Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

"Στον καύσωνα της Πατησίων" - ένα νέο ποίημα του Αντώνη Ζέρβα


ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ
ΣΤΟΝ ΚΑΥΣΩΝΑ ΤΗΣ ΠΑΤΗΣΙΩΝ

Θρηνεῖ ὁ νικημένος, ἔσβησε ὁ νικητής
Σιβύλλειος χρησμός

Γυρίζει μὲ τὸ σώβρακο μὲς στὰ δωμάτια μονάχος, σὰν ἡττημένος στρατηγὸς ποὺ σκέπτεται καὶ ξανασκέπτεται ἂν ἦταν ἐπιτελικὸ τὸ σφάλμα ἢ ἁπλῶς τὸν πρόδωσε ἡ τύχη.
Ἴσως, μονάχα τ’ Ἀπομνημονεύματα θὰ μαλακώναν τώρα τὴν πικρία, θὰ τοῦ καλμάριζαν τὴ μόνιμη ὀργή, γιατί μόνον ἐκεῖ τὸ νικημένο Ἒγὼ ξαναθερμαίνεται καὶ ξαναπαίρνει πάνω του, πρὶν νὰ παγώσει τελειωτικά.
Ἀλλὰ τί βάρος νά ‘χει πλέον ἡ ἀνάγνωση μὲς στὸ βασίλειο τῆς ἐπικοινωνίας ;

Γυρνάει μὲ τὰ σώβρακα μὲς στὰ δωμάτια ποὺ μοιάζουν μὲ σαλόνι κλειστοῦ ξενοδοχείου, ἐνῶ ἡ ἄσπρη τέντα φουσκώνει καὶ χτυπιέται στὸ μπαλκόνι, λὲς κι ὅλο τὸ διαμέρισμα εἶναι ἱστιοφόρο μιᾶς ἀναψυχῆς.

Ἂς γελάσω! Εἶναι κι αὐτὸς σὰν ὅλους τοὺς ἀπέλπιδες συνόμηλίκους μας ποὺ περιφέρονται μὲ πλαστικὰ φλυτζάνια, κοντὸ βρακὶ καὶ φανελλάκι ὁλοτελῶς ἀδιάφοροι για τὴν εἰδή τους.
Βεβαίως, δὲν κατεβαίνει κάτω. Τὸν σώζουν κάτι μαζεμένα χρήματα, ὥστε νὰ καῖνε τὰ κλιματιστικά στὸ φούλ, ἀκόμα κι ὄταν φουσκώνει, χτυπιέται κι ἀνταριάζεται ἡ ξεσκισμένη τέντα στὸ μπαλκόνι.
Καὶ ὅμως πνίγεται, σὰν τοὺς ξελεύθερους ὁμήλικές μας κάτω, ποὺ φαίνεται νά ‘χουν ἀποτινάξει ὰπὸ μέσα κι ἀπὸ πάνω τους κάθε δεσποτικὴ χροιὰ εὐπρέπειας, εὐγένειας, καλαισθησίας,
κάθε τυραννικὸ σημάδι ποὺ μᾶς μάθαιναν πὼς ἔδειχνε τὴ διαφορὰ κι ἑδραίωνε τὶς διακρίσεις.

Μὰ ὁ πολιτισμὸς δὲν στέκει, προχωράει μὲ παντόφλες, ἐλβιέλες, σαγιονάρες, μαῦρα νύχια καὶ ξεραμένες φτέρνες.  Μοῦτρα κακὰ, ἀξύριστα, χωρὶς κὰν τὸ δόλιο ἐκεῖνο λάγκεμα μπροστὰ στὰ παρδαλὰ κι ἡμίγυμνα βλαστάρια τῶν ἀπογερασμένων δρόμων.
Ὁ Λαός, Θεέ μου, ὁ ἀρχοντικός Λαός μας καὶ ἡ δόξα του στὶς γειτονιὲς τῶν Ἀθηνῶν! Απ’τὰ περίπτερα, ἐξίσου παρδαλές, κρέμονται οἱ φάτσες αὐτῶν ποὺ κυβερνοῦν, τῶν «ἰθυνόντων», καθὼς ἔλεγαν παλιά.
Οὔτε «τέρατα», οὔτε «ἥρωες», οὔτε «ἀρχηγοί», μόνο τὸ ἴδιο μὲς στὸ ἴδιο.
Νίκησε ὁ Λαός, νίκησαν κι αὐτοί, νίκησαν ὅλοι μὲς στὴ μεγάλη Νίκη τῆς Ἰσότητας. Τίποτε στὸ ἑξῆς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ θυμᾶσαι. Πρὸς τί τὰ παλαιά, τὰ περασμένα μὲ τὰ σαφῆ διακριτικά, τὰ τόσο θλιβερὰ κι ἀσπρόμαυρα, προς τί!
Τὰ δείχνουν κάπου κάπου καὶ στὴν τηλεόραση, εἶναι στ’ἀλήθεια γιὰ νὰ κλαῖς. Ἀλλὰ ποιὸς κλαίει σήμερα ποὺ ὅλοι ξέρουν πὼς τὰ παλιὰ νικήθηκαν κι ὅ,τι νικιέται, ξέρουν, πὼς πάει στὸν ἀγύριστο.
Τί νόημα ἔχει ἂν σκέπτεσαι, τί λές, τί κάνεις, ἀφοῦ δἐν ξεχωρίζει τίποτε ἀπὸ τίποτα, ὅλα πηγαίνουν ἴσια κι ὅμοια, κτῆμα κοινὸ κι ὑπογραμμὸς μεγάλων καὶ μικρῶν!
Οὔτε μιὰ ἱστορία πιὰ ἀγέρωχου ἢ ταπεινοῦ φρονήματος, μιὰ κάποια ἀνάμνηση προσήλωσης στὸ κάτι ποὺ ρωτοῦσε κι ἴσως, τοῦ κάκου, ρωτάει πάντα.
Ἀκόμα κι ἡ μνησικακία σκάει ἄκαπνη, καθότι ὅλοι εἶναι ἴσοι κι ὅμοιοι μὲ λίγα περισσότερα ἢ λίγο λιγότερα λεφτά. Ἴσοι, ἀνεκτικοὶ κι ἀδιάφοροι, στὴν ἴδια κι ἀδυσώπητη μελαγχολία.
Ξάφνου, χτυπάει ἕνα κινητό. ὥστε ὑπάρχεις! Ἀνάβει μιὰ παρδαλή ὀθόνη τσέπης. Ζήτω! Ἐπικοινωνία! Ὀλίγη ἀναγνώριση κι ἀμέσως, ξανατίποτα σ’ ἀναμονή.
Γυρνάει μὲ τὸ σώβρακο μὲς στὰ κλειστά δωμάτια, συνταξιοῦχος τῶν γραμμάτων, κι ὕστερα πέφτει πάλι στὴν ἀνάγνωση παλιῶν βιβλίων, γυρεύοντας ὁ δύστυχος νὰ βρεῖ ποῦ ἔγινε τὸ λάθος κι ἔγινε μιὰ ἄγκυρα νεκροτραφείου πλοίων,
 λὲς καὶ χρειάζεται ἡ ζωὴ παλιὲς σοφίες.

                                                                                                               ντώνης Ζέρβας                                                                                                                                          [2017]


Σημείωση: Το ποίημα πρωτοδημοσιεύθηκε στο περ. Φρέαρ, 20, Οκτώβριος 2017. Αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του ποιητή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου