλείνει ένα ποίημα από την κοινωνική συνιστώσα, με τίτλο «Το νόημα της ζωής»:
Δεν θέλουμε συμβουλές
Δεν θέλουμε άδικες θυσίες
Δεν θέλουμε να μας μιλούν
Με πατρικό ύφος.
Θέλουμε τη ζωή
Ελευθερία κι αξιοπρέπεια
Να χτίσουμε το δικό μας παράδεισο
Επί της γης.

Η συλλογή δεν περιέχει κλισέ και αυτό τη διαφοροποιεί σημαντικά από την προηγούμενη συλλογή του ποιητή, το Κυτίο κρυφών ονείρων. Είναι σημαντικό ότι δεν μίλησα πουθενά για ποιητικό υποκείμενο, αφού η συλλογή δημιουργεί στον αναγνώστη τη βεβαιότητα ότι παντού μιλά ο ίδιος ο ποιητής. Από αυτήν την άποψη, η όποια ανάγνωσή της ταυτίζεται μαζί του και το ποίημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητα από αυτόν.

Τεχνικά, θα ήθελα οι στίχοι να είχαν δουλευτεί περισσότερο, για παράδειγμα οι λέξεις να ήταν πιο προσεγμένες, γιατί αυτό θα συνέτεινε σε ένα αρτιότερο αποτέλεσμα. Έστω κι έτσι, όμως, ο Σακαλής διατηρεί στο ακέραιο την ικανότητά του να συγκινεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Το "Έρεισμα"

Το πιο πρόσφατο τεύχος αρ.42(3)
Το Έρεισμα και η Ομπρέλα ήταν τα δύο πρώτα περιοδικά τα οποία δημοσίευσαν άρθρα μου. Ειδικά ο Χρήστος Μαχαιρίδης, εκδότης του Ερείσματος, εκτός από άρθρα, με εμπιστεύθηκε να πάρω και συνεντεύξεις για λογαριασμό του περιοδικού κι έτσι βρέθηκα, σε ηλικία 20κάτι μόλις ετών, να κρατάω ένα κουτί γλυκά και να χτυπώ το κουδούνι της θρυλικής Κωστούλας Μητροπούλου που δεν αποκλείεται το όνομά της να μη σας θυμίζει σήμερα κάτι, μόλις όμως σας πω ότι είναι εκείνη που έγραψε το "Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία" θα καταλάβετε αμέσως, αν όχι για ποια σας μιλάω, το μέγεθος του θρύλου που αποτελούσε.

Μεσολάβησαν αρκετά χρόνια από τότε και πολλά, πάρα πολλά ενδιαφέροντα άρθρα που δημοσιεύτηκαν στο Έρεισμα. Θα αναφέρω, ενδεικτικά, τα: "Ο ελληνικός τύπος στη Μαύρη Θάλασσα" (τεύχος 2), "Κρητική μαντινάδα: Ορισμός, γλώσσα, μετρική, ομοιοκαταληξία" (τεύχος 5-6), "Ο Μάνος Χατζηδάκης για τον Λουδοβίκο των Ανωγείων" (τεύχος 9), "Συμβολικές και χωρικές πραγματώσεις του μύθου του Οιδίποδα" (τεύχος 14-15), το αφιέρωμα στον Μεταμοντερνισμό που επιμελήθηκα στο ίδιο τεύχος,  "Το μέλλον των cartoon συναντά τα χρόνια της αθωότητας" (τεύχος 17).

Το Έρεισμα δημοσιευόταν πάντα στα Χανιά, όμως τα πρώτα έτη είχε πανελλήνια κυκλοφορία. Πρωτοεμφανίστηκε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων τον Απρίλιο του 1995. Πέρα από το ενδιαφέρον περιεχόμενό του, βασικό χαρακτηριστικό του ήταν η καλαισθησία. Το στήσιμο και η καλλιτεχνική επιμέλειά του γινόταν από το αρχιτεκτονικό γραφείο Anamorphosis και η αισθητική αρτιότητα του περιοδικού ήταν υποδειγματική, το ίδιο και η τυπογραφία του.

Το περιοδικό σταμάτησε να βγαίνει στο διπλό τεύχος 38-39, το οποίο σηματοδότησε το τέλος της πρώτης του περιόδου. Όμως, το 2017 το Έρεισμα άρχισε να κυκλοφορεί ξανά! Ασπρόμαυρο πλέον, με εξίσου άρτια αισθητική, παρ' ότι δεν συνεργάζεται πια με την Anamorphosis. Όπως έγραψε και ο Χρήστος Μαχαιρίδης στο εκδοτικό σημείωμα του τεύχους 40(1): "Ας μην αναζητήσουν στο τεύχος αυτό οι φίλοι του περιοδικού το Έρεισμα των χρόνων που πέρασαν, αλλά το Έρεισμα του σήμερα. Αυτό δεν αφορά τους σκοπούς του περιοδικού, αλλά τις σημερινές πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες που δεν επιτρέπουν την έκδοση ενός περιοδικού εφάμιλλου με το Έρεισμα της δεκαετίας του 2000, που συγκαταλέγεται επάξια στις πρώτες θέσεις των περιοδικών εντύπων λόγου και τέχνης".

Οι σκοποί του αναφέρονται λίγο παρακάτω: "Το Έρεισμα βυθομετρά το παρελθόν και κοινωνεί το παρόν. Παγιδεύει την απάτη και την παραπληροφόρηση. Σαστίζει την πλήξη και τροφοδοτεί με το αίμα του την ελπίδα. Κατοικεί στις πληγές του πολιτισμού μας αναζητώντας Θεσπιείς" και είναι ίδιοι κι απαράλλαχτοι με εκείνους του τεύχους αρ. 1.

Δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ τον πρόλογό μου στο τομίδιο των περιεχομένων του περιοδικού για τα τεύχη 1-29: "Όλα ανασυντάσσονται υπό το φως του ήλιου, υπό το φως της επιθυμίας, της τέχνης και της γλώσσας. Παίρνουν νέα μορφή στο φιλόξενο περιβάλλον μιας ψυχής, ενός περιοδικού. Προβληματισμοί για τον πολιτισμό, αναφορές στις αλησμόνητες πατρίδες, στις πόλεις της Κρήτης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας, δηλώσεις αποφασιστικές για την πορεία του περιοδικού, δεμσμεύσεις, ποίηση, γλυπτική, φωτογραφία, γελοιογραφία, τόνοι από θέατρο, ζωγραφική, πεδία μαχών, μνήμες που άλλοτε πονούν και άλλοτε λυτρώνουν, τόνοι φιλοσοφίας, αποχρώσεις λογοτεχνίας, όνειρα, έρωτας, έρωτας, έρωτας. Το οδοιπορικό ενός περιοδικού, η ψυχή του εκδότη ανεμισμένη στις σελίδες του, χαρτογραφημένη στα εκδοτικά σημειώματα. 

Η ζωή μας πράγματι αρχίζει εκεί που τελειώνουν τα όνειρά μας".

Και όχι μόνο. Καλώς μας επέστρεψες Έρεισμα!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Πέντε τραγούδια του Townes van Zandt (τραγουδιστή της country)

Ανέβηκα από τον Μισσισσιππή μέχρι τα καναδικά σύνορα
Κι από κει κατέβηκα στον κόλπο του Μεξικού
Ακολουθώντας τον ήλιο δυτικά κατά την Καλιφόρνια
Και δεν έμεινε μέρος πια να πάω

Ένα μοναχικό χρόνο στο Μέιν πέρασα κι ένα στη Λουϊζιάνα
Πήρα τα μπαγκάζια μου και τράβηξα δυτικά
Περιπλανήθηκα νότια μέσα στο Τέξας ως το Ελ -Πάσο
Πέρασα μια βδομάδα σε μια βρωμερή φυλακή του Χουαρέζ

Στη Νεβάδα τριγυρνούσα τζογάροντας όλη την ώρα
Ανέβηκα στην Ντακότα όταν  ένιωσα ότι με καλούσε
Έμεινα εκεί ώσπου οι βόρειοι άρχισαν να κατηφορίζουν
Κι όταν το καλοκαίρι γύρισε στο φθινόπωρο γύρισα  κατά το νότο

Στο βορρά στην ανατολή και στο νότο όταν μεγάλωνε το μπαμπάκι
Κατά τη δύση όπου ο ήλιος ποτέ δε γέρνει
Τσάκισα τη μέση μου για ένα δολάριο τη βδομάδα σε μια φυτεία ζαχαροκάλαμου στο Τέξας
Και δούλεψα στα ορυχεία της Μινεσότα

Είδα τα πεινασμένα παιδιά σας να φωνάζουν τις μανάδες τους να κλαίνε
Μια πόρνη ξέθωρη να παρακαλάει για μια δεκάρα
Αγόρια να γίνονται άντρες έτοιμοι να δώσουν τις ζωές τους
Για  μια  σιχαμερή μποτίλια  κόκκινο κρασί

Ανέβηκα από τον Μισσισσιππή μέχρι τα καναδικά σύνορα
Κι από και κατέβηκα στον κόλπο του Μεξικού
Ακολουθώντας τον ήλιο δυτικά κατά την Καλιφόρνια
Και δεν έμεινε μέρος πια να πάω.

To "Big country blues", από τα πιο ωραία τραγούδια του Townes van Zandt, ενός  από τους πιο ταλαντούχους τραγουδοποιούς της αμερικανικής μουσικής κάντρυ. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ταξιδεύοντας και ζώντας στο περιθώριο, όπου πάλευε με τον αλκοολισμό, τα ναρκωτικά και την κατάθλιψη. Η μουσική ήταν το καταφύγιό του, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να εξαργυρώσει την ικανότητά του σε αυτήν, καθώς ζούσε πάντα απομονωμένος και δεν του άρεσε η δημοσιότητα. Εκτός από τα δικά του κομμάτια, τoυ άρεσε να τραγουδά και κομμάτια του  Μπομπ Ντύλαν, των Ρόλινγκ  Στόουνς, αλλά και παραδοσιακά όπως "Ο κούκος", ένα  αγγλοσαξονικό, παλιό τραγούδι που ερμηνεύθηκε και από  τον Ρόρυ Γκαλαχερ. Ωστόσο, η ερμηνεία  τoυ Van Ζandt είναι σαφώς  καλύτερη



Ένα όμορφο πουλί είν’ ο κούκος, που κελαηδά καθώς πετάει.
Μηνύματα  χαρούμενα φέρνει  και ψέματα δε λέει.

Λέει ο Jack ο Diamonds, σε ξέρω καλά Jack ο Diamonds
Σε ξέρω απ’  τα παλιά
έκλεψες τις τσέπες μου, έκλεψες τις τσέπες μου
απ’ το ασήμι και το χρυσάφι τους.

Δεν κάνω για δουλειά, είμαι πολύ τεμπέλης
Ούτε για ζητιανιά κάνω, δε φτουράει.
Να κλέβω τρένα  πολύ επικίνδυνο,

Γι’  αυτό και τόριξα στον τζόγο.
Tζογάρισα   στην Αγγλία κι ύστερα στην Ισπανία κάτω.
Φίλε, ποτέ δε μου ’δωσε τίποτα,  εκτός από ντροπή κι έξαψη.

Γι’  αυτό και θα τραβήξω  κατά το βουνό του φονιά.
Να φτιάξω ένα καζάνι για  να βγάζω πιοτό.
Να στο πουλώ  τα πέντε γαλόνια δυο δολάρια.

Θα 'χω  μπέικον για την πείνα,  ουίσκι για τη δίψα.
Τη   γυναίκα να μ’ αγαπά, το θεό για το θάνατο μου.

Λοιπόν, ο κούκος είν’ ένα όμορφο πουλί που κελαηδά καθώς πετάει
Μα ποτέ δε θα τον ακούσεις να τραγουδά πριν τη τελευταία μέρα  του Ιούλη.

Ο Townes Van Zandt καταγόταν από μια εύπορη οικογένεια  και οι συχνές μετακινήσεις του δικηγόρου πατέρα του τον έκαναν να αγαπήσει τα ταξίδια από μικρή ηλικία. Παρ’ όλο που δεν έβλεπε συχνά την μητέρα του, ήταν δεμένος μαζί της κι ένιωθε τύψεις που δεν μπορούσε να  βρίσκεται πιο συχνά κοντά της. Το "One dollar bill  blues" από τον δίσκο Flyin’ shoes (1978)  είναι ένα παλιό τραγούδι που είχε ακούσει από τη γιαγιά του και ήταν το μοναδικό που δεν άντεχε να ακούσει η μητέρα του:



Αν είχα ένα δολάριο
Θα κατέβαινα σίγουρα στην πόλη
Να πιω του θανατά
Το ξημέρωμα.

Μια κοκκινομάλα το μωρό μου
Φίλε, κάνει τα σκέλια  μου να τραγουδάνε
Ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι θα της πάρω
Το ξημέρωμα

Η μάνα μου ήταν ένα χρυσό κορίτσι
Της έσκισα το λαιμό για να πάρω τις πέρλες της
Ύστερα κυλίστηκα  στη δίνη 
Μπροστά σε μια αγέλη από ζώα

Είναι μακριά μέχρι το δρόμο του Harland
Όπου μ’ έπιασαν φορτωμένο με πολύ πράγμα
Και δεν θα καταφέρω να σώσω τη ψυχή μου
Ως το ξημέρωμα

Τζογαδόρος ήμουν πάντοτε
Που έριχνε τα ζάρια  και με τα δυο του χέρια
Στο εφτάρι όλα τα λεφτά 
Το ξημέρωμα

Το ουίσκι θα είναι  το κρεβάτι του θανάτου μου
Πες μου που να γείρω το κεφάλι
Δεν θα πιάσουν τόπο όσα μου είπε εκείνη
Το ξημέρωμα

Η μεγαλύτερη του επιτυχία ήταν το "Pancho and Lefty", που αναφέρεται στην ιστορία του θρυλικού Pancho Vila  και στον τρόπο που πιάστηκε μετά από "κάρφωμα" του φίλου του Lefty, σύμφωνα με τον σχετικό μύθο:

Ζώντας έξω στο δρόμο φίλε μου
Θα έμενες  καθαρός κι ελεύθερος
Τώρα φοράς το δέρμα σου σαν πανοπλία·

Η ανάσα σου σκληρή σαν κηροζίνη

Δεν ήσουν το μοναδικό παιδί της μάνας σου
Φαίνεται όμως, ήσουν το αγαπημένο της
Άρχισε να κλαίει όταν της είπες  αντίο
Για να βυθιστείς στα όνειρα σου

Ληστής ήταν ο Πάντσο,  παιδιά
Το άλογο του γρήγορο σαν ατσάλι γυαλιστερό
Φορούσε το πιστόλι έξω απ’  το παντελόνι του
Για να το νιώθει όλος ο τίμιος κόσμος
Ο Πάντσο βρήκε το μάστορα του, ξέρεις
Στις ερημιές κάτω στο Μεξικό
Κανείς  δεν άκουσε τα τελευταία του λόγια
Έτσι πάει το πράγμα φίλε μου

Όλοι οι ομοσπονδιακοί είπανε
Ότι τον είχαν όποτε ήθελαν
Απλά τον άφησαν να περιπλανιέται
Από ευγένεια, υποθέτω

Ο Λέφτυ, δεν μπορεί να τραγουδήσει τα μπλουζ
Όλη τη νύχτα όπως συνήθιζε
Η σκόνη που δάγκωσε ο κακομοίρης Πάντσο  κάτω στο νότο
Κατέληξε στο στόμα του Λέφτυ
Τη μέρα που έθαψαν τον Πάντσο
Ο Λέφτυ την κοπάνησε  για το Οχάιο
Αφού πήρε μια καλή μπάζα
Κανείς δεν τον ξέρει εκεί πέρα.

Μπορεί να βασανιζόταν από τους εφιάλτες του αλκοολισμού και των ναρκωτικών, αλλά όταν ήταν νηφάλιος, μπορούσε να γράψει τραγούδια θαυμάσια σαν το "Kathleen":



Είναι φανερό ότι ο ήλιος δε θα λάμψει σήμερα
Όπως και νa 'χει  δεν έχω  όρεξη για λιακάδα
Μπορεί να τρελαθώ
Πρέπει  να σβήσω τον πόνο μου
Ή μπορεί να πάω να δω την Καθλίν

Ένα χελιδόνι έρχεται και μου μιλά για τα όνειρα της
Λέει ότι θα ήθελε να ξέρει τι σημαίνουν
Νιώθω ότι θα μπορούσα να πεθάνω
Βλέποντας το να περνά πετώντας
Καθώς καβαλά  τον βόρειο άνεμο για να δει την Καθλίν

Τα άστρα κρέμονται ψηλά, οι ωκεανοί βρυχώνται
Το φεγγάρι έρχεται να μ’  οδηγήσει στην πόρτα της
Κρύσταλλοι  κατά μήκος της άμμου
Τα κύματα  παίρνουν τo χέρι μου
Σύντομα θα δω την γλυκιά μου Καθλίν

Σύντομα θα δω την γλυκιά μου Καθλίν.


Επιλογή-μετάφραση:
Απόστολος Σπυράκης


Πηγές
1. https://genius.com/Townes-van-zandt-big-country-blues-lyrics
2. http://thecommonroomblog.com/2012/04/townes-van-zandt-sings-the-cuckoo.html
3. http://thecommonroomblog.com/2012/04/townes-van-zandt-sings-the-cuckoo.html
4. https://www.azlyrics.com/lyrics/rorygallagher/thecuckoo.html
5. https://genius.com/Townes-van-zandt-dollar-bill-blues-lyrics
6. https://genius.com/Townes-van-zandt-pancho-and-lefty-lyrics
7. https://genius.com/Townes-van-zandt-kathleen-lyrics
9. https://www.youtube.com/watch?v=xsOwuVQ4VUQ


Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Υπάρχει διασπορά σήμερα;

Στὶς ἀρχὲς τῆς κρίσιμης δεκαετίας τοῦ ’90, καὶ ἐνῶ ἤμουν ἐγκαταστημένος στὶς Βρυξἐλλες, τὸ περιοδικὸ τῆς ἐποχῆς Η ΛΕΞΗ εἶχε τὴν ἰδέα νὰ ἀφιερώσει ἕνα τεῦχος στὴν ἑλληνικὴ λογοτεχνία τῆς Διασπορᾶς. Ἔλαβα κι ἐγὼ τὴ σχετικὴ πρόσκληση συνεργασίας μὲ μιὰ ὁρισμένη δυσφορία, διότι ἤδη ἀπὸ τὸ 1970, ἂν καὶ σπούδαζα στο ἐξωτερικό, δημοσίευα συστηματικά στὴν ‘Ελλάδα καὶ δὲν καταλάβαινα γιατί μὲ κατέτασσαν στὴν κατηγορία αὐτὴ.

Ἡ νεοελληνικὴ γλώσσα ἔχει νὰ ἐπιδείξει σπουδαῖα τραγούδια τῆς ξενητιᾶς, πλὴν ὅμως τὰ ἀξιόλογα ἔργα τῆς ἀποκαλούμενης διασπορᾶς εἶναι μάλλον ἐλάχιστα. Θυμᾶμαι μὲ ἰδιαίτερη θέρμη τὰ πεζὰ τοῦ ξενητεμένου Νίκου Καχτίτση. Καὶ θυμᾶμαι τὴν πικρὴ εἰρωνία τοῦ Πάουντ σὲ μιὰ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Τζόυς: «δὲν γίνεται συγγραφικὴ καρριέρα δι’ ἀλληλογραφίας».

Τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦσα στὸ ἐξωτερικό, ὄπως καὶ οἱ περισσότεροι συγγραφεῖς ἐκείνου τοῦ ἀφιερώματος, δὲν μετέβαλλε διόλου τὴν οὐσία τῶν μελημάτων μου. Ἔγραφα  ἑλληνικὰ καὶ δημοσίευα στὴν Ἑλλάδα, χωρὶς να διατηρῶ τὴν παραμικρὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν τοπικὴ κοινότητα. Ἄλλωστε, οἱ τοπικὲς κοινότητες κατὰ κανόνα προσκαλοῦν στὶς ἐκδηλώσεις τους διανοουμένους τοῦ κέντρου. Ὁ τόπος κατοικίας ὡς κριτήριο ἐπιλογῆς δὲν φώτιζε σὲ τίποτε τὴν ἔννοια τοῦ ὅρου, διότι τότε οἱ περισσότεροι συγγραφεῖς μας, ὅσοι διέτριψαν σὲ ξένη χώρα, θὰ ἔπρεπε νὰ ὰνήκουν στὴ Λογοτεχνία τῆς Διασπορᾶς. Ὅπερ ἄτοπον.

Τί νόημα ἔχει λοιπόν σήμερα ὁ ὅρος «ἑλληνική διασπορά», ὅταν ἡ δικτύωση καταργεῖ τὸν τόπο διαμονῆς; Μολαταῦτα, ἡ ἐγκατάσταση ἐκτὸς Ἐλλάδος, καὶ μάλιστα στὶς μεγάλες πρωτεύουσες τοῦ Δυτικοῦ κόσμου, εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ διανοίγει νέους διαύλους κατανόησης τοῦ παρόντος, καὶ ἄρα τοῦ παρελθόντος, νὰ καλλιεργεῖ διαφοροτρόπως τὴν εὐαισθησία, νὰ ἐπηρεάζει τὴ νοοτροπία, νὰ ὀξύνει τὴν κριτικὴ ματιά. Οὶ προσλαμβάνουσες παραστάσεις εἶναι άλλου ποιοῦ,  ἡ δὲ ἔνταση μεταξὺ τοπικῆς πραγματικότητας καὶ μνήμης γεννάει νέες ἰδέες καὶ συναισθήσεις. Μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ βαλτώσει μέσα στὶς νοσταλγίες, νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸ διαφορετικό, νὰ κόψει κάθε διάλογο. Ὁρισμένα ἔργα ξενητεμένων γίνονται ἐπιτυχίες στὸ ἐξωτερικό, διότι ἀνασταίνουν ἐξωτικά παραμύθια ποὺ θέλγουν τοὺς ξένους παραθεριστές, ὅπως τὰ κατὰ τόπους φολκλόρ. Δύσκολα ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ τὰ κατατάξει κανεὶς στὸ πνευματικὸ σύμπαν τῆς Λογοτεχνίας. Δὲν εἶναι τυχαίο ὅτι τὰ ἔργα ποὺ θεωροῦμε σημαδιακὰ στὰ γράμματά μας ἐλάχιστη ἀπήχηση ἔχουν ἔξω.

Ἱστορικῶς, ἡ διασπορὰ φέρνει στὸ νοῦ αὐτάρκη πνευματικὰ κέντρα. Ἠ τέχνη καὶ ἡ σκέψη ἀπευθύνονται σὲ τοπικοὺς ἀποδέκτες. Δὲν ὑπάρχουν αὐτεξούσια πνευματικὰ κέντρα χωρὶς διάλεκτο, χωρὶς ἰδιάζουσα γλώσσα σὲ ἀντίστιξη πρὸς τὴν ὲπίσημη γλωσσικὴ ἔκφραση. Ἕνας σπουδαῖος ἰταλὸς πεζογράφος τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰώνα ποὺ ζοῦσε στὴν Τεργέστη τῆς Αὺστρουγγαρίας ὁμολογεῖ ὅτι ὑπάρχει μεγάλο ψέμμα νὰ γράφεις στὴν κλασσικὴ γλώσσα τῆς Τοσκάνης καὶ ὄχι στὸ τοπικό σου ἰδίωμα. Αὐτό δὲν τὸν ἐμπόδισε βεβαίως νὰ λάβει περίοπτη θέση στὴν ἱστορία τῆς Ἰταλικῆς λογοτεχνίας. Πράγματι, σἐ τελευταία ἀνάλυση, μόνο τὸ κέντρο νομιμοποιεῖ.

Διασπορὰ εἶναι ἡ ἐνέργεια καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ διασκορπισμοῦ. Τὰ πάντα διασπείρονται: ἄνθρωποι, ἔμβιοι ὀργανισμοἰ καὶ φυσικὰ στοιχεῖα.  Ὁ διασκορπισμός προϋποθέτει ἕνα κέντρο, μιὰ φύτρα,  ἕναν κορμό. Ὁ ὅρος «διασπορὰ» ἀναφέρεται κατ’ἐξοχὴν στὸ ἱστορικὸ φαινόμενο τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους καὶ τῆς μοναδικῆς ἀντοχῆς του ἔναντι τῆς ἀφομοίωσης. Ἐδῶ ἡ διασπορὰ εἶναι τὸ ὰποτέλεσμα δίωξης. Πρόκειται γιὰ τὸ πρῶτο φαινόμενο καταναγκαστικῆς μεταφορᾶς πληθυσμῶν ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ναβουχοδονόσορα.

Ἀντιθέτως, ὁ ἑλληνικὸς διασκορπισμὸς ἔχει χαρακτήρα θεληματικό. Οἱ Ἕλληνες διανοίγονταν μὲ τὶς ἀποικίες, ἀφομοίωναν, καὶ κυρίως ἐξελλήνιζαν. Μόνο καταχρηστικῶς ἔχει νόημα ἡ ἔννοια τῆς ἑλληνικῆς διασποράς. Καὶ γι’αὐτὸ ἄλλωστε ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸν ὅρο Ἀπόδημος Ἑλληνισμός. Χρακατηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρὶν καὶ μετὰ τὸν Ἀλέξανδρο, ἦταν ἡ δημιουργία πόλεων μὲ Πρόεδρο καὶ Γραμματέα, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς ποὺ βγαίνουν ἀκατάπαυστα στὸ φῶς σὲ διάφορους τόπους τῆς Μεσογείακῆς Λεκάνης. Ἀπὸ τὶς πόλεις, ξεπήδησαν τὰ μεγάλα πνευματικὰ κέντρα τῆς Ἰωνίας, τῆς Κάτω Ἰταλίας καὶ Σικελίας, τῶν Δωδεκανήσων, τῆς  Β. Αφρικής.

Κατὰ τὶς μακραίωνες δουλεῖες τοῦ Ἑλληνισμού, ἀπὸ τὴ Ρωμαϊκὴ ἕως τὴν ὀθωμανική, ἐκτὸς μηδαμινῶν ἐξαιρέσεων, ὅλοι ἔγραψαν ἑλληνικά. Μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐπιβίωσαν τὰ ἑλληνικὰ κέντρα, ἀλλάζοντας μορφή, ἀναλόγως τοῦ ἱστορικοῦ περιβάλλοντος. Ἀθήνα καὶ Ἀθναΐδες πόλεις ἀπετέλεσαν ἐπὶ αἰῶνες τοὺς πνευματικοὺς μαγνῆτες τοῦ τότε κόσμου.  Ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαία ζητήματα τῶν ἑλληνόφωνων συγγραφέων τῆς ρωμαϊκῆς ἐπικράτειας, ποὺ παραμένει παραδόξως ἐπίκαιρο, διότι εἴμαστε Ἕλληνες τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης,  εἶναι πῶς συμβιβάζεται ὁ ἐθνικὸς ἢ τοπικὸς πατριωτισμὸς μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ρωμαίου πολίτη. Μπορεῖ νὰ εἶσαι ρωμαῖος πολίτης καὶ ταυτοχρόνως νὰ καλλιεργεῖς τὴν ἐθνική σου ταυτότητα; Καὶ ἐθνική ταυτότητα πρωτίστως εἶναι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα. Ὅπου χάνεται ἡ γλώσσα, χάνεται ἡ ταυτότητα.  Ἀντιθέτως, τὸ Ἑβραϊκὸ πνεῦμα μπορεῖ νὰ ἐπιβιώνει ἀνεξαρτήτως γλωσσικῆς ἔκφρασης. Οἱ Ἑβραίοι υἱοθέτησαν ξένες γλῶσσες, χωρὶς νὰ ἀπωλέσουν τὸ Ἑβραϊκὸ πνεῦμα τῆς προφητείας και τοῦ Μεσσιανισμοῦ.

Κατὰ πόσον ὅμως εἶναι Ἕλληνας ὁ ἐπιστήμων ποὺ διαπρέπει στὸ ἐξωτερικὸ ἢ οἱ ἑλληνικής καταγωγῆς φιλόσοφοι ποὺ ἔγραψαν σὲ ξένες γλῶσσες; Ὁ Ἑλληνισμὸς ἦταν ἀνέκαθεν γλωσσοκεντρικός. Ἡ ἑλληνικὴ ἔκφραση ὑπερισχύει τῆς καταγωγῆς. Οἱ ἀποικίες σέβονταν τὴν καταγωγή τους χωρὶς νὰ δεσμεύονται ἀπ’ αὐτήν. Δημιουργοῦσαν νέα ἤθη, νέους τρόπους κοινωνικοῦ βίου, δική τους ἔκφραση. Κάθε νέο κέντρο τελεῖ ὑπὸ ἔνταση μεταξὺ κεντρικοῦ κορμοῦ καὶ παρακλάδων.  Τελικῶς, τὰ παρακλάδια ὑποτάσσονται στὸν κορμό. Κάθε πρώιμο πολιτιστικό στάδιο εἶναι φυγόκεντρο, ἐνῶ κάθε ἰσχυρὴ ἐθνικὴ σύμπηξη κεντρομόλος καὶ ἀπορροφητική. Τὸ ἀττικὸν ἰδεῶδες θὰ ἀπορροφήσει ὲπὶ αὶῶνες τὶς πολλὲς διαλέκτους τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Το ορθόδοξο φρόνημα θα καταστεί ο μονόδρομος της πνευματικής ταυτότητας. Ο Καβάφης εἶναι οπωσδήποτε το τελευταίο παράδειγμα τῆς διαφορᾶς ποὺ ἐνσωματώθηκε στὸν κεντρικὸ ἐθνικὸ κορμό, χωρὶς νὰ χάσει ὅμως τίποτε ἀπὸ τὴν ὀξύτητα τῆς διαφορᾶς. Ποιὸς Κύπριος γράφει πλέον στὴ διάλεκτό του, ἔστω κι ἂν δὲν ἔπαψε νὰ μιλάει κυπριακά;

Διασπορὰ σήμαινε λοιπὸν αὺτὴ τὴν ὶδιάζουσα διαλεκτικὴ σχέση μεταξὺ κἐντρου καὶ παρακλάδων στὸ ἐσωτερικὸ ἑνὸς μακραίωνου γλωσσικοῦ σύμπαντος. Ἡ συνείδηση τοῦ ἐλληνικοῦ λόγου εἶναι ὁ μέγας πυρήνας. Ἐξ αὐτοῦ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔργα. Τελευταία μεταμόρφωση τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου στάθηκε ἡ ὀρθόδοξη θεολογία. Ἀλλὰ καὶ ἡ δημιουργία τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους θὰ προκύψει ἀπό τὶς μεγἀλες διαφωτιστικὲς μάχες ποὺ ἔδωσαν στὸ πεδίο τῆς παράδοσης οἱ ἑλληνικὲς κοινοτήτες, Δυτικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Κάθε νέα σύνθεση στὴ μακρά ελληνικὴ διάρκεια ἔχει ὡς ἄξονα τὸν Ἑλληνικό λόγο.

Προσοχή ὅμως: Ἑλληνικός λόγος δεν πάει να πεῖ ἀπλῶς ἑλληνοκεντρισμὸς καὶ ὶδεολογικὲς συνέχειες. Οὐσία του εἶναι ἡ μόνιμη καὶ πολλαπλὴ ἀναρώτηση πάνω στὸν άνθρωπο μέσα στὸν κόσμο. Οἱ πνευματικὲς συνθέσεις του. Γι’αὐτὸ καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ καὶ διάφοροι κληρονόμοι. Καταστατικὸ στοιχείο τοῦ Ελληνικοῦ λόγου εἶναι ὁ ἀμφίδρομος ἐξελληνισμός. Δηλαδή, ὁ ἀκατάπαυστος διάλογος μεταξὺ τοῦ μέσα καὶ τοῦ ἔξω. Ἐξελληνίζω σημαίνει χτυπιέμαι μὲ τὸ ξένο καὶ ἀλλότριο, τὸ ἀφομοιώνω καὶ τοῦ δίδω νέα μορφή.  Αὐτὴ ἡ ἐνέργεια ποὺ βρίσκεται πλέον σὲ κατάσταση ἀδράνειας, συνιστοῦσε τὸ βαθύτερο ἑλληνικὸ ἦθος. Δὲν ἔχει νὰ κάνει τίποτε μὲ τοὺς ἐθνικισμούς, ἔστω κι ἄν οἱ ἐθνικιστικὲς ἐξάρσεις παρέχουν ἀφορμὴ ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῶν κατευθύνσεων τοῦ παρόντος. Διότι εἶναι παράλογο νὰ ὑφίστανται μὲν τὰ ἐθνικὰ κράτη, νὰ ἀπαξιώνονται ὅμως βιαστικὰ οἱ καταστατικές τους ἀρχές. Χωρὶς πνευματική σύγκρουση, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐοδωθεῖ καμμία ἀπὸ τὶς ἀναγκαῖες καὶ ἀπαραίτητες ἀναθεωρήσεις τῶν ἀρχῶν ποὺ τὰ διέπουν;

Μὲ τὴν ἐθνικὴ συρρίκνωση, ἀπὸ τὸ ’22 καὶ μετά, ἐξαφανίζονται τὰ παρακλάδια. Ὁ Ἑλληνισμὸς παύει νὰ δημιουργεῖ πνευματικά κέντρα, παύει νὰ ἐξελληνίζει. Εἶναι μᾶλλον παθητικὸς ἀποδέκτης  παρὰ πομπός. Σήμερα, ἡ ἑλληνικὴ διασπορὰ ταυτίζεται πλέον μὲ τὴν ὕπαρξη κοινοτήτων μὲ ὀρθόδοξη ἐκκλησία καὶ ἐλληνικὸ σχολεῖο, οἱ  ὁποῖες προσπαθοῦν νὰ συντηρήσουν στατικὲς μορφὲς ἑλληνικότητας.  Ὁ ἀπόδημος Ἑλληνισμὸς περιορίζεται στὴ διατήρηση οἰκογενειακῶν δεσμῶν μὲ ἕνα ἀπόμακρο κέντρο, ἐμμένοντας στὴν ἰδέα τῆς καταγωγῆς. Ἀντιθέτως, ἡ ἰδέα τῆς διασπορᾶς ἔχει ἐνεργητικὸ καὶ πολυδύναμο χαρακτήρα. Εἶναι συνεπῶς ἄτοπο, κατἀ τὴ γνώμη μου, νὰ γίνεται λόγος γιὰ πνευματικὴ δημιουργία τῆς ἑλληνικῆς διασπορᾶς. Ἔχουμε ξενητεμένους συγγραφεῖς, δὲν ἔχουμε λογοτεχνία τῆς Διασπορᾶς.

Διανύουμε ένα πολιτιστικό στάδιο ἀποκλειστικὰ μεταφραστικό. Μεταφράζω πάει νὰ πεῖ εἰσάγω τὸ διαφορετικὸ στὴ γλώσσα μου. Ἡ εἰσαγωγὴ δὲν εἶναι ανώδυνη, εἶναι ὅμως ἀναγκαία γιὰ τὴν ἴδια τὴ ζωὴ τοῦ Λόγου, διότι μόνον ἔτσι συνειδητοποιεῖται τί μένει ζωντανὸ καὶ τί ἔχει πεθάνει, τι όντως διαρκεῖ καὶ τί εἶναι πρόσκαιρο καὶ ἐπιφανειακό. Ἀλλὰ ἡ μετάφραση χωρὶς τὸν ἐξελληνισμὸ, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ διατυπώθηκε προηγουμένως, δηλαδὴ χωρὶς τὴν πνευματικὴ μάχη μεταξὺ νέου καὶ παλαιοῦ, μεταξὺ ἐγχώριου καὶ  εὶσαγόμενου, εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ὁδηγήσει σὲ κατάσταση νηπιότητας, ὅπως γίνεται δυσάρεστα αἰσθητὸ στὶς χίλιες δυὸ καλλιτεχνικὲς παραγωγὲς οἱ ὁποῖες βασίζονται μὲν σὲ προωθημένους προβληματισμούς, ἀδυνατοῦν ὅμως νὰ σκεφθοῦν τὸ ἀντικείμενό τους. Πρόχειρο παράδειγμα ἡ λέξη «ὑβριδικό». Πρόκειται γιὰ ἕναν νεώτερο ἐπιστημονικὸ ὅρο,  ἀντιδάνειο ἐκ δανείου τῆς λατινικῆς ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνική, ποὺ εἶχε περάσει στὴ γλώσσα μας ὡς βρισιά, ἐκ τοῦ ὕβρις. Ἡ τεχνολογία, μὲ τὴ διαφήμιση, μετέτρεψαν τὴν ἀρνητικἠ σημασία τῆς λέξης σὲ θετική.

Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ιστορία μας, ὁ Ἑλληνικὸς λόγος ἔχει παύσει πλέον νὰ ἀφομοιώνει δημιουργικά καὶ νὰ παράγει τρόπους ζωῆς καὶ σκέψης. Τὰ πάντα τελοῦν σὲ ἐκκρεμότητα κάτω ἀπὸ τὴν πρωτοφανῆ πολιτιστικὴ λαίλαπα τοῦ καιροῦ μας. Παίρνουμε ἀδιακρίτως, χωρὶς νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ δώσουμε. Κολλᾶμε ἀταββιστικὰ στὰ παραδεδομένα, ἐνῶ νοιώθουμε πὼς δὲν μᾶς καλύπτουν πιά. Ἀπό τὴν ἄποψη αὐτή, τὸ σημαντικότερο πνευματικὸ γεγονὸς τῶν μεταπολιτευτικῶν χρόνων ἦταν ἡ μεταφορὰ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ κεκτημένου στὴ γλώσσα μας.  Δὲν συνειδητοποιείται εὔκολα ἠ ριζικὴ ἀλλαγὴ ποὺ ἐπήλθε στὸ δημόσιο λόγο ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ’90 καὶ μετά. Ὅλοι οἱ σύγχρονοι προβληματισμοὶ, πολιτειακοῦ, κοινωνικοῦ, πολιτικοῦ, οἰκονομικοῦ καὶ πολιτιστικού περιεχομένου ποὺ συγκροτοῦν τὴ σύγχρονη συνείδηση ἔχουν εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὶς ὁδηγίες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς, στὶς ὁποῖες κωδικοποιοῦνται οἱ πολλαπλές ἐπεξεργασίες τοῦ δυτικοῦ πνεύματος.  Καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ψευδαπάτη ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιζητεῖς μιὰν ἄλλη, προενωσιακὴ Ἑλλάδα.

Το φαινόμενο τῆς μεταφραστικῆς συσσώρευσης ποὺ θυμίζει κάπως τὴν πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου, εἶναι ἄδηλο ἄν θα ὁδηγήσει σἐ νέα ἑλληνικὴ σύνθεση ἢ θὰ θάψει γιὰ πάντα τὸν Ἑλληνικό λόγο. Τὸ γεγονός ὅτι βρεθήκαμε ἐν μιᾶ νυκτὶ στοὺς κόλπους τῆς ΕΕ χωρὶς καμμία σοβαρὴ προετοιμασία, ἐξηγεῖ, κατά τὴ γνώμη μου, ὅλα τὰ ντράβαλα τῆς τελευταίας δεκαετίας. Πάντως, ἡ ἐμμονή σὲ παγιωμένους τρόπους ἔκφρασης καὶ προβληματισμοῦ δὲν βοηθάει οὔτε τὴν πολύπτυχη παράδοση, ὁρατὴ καὶ κρύφια,  οὔτε τὸ παρόν μας. Καὶ τὸ παρὸν ἀναρωτιέται ἐναγωνίως: γιατὶ ὑπάρχει ἀκόμη Ελλάδα;

Ἐδῶ νομίζω θὰ πρέπει νὰ ἐγκύψουν καὶ οἱ ἀπόδημοι καὶ οἱ ἐγχώριοι  συγγραφεῖς. Νὰ κατανοήσουν τί σημαίνει ἐπαφὴ μὲ τὸν δικτυωμένο κόσμο ποὺ σχηματίζεται στὸν ὁρίζοντα τῆς οἰκουμενικῆς τεχνολογίας. Νὰ ἀναρωτηθοῦν πάνω στὶς ἀνέκδοτες σχέσεις ποὺ διασχηματίζονται μεταξὺ συλλογικότητας καὶ ἀτομικότητας, ἀτόμου καὶ φύσεως, ἀνάπτυξης καὶ καθημερινοῦ βίου. Ἡ Ἑλλάδα δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ὑποβάλει ἀξιόλογες προτάσεις σὲ ἕναν κόσμο ποὺ μεταβάλλεται ἄρδην, διότι δὲν ἔχει μετάσχει στὴ διαμόρφωσή του. Εἶναι σὲ θέση ὅμως νὰ ἀνταποκριθεῖ βιωματικά, προβάλλοντας ἐρωτήματα ποὺ ἀπορρέουν ἀκριβῶς ἀπό τὴ συνείδηση τοῦ Ἑλληνικοῦ λόγου. Ἂν ἔχει ἀξία ἡ ποίηση καὶ ἡ λογοτεχνία εἶναι ἀκριβῶς γιὰ τὰ ἐρωτήματα ποὺ θρέφει σὲ πλήρη ἐπίγνωση τοῦ ὁμοίου καὶ τοῦ διαφορετικοῦ. Τὰ ὑπόλοιπα ἀποτελοῦν πολιτιστικὴ κατανάλωση ἄνευ σημασίας.
Ἐν κατακλεῖδι, ἡ συζήτηση γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἐλληνικῆς διασπορᾶς θέτει τὸ κρισιμώτατο ἐρώτημα τί σημαίνει Ἕλληνας σήμερα. Εἶναι πιστεύω τὸ θεμελιῶδες ζήτημα τοῦ καιρού μας, ὑπερβαίνει τοὺς γνωστοὺς προσδιορισμοὺς καὶ τὰ χωριστικὰ ἰδεολογήματα ἄλλων ἐποχῶν. Ὑπάρχει ἄραγες ἀποχρῶν λόγος νὰ μιλᾶμε καὶ νὰ γράφουμε ἑλληνικὰ ἢ μήπως καὶ δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἐπιχείρημα τουριστικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου ὡς τουριστικοῦ προορισμοῦ;

Ἀντώνης Ζέρβας


Σημ.: Το κείμενο αυτό είναι η ομιλία του Αντώνη Ζέρβα στην εκδήλωση του στίγμαΛόγου "Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές της διασποράς" που πραγματοποιήθηκε στον Ιανό στις 30 Ιανουαρίου 2018 με τη συμμετοχή 12 σύγχρονων Ελλήνων ποιητών που ζουν και δημιουργούν στο εξωτερικό. Ως κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις "Αναγνώσεις" της εφημερίδας Αυγή στις 22.4.2018.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

"Ωροσκόπια νεκρών" του Ντίνου Σιώτη


Όλη μου τη ζωή
ψάχνοντας για το παγόβουνο έχασα την κορυφή του
(«Φεύγω»)

Με έναν παράδοξο τίτλο κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Ντίνου Σιώτη. Παράδοξος ο τίτλος, όχι όμως και τα ποιήματα που περιέχει το βιβλίο: ανατρεπτικά όπως και στις προηγούμενες συλλογές του, περιπαικτικά, γραμμένα με χιούμορ που συχνά-πυκνά μετατρέπεται αδίστακτα σε μαύρο, ενίοτε τρυφερά, συγκαλύπτουν την πεποίθηση του ποιητή περί της ματαιότητας που συνιστά η αναμέτρηση του ανθρώπου με τον χρόνο, προσπαθώντας να αποδομήσουν και να διασκεδάσουν το ταμπού του θανάτου.

Τι χρησιμότητα έχουν τα ωροσκόπια για τους νεκρούς; Ασφαλώς καμία. Τα ωροσκόπια είναι ένα εύρημα ή αλλιώς άμμος που προσπαθεί να ρίξει ο ποιητής στα γρανάζια της μηχανής του μοντερνισμού, η οποία αλέθει την αρχαία σοφία σε σαχλαμάρα. Ταυτόχρονα, είναι μια αφορμή για να ανιχνευθούν οι αναλογίες ζωής και θανάτου. Κι επειδή τον θάνατο ούτε τον ξέρουμε ούτε μπορούμε να τον μάθουμε, αν δεν μας αγκαλιάσει, ένα τέτοιο εύρημα μπορεί να έχει μία μόνο κατάληξη: τον αναστοχασμό περί της ζωής.

Αφορμή λοιπόν οι τεθνεώντες για μια αξιολόγηση των ζώντων και των τρόπων τους. Για μια αξιολόγηση του κτιστού και των δομών του: ιδεολογικών, κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών («...αφήστε τις/ προσφορές των πολιτικών και κοιτάξτε τους/ στίχους των ποιητών [...] αφήστε το/ χρήμα να γδυθεί μπροστά σας αφήστε την/ τοκογλυφία να πιει τον ιδρώτα του εργάτη»). Το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στο τετελεσμένο και την ελπίδα – που είναι, φυσικά, φρούδα – την ίδια στιγμή που υφέρπει η υπόνοια ότι και οι ζωντανοί είναι πεθαμένοι: «...με κάθε κλειδί/ που χάνουμε βρίσκουμε μια καινούρια/ κλειδαριά στο πάτωμα των αναμνήσεων/ όπου άλλοι ζουν χωρίς να υπάρχουν κι/ άλλοι υπάρχουν χωρίς να ζουν» («Νοηματική»).

Όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο και όλα σχηματίζονται με σαφήνεια όσον αφορά την έλλειψή τους: συμπεράσματα δεν κατέστη ποτέ δυνατό να εξαχθούν, προβλήματα δεν έπαψαν να αναφύονται και οι πιθανότητες είναι πάντα κατακερματισμένες: «...σε όλα τα/ καζίνα της χώρας η συμφορά είναι δωρεάν» («Πρώτο ενικό») ή «τ’ αγκάθια αποτελείωσαν τον ήλιο που/ αναζητούσαμε τα νέα τείχη έγιναν ψηλά/ ντουβάρια και μας κλείνουν τη θέα» (Δίδυμοι ΙΙ).

Ρεαλισμός λοιπόν, αλλά και πεσιμιστική διάθεση («...έτσι/ κι αλλιώς ό,τι κι αν κάνουμε/ το παίρνει ο άνεμος και/ το φυγαδεύει μακριά»), η οποία διακόπτεται από την αρτιότητα των εικόνων που σχηματίζει ο ποιητής και που παρακινούν τον αναγνώστη σε λοξοδρομήσεις-χαραμάδες, στιγμιαίες αλλά ικανές να αφήσουν να περάσει το φως της ζωής: «...ακούγοντας το θόρυβο/ που κάνει το ξημέρωμα λίγο πριν/ περάσει τη σκυτάλη στην ημέρα» («Μουσική διάτρητη») ή «...η ασπράδα του φεγγαριού είναι η αυγή/ που αντανακλά το αδιάκοπο χάραμα» («Τούτη η νύχτα»).

Όλα αυτά γραμμένα με λόγο χειμαρρώδη, σε μια εναλλαγή στίχων και ιδεών που γίνεται απνευστί – ο στίχος παρασύρει τη σκέψη που μετασχηματίζεται σχεδόν κάτω απ’ τη μύτη του αναγνώστη· φταίνε γι’ αυτό η παρατακτική σύνδεση των προτάσεων και η απουσία στίξης που συχνά-πυκνά παράγουν ένα αποτέλεσμα το οποίο θυμίζει κατάλογο: «να χτίσω ένα σπίτι στο αέρα ν’ ανέβω/ μια σκάλα για το βυθό της θάλασσας να/ σκάψω ένα ορυχείο να βρω τη μάσκα των/ κολασμένων εποχών να γράψω ανείπωτα/ ποιήματα και μετά να τα ξεκοιλιάσω να/ ράψω στόματα να μπαλώσω σαμπρέλες» («Να»).

Η υποδόρια ειρωνεία (βλ. π.χ. τον «Αιγόκερω»: «Άντε πέθανε επιτέλους/ σου ‘χω ετοιμάσει ένα κέρατο-επικήδειο μούρλια») που μετατρέπεται ενίοτε σε αυτο-ειρωνεία και η υποδόρια τρυφερότητα δημιουργούν ένα δίδυμο που χαρακτηρίζει από κάθε άποψη τη συλλογή: «πάντοτε ανοίκειο το πάντα όταν το προφέρουν/ χείλη γυμνά που υπόσχονται αιώνια αγάπη ή/ παντοτινή φιλία ή ότι θα δαμάσουν το χρόνο» («Είναι πάντα»). Τελεία θα μπει μόνο όταν θα έχουν τελειώσει όλα. Μοιάζει όμως σα να μην τελειώνουν ποτέ.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr. Διαβάστε και τη συνέντευξη που έχει δώσει ο Ντίνος Σιώτης στο στίγμαΛόγου, μία από τις σπάνιες που παραχωρεί.