Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Ασίκηδες της Ανατολής


Είμαι ο ασίκης Ταλιμπί και πάω χαμένος,
δεν έχω που κι εγώ να ξαποστάσω,
φοβάμαι πως σαν ξένος θα πεθάνω
και πως κανείς κηδεία δε θα μου κάνει.
  
Έτσι λέει το τραγούδι  κάποιου ασίκη και κάποιο άλλο κινείται στον ίδιο τόνο:

Του Νεσεμί η προθεσμία τελειώνει,
κι αναρωτιέται τι θα γίνει ο τζουράς του
ο ήχος του και στον τάφο θα μ’ ακολουθεί,
αυτός ο δίχορδος τζουράς μου.

Οι ασίκηδες της  ανατολής ήταν λαϊκοί μουσικοί που περιπλανιώνταν σ’ όλη την έκταση της αυτοκρατορίας, από το Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία μέχρι την Υεμένη, την Δαμασκό,  την Αλγερία και την Αίγυπτο. Πολλοί  ήσαν τυφλοί, συνεχίζοντας την παράδοση των αρχαίων ραψωδών κι έζησαν μέσα στη φτώχεια με μόνη συντροφιά το σάζι για το οποίο έλεγαν:

Σάζι με τα τέλια το ονομάζουν
δεν ειν’ του ιμάμη δεν ειν’ του δικαστή
όποιος το παίζει αυτός  καταλαβαίνει ,
ο σατανάς τόχει γεννήσει.

Κι απέξω κι από μέσα σκαλισμένο,
με το κεφάλι βαθιά τρυπημένο,
με το στήθος πλούσια κεντημένο
ο σατανάς τόχει γεννήσει.

Αγαπούσαν  την περιπέτεια και τη φύση, τις  απέραντες πεδιάδες και τα βουνά όπως μπορεί κανείς να νιώσει σ’  αυτά τα τρία  αποσπάσματα:

1.
Βουνά πελώρια στημένα απέναντί μας,
ξερνάνε χιόνι τα περάσματα σας,
δεν ξεχωρίζουν καλοκαίρι από χειμώνα,
οι άνεμοι σας ανελέητοι φυσάνε…

Βουνά από λουλούδια κυκλωμένα,
τα βοσκοτόπια σας η ελπίδα κι η χαρά μου,
μη φτάσουν κυνηγοί από ξένους  τόπους
τους μαγικούς σας δρόμους να ρημάξουν.

  
2.
Ήρθα για να μου πεις το μυστικό σου,
γιατί δε φεύγει το ντουμάνι σου Αστροβούνι;

Στους κήπους μας ανθίσαν τα μπουμπούκια
μα εδώ παράξενα τα αηδόνια κελαηδούνε
κι η μοναξιά σου είναι πιο βαριά απ’ το θάνατο,
γιατί δε φεύγει το ντουμάνι σου Αστροβούνι;


3.
Θόλωσαν της τρελής καρδιάς μου τα νερά,
ρουμάνια και βουνά τα περιδιάβασα
κι είχα έναν λύκο συντροφιά στις ερημιές μου,
όμως δε σώθηκα αλλάζοντας πατρίδα. 

Ένα τραγούδι του Ασικ Γκαρίπ,  ενός θρυλικού ασίκη και καταπληκτικού οργανοπαίχτη που περιηγήθηκε για χρόνια στα μέρη του Ερζερούμ, του Καρς και του Χαλεπιού, μιλά για την αγαπημένη του πόλη:

Έφυγα μα ξανάρχομαι
Χαλέπι, πόλη της χαράς,
με τάισες γλυκό ψωμί,
χαλάλι σου, πόλη μου, Χαλέπι.

Πόλη σε λεν της αραπιάς
και κήπο της αγάπης,
οι φίλοι μ’  αποχαιρετούν,
Χαλέπι μου, ευτυχία μου.

Έπεσε χαμηλά ο Γκαρίπ,
βοήθα προφήτη μου Χιντίρ,
να δω πάλι την πατρίδα,
Χαλέπι μου περίμενε με.
  
Ο Ασίκ Ομέρ, ένας από τους πιο αγαπητούς και πολυταξιδεμένους ασίκηδες του 17ου αιώνα  που πέρασε τη ζωή σαν στρατιώτης φιλοσοφεί:

Πώς να φτιαχτήκαν οι στεριές,
ρώτα τον ψεύτη κόσμο,
τόσο αίμα πως μαζεύτηκε,
ρώτα τον ωκεανό.

Για το συνήθειο της καρδιάς,
ρώτα τον ψεύτη κόσμο,
το ασικλίκι τι θα πει,
ρώτα κανένα σκλάβο.

Το ντέρτι δε γιατρεύεται,
το δάκρυ μου δε σβήνει
ρώτα,  αν θες, την έρημο
πως ζουν χωρίς συντρόφους.

Οι ασίκηδες ήταν πάντα αντίθετοι στην αυθαιρεσία και στις καταχρήσεις  του σουλτάνου και της αυλής του και ακολούθησαν κάποια δόγματα αιρετικά που τους έφεραν σε αντιπαράθεση με τους σκληροπυρηνικούς του Ισλάμ. Έτσι, πολλοί απ’ αυτούς δολοφονήθηκαν, εκτελέστηκαν και κάηκαν ζωντανοί από τους  φανατικούς μουσουλμάνους.  Σε πολλά  τραγούδια  φαίνεται η κοινωνική τους στάση:

Οχτώ μήνες για χειμώνα, τέσσερις για καλοκαίρι,
για τους περισσότερούς μας όλεθρος και συμφορά,
πριν μπει Οκτώβρης παγώνουμε ολόκληροι,
μόνο το Μάη λύνεται η καρδιά μας.
  
Έφτασε ο φοροεισπράκτορας του κράτους,
κρατάει στα χέρα του καμτσίκι να βαρέσει,
το πάπλωμα μας το πουλάει στο παζάρι,
στρώνουμε τα κουρέλια μας για ύπνο.

Σ’ ένα άλλο  ανώνυμο κομμάτι "Το τραγούδι του θαλασσινού" που τραγουδιέται από τον δέκατο έκτο αιώνα στην περιοχή της Τραπεζούντας,  γίνεται μνεία της σκληρής ζωής των ψαράδων:

Πώς να ανέβω μοναχός
στου πλοίου το κατάρτι
δώσε, θεέ μου υπομονή,
στην καρδιά της μάνας μου.

Χώρα μας είναι η Τραπεζούντα
γρόσια τα χέρια μας δε βλέπουν
αν δε βγει χαμσί και φέτος
θα κλαίμε για το χάλι μας. 

"Το κόκκινο ποτάμι",  ο αρχαίος ποταμός Άλυς που διασχίζει την πεδιάδα της Παφλαγονίας στην κεντρική Ασία και  χύνεται στα νερά της Μαύρης Θάλασσας, γίνεται η αφορμή για ένα άλλο άσμα του Ασίκ Βεϊζέλ, ενός τυφλού οργανοπαίχτη, οπαδού του τάγματος των Αλεβήδων :

Μπήκε η άνοιξη και λύσσαξες,
ποτάμι εσύ Κιζιλιρμάκ,
ούτε κοιμάσαι ούτε ξαποσταίνεις…

Έφαγες νύφες και κορίτσια,
μάτια πανέμορφα κατάπιες,
καμιά  ογδονταριά έφαγες φέτος …

Έχεις ρηχά έχεις βαθιά,
έχεις και μια παγίδα μες τον πάγο,
νάμουν θάλασσα να σε ρουφούσα,
ποτάμι εσύ Κιζιλιρμάκ.

Ένας ασίκης του δέκατου έκτου αιώνα,  ο Πιρ σουλταν Αμπντάλ, εκτελέστηκε από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, επειδή πήρε το μέρος του αντιπάλου του σάχη Ταχμπάσπ, ο οποίος ηγήθηκε μιας επανάστασης χωρικών εναντίον της αυτοκρατορίας. Σε κάποια σκόρπια αποσπάσματά του που σώθηκαν, λέει:

Μακάρι νάμουνα μποστάνι καταπράσινο
Μακάρι νάμουνα θρύλος στο στόμα του λαού
Μακάρι νάμουνα πιο δυνατός  από το θάνατο.

Οι ασίκηδες ζούσαν μια ζωή ελεύθερη και ανυπόταχτη, εκφράζοντας μεγάλα τμήματα  του λαού που υπέφεραν από την οθωμανική κατοχή και το διεφθαρμένο καθεστώς, το οποίο είχε κυριαρχήσει στις επαρχίες της τουρκικής αυτοκρατορίας. Το πνεύμα αυτό του πάθους για ελευθερία φαίνεται στο παρακάτω κομμάτι:

Αντίκρυ μας χιoνόσκεπα βουνά που μας μαγεύουν,
τριγύρω μας παραδεισένιοι κάμποι λάμπουν…
ο τόπος της φυγής  μου το Ουρούμ ή η Δαμασκός ;

Ενώ σε κάποιο άλλο κομμάτι ενός  σπουδαίου ασίκη, ο τραγουδιστής αφηγείται:

Στο άλογο μου το πιστό καλπάζω καβαλάρης,
με προσευχές  ευλαβικές σ’ ανατολή και δύση,
να ο βαθύς ο ποταμός Αγιάρ, κοντά στο Καφεντί,
νύχτα εκεί στο Καφεντί πλάι –πλάι θα κοιμηθούμε.

Πιο πέρα από το Καμαράν είναι ένα μονοπάτι,
πετούν τα γκέμια μας πάνω απ’ του τάταρου το ρέμα,
φτάνουμε νύχτα στο Γιογσούν και θα προσευχηθούμε,
απόψε μέσα στο Γιογσούν πλάι- πλάι θα κοιμηθούμε.

Στην πόλη Ογρέκ μια  φορεσιά θ ένα σου παραγγείλω,
τρία όμορφα σαμάρια θα κεντήσω και θα πλέξω
κι από ασήμι καθαρό πέταλα θα σου φτιάξω,
απόψε στο Ογρέκ τα δυο πλάι – πλάι θα κοιμηθούμε.

Και να ο κάμπος του Ελμπιστάν, πιο ξακουστός απ’ όλους,
το καλοκαίρι καίγεται από καυτούς ανέμους,
στο Μπιν Μπογά που χτίζουν τα γεράκι τη φωλιά τους,
εκεί απόψε εμείς οι δυο πλάι –πλάι θα κοιμηθούμε...

 Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Το κείμενο βασίστηκε στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη Οι Ασίκηδες, εκδόσεις Άγρα, 2003. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου