Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

"Παιχνίδι με τον σπάγκο" της Σόνιας Ζαχαράτου

Είχα την ατυχία, μην πω τη δυστυχία, να χάσω τη μητέρα μου από καρκίνο, όταν ήμουν 9 ετών. Η σχέση μου λοιπόν με τη μητέρα, μολονότι δεν ευτύχησε να περάσει από τα προβλεπόμενα στάδια, πέρασε από πλήθος άλλων, μεταξύ των οποίων δεν έλειψαν η εξιδανίκευση, ο θυμός, η αγιοποίηση και η αδιαφορία. Ακόμη και σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές – και αφού έχω ολοκληρώσει σειρές ψυχαναλυτικών και ψυχοθεραπευτικών συνεδριών για το θέμα – ισορροπώ με τρόμο ανάμεσα στο ευτυχώς και το δυστυχώς της κατάστασής μου ως ορφανής από μικρή, για να καταλήξω πάντοτε στο ίδιο συμπέρασμα: ότι η μητέρα μου ήταν ο νοηματοδοτικός παράγοντας της ζωής μου τα χρόνια που την είχα στο πλάι μου και ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν θα μπορέσω να ξεπεράσω την απώλειά της. Πάντοτε θα πέφτει πάνω μου σαν ίσκιος βαρύς και θα μου στοιχειώνει την ανάσα.

Σκοπός μου βέβαια δεν είναι να γράψω, σε αυτό το σημείωμα, για τη δική μου σχέση με τη μητέρα μου. Η εισαγωγή έγινε για να καταλάβει όποιος διαβάσει την άποψή μου ότι το βιβλίο Παιχνίδι με τον σπάγκο με αφορά άμεσα. Και, επειδή ακριβώς με αφορά άμεσα, δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω απλώς σαν φιλόλογος ή σαν αναγνώστρια: είναι κάτι σαν προσωπική υπόθεση για μένα.

Και, ναι, περιέχει τμήματα που είναι απολύτως συγκινητικά, όπως τα ακόλουθα:

Φοβάμαι, μαμά. Κι εσένα, φοβάμαι.
Επειδή πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά.
Γι’ αυτό.
Γιατί πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά;
Γιατί;
Και τις φοβούνται τις μαμάδες, μαμά, όταν έχουν πεθάνει;
Και τις φοβούνται κι όταν ήταν ζωντανές;
Φοβούνται πάντα χωρίς τις μαμάδες;
Φοβούνται και με τις μαμάδες;
Πάντα;
Χωρίς;
Με; (σελ. 39)

Έπειτα, όταν δεν είσαι εκεί,
Όταν ούτε η κλεψύδρα είναι εκεί,
Όταν ούτε ο ουρανός με τα άπειρα αστέρια είναι εκεί,
Όταν ούτε το άλογο, ο κόρφος σου, ο λύκος, ο σπάγκος, το πιάνο,
      η μουριά, τα παραμύθια είναι εκεί,
Όταν δεν είσαι εκεί,
Όταν δεν είσαι,
Είναι το σπίτι εκεί που απομένει άδειο,
Ερημωμένο,
Το άδειο σπίτι στο χρώμα της ώχρας,
Το άδειο σπίτι και οι άδειες θυρίδες στους χοντρούς τοίχους,
Το άδειο σπίτι με τις μανταλωμένες πόρτες,
Το άδειο σπίτι και ο χορταριασμένος κήπος. (σελ. 41)

Όπως και όλη η ενότητα «Γράμματα στη μαμά».

Ταυτόχρονα, όμως, περιέχει και τμήματα που το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους είναι η υπερβολή και μάλιστα μια υπερβολή που απεμπολεί χωρίς δεύτερη σκέψη κάθε ψήγμα συστολής: μοιάζει από αυτήν την άποψη με τις παραστάσεις που ανεβάζουν ερασιτεχνικοί θίασοι, όπου οι «ηθοποιοί» προσπαθούν υπέρ το δέον να πείσουν τους θεατές για τις ερμηνευτικές τους ικανότητες:

Εγώ θα πάρω την ευθύνη πάλι! Εγώ φταίω!
Όχι, εσύ! Όχι! Εγώ! Εγώ!
Εγώ το τραύμα! Εγώ ολόκληρη ένα τραύμα!
Το αφιερώνω,
Με αφιερώνω σε όλα τα ποντίκια και τους αρουραίους και τις κατσαρίδες και τις ακρίδες
    και τα σκουλήκια.
Το τραύμα.
Εκείνα έχουν τραύμα;
Τα ποντίκια;
Οι αρουραίοι;
Οι κατσαρίδες;
Τα σκουλήκια;
Οι ακρίδες;
Και τι κάνουν;
Κι εγώ; (σελ. 26)

- Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, τι μου τάζεις;
- Τα μάτια μου και τα νύχια μου. (σελ. 28)

Στο αληθινό πένθος δεν χωρά υπερβολή, όπως δεν χωρά ούτε στην αληθινή αγάπη. Και δεν ξέρω τελικά τι άλλο καθορίζει τη σχέση μας με τη μάνα πέρα από αυτά τα δύο στοιχεία, του πένθους και της αγάπης, ανάμεσα στα οποία ταλαντωνόμαστε από τη γέννηση μέχρι τον θάνατό μας. Από αυτή την άποψη, η δική μου ανάγνωση του βιβλίου το καθιστά ψεύτικο: η βάση στην οποία τίθεται η σχέση μητέρας-κόρης (η οποία είναι πιο βαθιά και πολύπλοκη από τη σχέση μητέρας-γιου, χωρίς να είναι ούτε κατά διάνοια λιγότερο ερωτική ή λιγότερο μεταφυσική), αλλά και η αναπαράσταση της μητέρας ως ανθρώπου με σάρκα και οστά και όχι ως αμόλυντης αρχετυπικής εικόνας, είναι για μένα ψεύδη που δεν μπορώ παρά να απορρίψω.

Εκεί που έπρεπε κατά τη γνώμη μου να υπάρχει σιωπή (γιατί μόνο με σιωπή στέκεται κανείς μπροστά στον βαθύ πόνο), στο Παιχνίδι με τον σπάγκο υπάρχει κραυγή. Και όχι μόνο μία: υπάρχει σωρεία από κραυγές που φλερτάρουν με ακραίες συνθήκες. Ίσως βέβαια αυτή να είναι η μόνη δυνατή περιγραφή της σχέσης μιας κόρης με μια μητέρα ζωντανή: να μια περιοχή που δεν γνωρίζω καθόλου. Ίσως λοιπόν ο μόνος τρόπος που μπορεί η κόρη να μιλήσει για τη σχέση της με τη ζωντανή μητέρα να είναι αυτός: μια σειρά από κραυγές που μπροστά τους βουβαίνεται ο κόσμος. Ίσως. Είναι κάτι που δυστυχώς δεν θα μπορέσω να μάθω από πρώτο χέρι ποτέ.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου