Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

"Χειμερία ζάλη" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Φέτος δεν έχουμε βροχές
Είπες
Κοιτάζοντας τη ραγισμένη κρούστα του καιρού
Σκάβει πολύ ο ήλιος το περίβλημά μας
Τόσο που απρόσεχτα εξακοντίζει τον Θεό
στα δώματα της απουσίας του
Ύστερα
εσύ
εγώ
μια κλίση προς τα άνω
αβεβαιότητας
Και το εμείς στο πρώτο πρόσωπο ενικού

                                                     «Ραγισμένη Κρούστα»

Στη νέα της συλλογή, η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου, βαθιά ανθρωποκεντρική, μιλάει για τον άνθρωπο και τη σύγχρονη εποχή, για το πέρασμα του χρόνου, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τον έρωτα και τον θάνατο, για την ζωή και την αγάπη, με το δικό της χαμηλόφωνο, ιδιαίτερο τρόπο. Στην Χειμερία ζάλη οι λέξεις αποπνέουν μια καρτερική αναμονή ανθοφορίας.

Η ποιήτρια κοιτάει τον άνθρωπο της εποχής της κατάματα και τον βρίσκει χαμένο και μόνο, χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, χωρίς εκείνη την ειδική βαρύτητα που χρειάζεται να έχει η προσωπικότητά του για να αφήσει τα ίχνη του στον χρόνο, για να γράψει την προσωπική του ιστορία.

Η ερημιά της ψυχής του φανερώνεται σε όλο το μεγαλείο της τη νύχτα, όταν ο μοναχικός άνθρωπος ανοχύρωτος μες το σκοτάδι μάταια παλεύει μέσα του να βρει ένα φως.

Είναι αυτό το πιωμένο χέρι που τρεκλίζει επάνω στο κλειστό πορτατίφ/ Εδώ και χρόνια επιχειρεί μέσα στα μεσάνυχτα να ανάψει ένα φως/ Είναι η ώρα που ακούει όλους τους αποδημήσαντες/ να επισκέπτονται ένα αφημένο πάθος/ μια ζωή απρόσμενα κομμένη στα δύο/ Είναι εν τέλει ο θάνατος η άλλη σκέψη;

Η ποιήτρια χαρακτηρίζει την εποχή μας, εποχή μιας χρήσεως. Μια εποχή που θέλει τους ανθρώπους ομοιόμορφους, στερημένους από την μοναδικότητά τους. Μια εποχή που φτιάχνει ανθρώπους απρόσωπους σαν αγάλματα, με μαρμάρινα συναισθήματα και ένα κενό μέσα τους· ζουν μεταξύ του λίγου και του ελάχιστου.

…Το ξέρω πως είναι η εποχή της μίας χρήσεως/ Κάθε πρωί περιμαζεύουμε τα χαρτομάντιλα της λύπης/ από πεζοδρόμια χωρίς πόδια/ από παράθυρα δίχως πρόσωπα/ Οι άνθρωποι υπάρχουν πια χωρίς τα ίχνη τους/ Ολόκληροι ένα δάκρυ που εξατμίζεται στα υπόγεια της θλίψης.


Η ποιήτρια, κόντρα στο ρεύμα των καιρών, επιχειρεί να αντισταθεί σε αυτή τη διαδικασία φθοράς, να ανάψει με την ποίηση της ένα φως μες το σκοτάδι.

Στην ποίηση της περιθάλπει τη μοναδικότητα.

Είναι η μία εκείνη φορά που φτιάχνει παραμύθια/ Η μια φορά σε τούτο τον καιρό της ανάγκης/Κρατάω τη μοναδικότητα/ Την περιθάλπω στοργικά/ ως παρακαταθήκη επανάληψης…

Το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη ζωής και συμβολίζει εδώ τον έρωτα και την αγάπη, που έχουν την ίδια ιδιότητα να βγαίνουν εκτός ορίων, να ξεχειλίζουν ορμητικά! Χωρίς αγάπη ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέλμα, παραμένει υποταγμένος και στάσιμος σε μοίρα που του επιβάλλεται από τους καιρούς, χωρίς να έχει τη δύναμη να την αλλάξει. Το συναίσθημα είναι δύναμη ζωής. Η αγάπη είναι το συστατικό που λείπει, σε αυτούς τους άνυδρους καιρούς, για να γεμίσει το εσωτερικό κενό, ώστε να πάψει η ψυχή να γίνεται αντίλαλος της νύχτας.

Μόνο η ρευστότητα μπορεί να δραπετεύσει/ από ένα σχήμα σαν γκρεμό/ κι ο άνθρωπος νερό θα πρέπει να γεννιέται…

Και αλλού:

…Μόνο η αγάπη αλλάζει προορισμό/ Μόνο η αγάπη μεταποιεί τον κόσμο/ Και μια παλιά, κουρελιασμένη, παλιομοδίτικη ζωή/ σε κάποια όχθη πεταμένη/ γίνεται νερολούλουδο/ Να στάζει μόνιμα το άγιο νάμα

Η ποιήτρια καλλιεργεί το έδαφος της καρδιάς σαν επίμονος κηπουρός, μέχρι να γίνει γόνιμο, να το δει να ανθίζει. Φυτεύω τη ζωή σε χρόνο γόνιμο/ Με απαλές κινήσεις/ Με του ιδρώτα πότισμα/ Με λιπάσματα για εξόντωση των άγριων ημερών…

Η ποίησή της προσδίδει μια μορφή ιερότητας στις καθημερινές συνήθειες, στις ρουτίνες της ημέρας, αποτυπώνει μια στάση ζωής.

Πάντα έρχεται η ώρα για το δείπνο
Έχει σημασία τι θα στρώσει κανείς για βράδυ
Σε τι εντέλει θα προσευχηθεί
Έχει σημασία σε τι θα σηκώσει το ποτήρι της ανάγκης

Άσπρο πάτο
ή άσπρη ζωή;

Η ποίηση της είναι μια συνεχής αναζήτηση του άλλου, ένας ανοιχτός διάλογος, με λέξεις ευαίσθητες και συναισθήματα εύθραυστα, για εκείνην ο άλλος είναι συχνά ανοιχτό βιβλίο.

…Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
Βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό και δεν αντέχεται


Η φύση έχει ιδιαίτερα έντονη παρουσία, συχνά αλληγορική στα ποιήματα, με τον κύκλο των εποχών να συμβολίζει το πέρασμα του χρόνου και τον κύκλο της ζωής. Το νερό και το φως συμβολίζουν την αγάπη, η άνοιξη τον έρωτα, το κρύο και η ξηρασία τη μοναξιά, το σκοτάδι τον φόβο… Οι συμβολισμοί είναι απλοί, ωστόσο χρησιμοποιούνται με ευρηματικότητα.

Το πέρασμα του καιρού είναι μια περιδίνηση γύρω από την ύπαρξη που σχηματίζει κυκλικές διαδρομές, με το τέλος κάθε φορά που κλείνει ένας κύκλος να σηματοδοτεί μια νέα αρχή, ένα νέο ταξίδι, με τις αποσκευές του ανθρώπου πλουσιότερες σε εμπειρίες. Ακόμα κι όταν φαίνεται πως δεν υπάρχει δρόμος:

Ν΄ανάψεις ένα δρόμο είναι το ζητούμενο/ Εκεί που σβήνει μία διαδρομή/ να΄χει φωτιά το μάτι σου να δει/ να πυρπολήσει όσα δεν φαίνονται.
Η ποιήτρια γράφει για τις διαδρομές της ζωής της: Μια ανάβαση έψαχνα σ’όλες τις διαδρομές/ Έβλεπα μονίμως ένα φως/ στον τελευταίο όροφο αναμμένο/ Όλες οι μέρες μου/ με ένα τέντωμα του κεφαλιού ψηλά/ και βλέμμα ανεμόσκαλα

Ο έρωτας φέρνει απότομα στην καρδιά την άνοιξη, αν και έξω είναι ακόμα χειμώνας. Κράτα σφιχτά το χέρι μου/ να νιώθω τα σμήνη της αγάπης σου/ να με πολιορκούν μέχρι τελικής ανάγκης/ Έτσι, σου λέω, παραδίνομαι/ με μια λευκή καρδιά να κυματίζει/ ίδια με ανοιξιάτικο σύννεφο/ Μέσα σε τόσο φως τι άλλο να ψάχνει το σκοτάδι μου/ Μονάχα τη λαμπρότητα/ των δυο μικρών παράδεισων/ στην άκρη των χειλιών σου…

…«Κοίτα/ Είμαστε επιτέλους δέντρα που αγκαλιάζονται», μου είπες/ Κι εγώ άνθισα πιο τρελή από αμυγδαλιά/ έναν Δεκέμβρη μήνα που ο χρόνος άρχιζε/ αντί να τελειώνει.

Κάποτε ένας αγέρας που έρχεται να πάρει λίγο τα περάσματα ανάμεσα στα χρόνια φέρνει στην ποίησή της εικόνες από τα περασμένα, από την παιδική ηλικία, αναμνήσεις από αγαπημένους που έφυγαν. Πότε έφυγες;/ Χτες ακόμη σκάλιζες με τα μάτια σου τον ουρανό/ Φύτευες νέα άστρα/ άνθη αναρριχώμενα/ που σαν ατίθασα μαλλιά ξέφευγαν απ’ το κεφάλι αγγέλων και έπεφταν ίδια με ταξίδι Ραπουνζέλ/ κάτω από το μπαλκόνι του κόσμου/ Να ανέβει έλεγες,/ τρελά ερωτευμένος ο καιρός… …Τουλάχιστον να έδινες την απαραίτητη/ ενός μηνός προειδοποίηση/ Να’ χω τριάντα μέρες αργύρια/ να εξαγοράσω τον προδότη χρόνο.

Η ποίησή της ξέρει να φτιάχνει μικρά καράβια από λέξεις το σούρουπο, να ζωγραφίζει μια θάλασσα, ένα νιο φεγγάρι την ώρα που αποσύρεται ο κόσμος στο αδιάφανο και μεγαλώνουν οι σκιές. Η ποίηση της είναι παρηγορητική, κερνάει ψωμί κι αντίδωρο, βρέχει τη σκέψη με κρασί για να μεθάει την πίκρα, να ξεγελάει το πέρασμα του χρόνου. Στα ποιήματά της κάποιες φορές ακούγεται να σεργιανά ένα τραγούδι.

Κατερίνα Τσιτσεκλή 

ΣΑΝ ΠΕΙΡΑΤΗΣ
Και τη στιγμή εκείνη
Που συλλογίζεσαι πως είσαι μόνος
Έρχονται και κάθονται μέσα σου
Τόσοι χαμένοι κόσμοι
που λίγο να σκύψεις στα ναυάγιά τους
μπορείς να ξεχαστείς τα βράδια σου
σαν πειρατής χωμένος σε θησαυρούς που χάθηκαν
σε μια σταγόνα αναβολής


ΚΟΚΚΙΝΟ, ΠΡΑΣΙΝΟ
Σε κοιτάω κάθε μέρα στους δρόμους
ανάμεσα στις μοναξιές που διασταυρώνουν με τόση προσοχή
τα κρύα νερά του κόσμου
Δίχως μια λέμβο
Χωρίς σωσίβιο
Με την ανάγκη μόνο παραμάσχαλα
καθώς εκεί ακριβώς στα φανάρια
λίγο πριν ανάψει πάλι κόκκινο
και σταματήσει η ευκαιρία
ξυπνά μια πράσινη χλόη από τη χειμερία ζάλη της
Κι έτσι παραπατώντας
ζητά να φυτευτεί στην άλλη όχθη
με τα τρεχούμενα λόγια
την ψιλή βροχή
τα μεγάλα, βαθύσκιωτα χρόνια
Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό
και δεν αντέχεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου