Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

155 χρόνια από τη γέννηση και 85 από τον θάνατο του Καβάφη

Στις 29 Απριλίου 2018, εχθές δηλαδή, έκλεισαν 155 χρόνια από τη γέννηση και 85 από τον θάνατο του μέγιστου Αλεξανδρινού. Με αφορμή αυτές τις επετείους, το στίγμαΛόγου στάθηκε στην έκδοση Επτά μελετήματα για τον Καβάφη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Το βιβλίο ξεκίνησε από την πρόθεση δημοσίευσης των πρακτικών της Ημερίδας για τον Κ.Π. Καβάφη που διοργάνωσε το Τμήμα Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στις 23 Μαΐου 2013, στην πορεία όμως η επιμελήτρια της έκδοσης και καθηγήτρια του Δημοκρίτειου, Ελισάβετ Αρσενίου, διαπίστωσε ότι τα κείμενα αποτελούσαν αυτόνομα και ανεξάρτητα δοκίμια. Εκτός από τα επτά μελετήματα, η έκδοση περιλαμβάνει πολύ ενδιαφέροντα σχόλια των φοιτητών κατά την Ημερίδα.

Εμείς θα σταθούμε στο κείμενο της Σοφίας Βούλγαρη που αναφέρει το πώς περιέγραψαν τον Καβάφη άλλοι, μεταγενέστεροι ποιητές  σε δικά τους ποιήματα, και θα κάνουμε μια επιλογή τριών ποιητών και ισάριθμων ποιημάτων (στο μελέτημά της η κα Βούλγαρη στέκεται σε πολλούς περισσότερους):

«Στο ποίημα “K.Π. Καβάφης” του αιρετικού και ρηξικέλευθου Νικόλαου Κάλας (1932)[1] διακρίνουμε τα ίχνη αμφιθυμίας του νεαρού επαναστάτη ποιητή απέναντι σε έναν παθητικό πρόγονο, ο οποίος δεν πράττει, απλώς βλέπει και ακούει τα σημάδια της παρακμής και της πτώσης, προσπαθώντας να εξευμενίσει τον “ανυπάκουο πόντο/ με μυρωμένο έλαιο”.  Η “αγωνία της επίδρασης” που διακατέχει τον νεαρό Κάλας πηγάζει από τη βαθιά συγγένεια που τον συνδέει με τον ανορθόδοξο, αιρετικό, πρωτοποριακό και παραγνωρισμένο Καβάφη και εκδηλώνεται σε κειμενικό επίπεδο μέσω της αμφιταλάντευσης του βλέμματός του ανάμεσα στην τρυφερότητα (: τα γαλανά μάτια, η ανοικειωτική, για τα καβαφικά δεδομένα, θαλασσινή σκηνοθεσία, η ρομαντικού τύπου αλληλεπίδραση φύσης και συναισθήματος) και την υποβόσκουσα υποτίμηση. Ο νέος Προμηθέας ξεπέρασε τον πρόδρομο, ο οποίος έμεινε στάσιμος στον θρήνο της απώλειας και το άγχος του ανικανοποίητου: έφυγε, ταξίδεψε, ανοίχτηκε σε νέους κόσμους, νέες γραφές, νέες τέχνες, πραγματοποίησε το μεγάλο ταξίδι, μακριά από ό,τι τον καταπίεζε.[2]

Αν η ματιά του μαρξιστή Κάλας εστιάζει στην παρακμιακή, «αστική» πλευρά του Καβάφη, η οποία τον περιορίζει στο θρηνητικό αναμάσημα, ο Σαραντάρης τοποθετεί το δικό του πορτραίτο του Αλεξανδρινού στο ερωτικό πεδίο, αποδίδοντας τον θλιμμένο, αρνητικό ή στερημένο τόνο της γραφής του στην ομοφυλοφιλία του. Ο νεαρός Σαραντάρης, θαυμαστής κι αυτός κατά βάθος και γνώστης του καβαφικού έργου, προβάλλεις το ποίημα “Καβάφης” (1932)[3] μια ανοικειωτική εικόνα του Καβάφη “σχεδόν βάρβαρου”, ξένου προς το ελληνικό πνεύμα, μια εικόνα σκοτεινή και μελαγχολική, υποβάλλοντας ταυτοχρόνως την αντίθεση ανάμεσα σε μια ποίηση «άγονη» και «στείρα», πεισιθάνατη και ηδονιστική, μια ποιητική που ανακυκλώνει εικόνες σωμάτων, ινδάλματα της ηδονής μακρινά, άπιαστα κι εξιδανικευμένα, όπως η καβαφική, από τη μια μεριά, και σε μια ποίηση πνευματική και μεταφυσική, η οποία αναζητά την αλήθεια του ανθρώπου με ορμή και νεανικό πάθος και διαλαλεί την αιωνιότητα της ζωής, τον έρωτα ως πηγή ευφρόσυνης χαράς – ένα είδος ποίησης που επιστρατεύει τον έρωτα και την ομορφιά ως αντίδοτα για την αθλιότητα του θανάτου, όπως αυτή που ευαγγελίστηκε ο ίδιος ο Σαραντάρης.[4]

Ο Τάσος Λειβαδίτης, αντιθέτως, διοχετεύει στο δικό του, αρκετά μεταγενέστερο ποίημα με τίτλο “Καβάφης” (1959)[5] τη συμπάθεια ενός μεταπολεμικού ποιητή για τον Αλεξανδρινό, αντιστρέφοντας τους όρους της ηθικολογικής στάσης απέναντι στον “ανορθόδοξο” ερωτισμό του και αναιρώντας την εντύπωση του ανικανοποίητου και του στερημένου, την οποία αναπαράγει ο Σαραντάρης. Στο ποίημα του Λειβαδίτη η νύχτα, το σκοτάδι στο οποίο “πνίγεται”, κατά τον Σαραντάρη, η καβαφική “θλίψη του χρόνου”, αποκτά θετική σημασία, ενώ τη θέση της ερωτικής στέρησης, της μοναχικής αγωνίας, παίρνουν οι “νυχτερινές ακολασίες”, τα “σφοδρά συμπλέγματα” και, κυρίως οι ”γιγάντιες, σα θόλοι ναού, ηδονές”, οι ”άγνωστες, πέρ’ από κάθε πρόσχημα, τραχιές, σα νίκες, αμαρτίες”. Καθώς, τέλος, ο ποιητής επιστρέφει, “εξαντλημένος και ώριμος/ κομίζοντας, σα μια καινούργια αγνότητα, το νέο αμαρτωλό του ποίημα”, είναι ξεκάθαρο ότι το κείμενο αποδομεί τις αντιθέσεις ανάμεσα στο νόμιμο και το άνομο, το ιερό και το ανίερο, την αγνότητα και την αμαρτία, προβάλλοντας μια εικόνα ενός Καβάφη ερωτικά ενεργού, απελευθερωμένου, χορτασμένου (σχεδόν κορεσμένου) σεξουαλικά, αντισυμβατικού, αιρετικού και απολύτως συνειδητοποιημένου· τα “αμαρτωλά” του ποιήματα, απότοκο ενός ξέφρενου ερωτισμού, δραματοποιούν και πραγματοποιούν την κατάρριψη της συμβατικής ηθικής και της τρέχουσας ποιητικής».

Και καταλήγει η Σοφία Βούλγαρη, αφού έχει επισκοπήσει το σύνολο των ποιημάτων για τον Καβάφη που έχουν γράψει μεταγενέστεροι ποιητές: «Αναγιγνώσκοντας τις εκδοχές του σημαίνοντος “Καβάφης”, όπως ξετυλίγονται από τη δεκαετία το 1930 έως σήμερα, ο σημερινός αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με την πρόκληση να αναγνώσει το καβαφικό (υπο)κείμενο όχι ως στατικό και στερεότυπο αλλά ως μια διαθεσιμότητα, ως χώρο αναμετρήσεων των διακειμενικών ταυτοτήτων του χθες, του σήμερα, του αύριο».

Σοφία Βούλγαρη

και για την ανάγνωση
στίγμαΛόγου



[1] Ν. Κάλας, Ποιήματα, Αθήνα: Πυρσός, 1932 (στο εξώφυλλο αναγράφεται 1933) [=Ν. Κάλας, Γραφή και φως, Αθήνα: Ίκαρος, 1983, 92]· στον τόμο Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα (1909-2001), επιλογή-παρουσίαση-σχόλια: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Πάτρα: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, 2003, 48.
[2] Σε αντίθεση με τους περισσότερους μελετητές, οι οποίοι βλέπουν στον Κάλας έναν ανεπιφύλακτο θαυμαστή του Καβάφη (βλ. λόγου χάριν, την άποψη του Δασκαλόπουλου, Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα (ό.π., 251), πιστεύω ότι η σχέση του με τον Καβάφη είναι πιο περίπλοκη, καθώς χρωματίζεται από οιδιπόδεια αμφιθυμία, από την «αγωνία της επίδρασης» - είναι η ανταγωνιστική σχέση του ισχυρού επιγόνου με τον Πατέρα ποιητή, όπως την εννοεί ο Harold Bloom. Βλ. σχετικά, Σοφία Βούλγαρη, «Κάτω από το “γαλάζιο βλέμμα” του προγόνου: ο Καβάφης του Κάλας» στον τόμο νικόλαος κάλας. ξαναδιαβάζοντας το έργο του, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου (Κομοτηνή, 10-12 Ιουνίου 2005), επιμέλεια: Κ. Κρεμμύδας, Αθήνα: Μανδραγόρας, 2006, 139-162.
[3] Βλ. Γ. Σαραντάρης, Ποιήματα (Ελληνική περίοδος 1931-1940), τόμος δεύτερος: 1931-32, εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια & σημειώσεις: Γ. Μαρινάκης, Αθήνα: Gutenberg, 1987, 197· επίσης: Γ. Σαραντάρης, Έργα 2. Κατάλοιπα 1932-1940, επιμέλεια: Σ. Σκοπετέα, Ηράκλειο: Βικελαία Βιβλιοθήκη, 2006, 7· στον τόμο Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα ό.π., 64-65.
[4] Στη μελέτη της Σοφίας Βούλγαρη γίνεται αναφορά και στο έτερο ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη για τον Αλεξανδρινό, το «Κ.Π.Καβάφης» (1939), η οποία δεν παρατίθεται εδώ.
[5] Πρώτη δημοσίευση: Επιθεώρηση Τέχνης 9/52 (Απρ. 1959), 173· στον τόμο Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα ό.π., 115· για τη σχέση Λειβαδίτη-Καβάφη, βλ. στον ίδιο τόμο 272-273.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου