Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Βυζαντινοί χρονογράφοι

Λίγο πριν το Πάσχα, σας αποχαιρετούμε για τις Άγιες μέρες με ένα επετειακό κείμενο του Απόστολου Σπυράκη για τους βυζαντινούς χρονογράφους.
Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε. 
Καλή Ανάσταση, καλό Πάσχα!
Ραντεβού στις 16 Απριλίου.



Βυζαντινοί χρονογράφοι


Οι βυζαντινοί χρονογράφοι δεν τυγχάνουν της ίδιας προβολής με τους  αρχαίους ιστορικούς αν και η αξία  τους,  τόσο η ιστορική όσο και η λογοτεχνική,  είναι αδιαμφισβήτητη. Γνωστότεροι συγγραφείς της βυζαντινής εποχής μπορούν να θεωρηθούν ο Μιχαήλ Ψελλός και η Άννα Κομνηνή, ο μεν πρώτος  για την πλατιά ευρυμάθειά του  που αγκαλιάζει όλους τους τομείς της γνώσης  και  η  συγγραφέας  της Αλεξιάδας, αυτή η "φίλαρχη γυναίκα", όπως την αποκαλεί ο Καβάφης, για την εκπληκτική  καλλιέργειά της που την κατατάσσει ανάμεσα στους πιο σημαντικούς συγγραφείς του Μεσαίωνα. Υπάρχουν όμως χρονογράφοι λιγότερο γνωστοί που μας έχουν αφήσει πολύ σημαντικά δείγματα ιστοριογραφικής αφήγησης.  

Ένας  απ’  αυτούς είναι ο  Ιωσήφ Γενέσιος, ο οποίος ανήκε στο επιτελείο των λογίων που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, αναθέτοντάς τους τη συγγραφή διαφόρων έργων εξαιρετικά σημαντικών. Το έργο του Ιωσήφ Γενέσιου φέρει τον τίτλο "Περί Βασιλειών’’ και σ’ αυτό, εξιστορώντας  την ανάρρηση  στο θρόνο του αυτοκράτορα  Λέοντα Ε΄, μας δίνει μια εικόνα της μεγαλοπρέπειας των βυζαντινών ηγεμόνων:

"Όταν ( ο Λέων) μπήκε στα ανάκτορα, στάθηκε μπροστά από τις χάλκινες πύλες, πάνω στο δάπεδο με το κυκλικό ολοπόρφυρο μάρμαρο και προσκύνησε το εικόνισμα του Χριστού που υπήρχε εκεί …Παράλληλα,  βγάζοντας τον αχειρίδωτο χιτώνα του με τις ρόδινες αποχρώσεις, τον οποίο στην εγχώρια διάλεκτο αποκαλούν κολόβιο, με λυμένη ζώνη τον παρέδωσε επίσημα, σύμφωνα με ένα παλαιό έθιμο μεταξύ των στρατηλατών, στον επικεφαλής των ιπποκόμων του, τον Μιχαήλ...".

Ο Μιχαήλ Δούκας, ένας άλλος σπουδαιότατος χρονογράφος που έζησε στα ύστερα χρόνια της αυτοκρατορίας, μας έχει διασώσει μια παρόμοια σκηνή:

"Τότε λοιπόν ο Καντακουζηνός, αναλογιζόμενος τη στάση της βασιλομήτορος και της συγκλήτου,  που αμφότεροι τον κατέτρεχαν δίχως καμιά εύλογη αιτία, και χωρίς  ποτέ να έχει συνωμοτήσει, υπακούει στη θέληση των Ρωμαίων, περιβάλλεται τα μεταξωτά κόκκινα καμπάγια και αναγορεύεται αυτοκράτωρ από τον στρατό".

Ο ίδιος ιστορικός (Μιχαήλ Δούκας) σε άλλο  σημείο του έργου του αναφέρει μια άλλη σκηνή που δείχνει  την ακμή και την παρακμή του Βυζαντίου:

"Ο αυτοκράτορας (Μανουήλ) στο μεταξύ βλέποντας την επιθετικότητα και την αλαζονεία του τυράννου (Παγιαζήτ), άρχισε να οικοδομεί σε κάποια τοποθεσία της Πόλης, την επονομαζόμενη  Χρυσή Πύλη, και να ανεγείρει δύο πύργους εκατέρωθεν της πύλης. Οι πύργοι αυτοί χτίστηκαν με λευκό μάρμαρο δουλεμένο και δεν έγιναν ούτε από λιθοξόους τεχνίτες ούτε με δικά του έξοδα, αλλά προέρχονταν από άλλα υπέροχα αναθήματα, αποσπασμένα από τον ναό τον αφιερωμένο στους Αγίους  Πάντες που ανεγέρθηκε από τον βασιλιά Λέοντα, τον σοφό και μέγιστο  αυτοκράτορα, και από τον  ναό των Αγίων Σαράντα, που είχε ανεγείρει με εξαιρετική τέχνη ο βασιλεύς Μαυρίκιος, και τέλος από τα ερείπια του ναού του αγίου Μωκίου, που θεμελίωσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας".

Την εθιμοτυπία και τις συνήθειες του παλατιού γνώριζε καλά και ένας άλλος ιστορικός, ο Σφραντζής, που είχε την τύχη και την  ατυχία  να υπηρετεί τους τελευταίους βυζαντινούς βασιλιάδες. Αυτοί, μετά την πτώση, κατέφυγαν στον Μιστρά όπου έλαμψε η τελευταία σπίθα της βυζαντινής εποχής. Λέει λοιπόν ο Σφραντζής, που φαίνεται ότι ήταν ο εξ απορρήτων του αυτοκράτορα:

"Μετά από λίγο διατάζει ο άγιος αυτοκράτορας τον ιματιοφύλακα του: ‘Δώσε στον Σφραντζή ένα καβάδι χρώματος μολύβδου από  καμουχά φοδραρισμένο με πολύτιμα στολίδια και να πάρει  και το σεντούκι το οποίο μου ζήτησε’. Κρατούσα, λοιπόν, ένα σεντούκι πολύ ωραίο και μεγάλο που περιείχε πολλά και όμορφα πράγματα, τα οποία μοιράστηκαν άλλα στους γιους του,  άλλα  για την αγία του ψυχή. Και στο τέλος  ζήτησα εγώ το σεντούκι και μου αποκρίθηκε τα εξής: ‘Ήταν του αφέντη μου, του αυτοκράτορα και πατέρα μου, και με την ευχή του φύλαγα μέσα σ’ αυτό πολλά και ωραία πράγματα και πολύ περισσότερα βασιλικά αντικείμενα απ’ όσα είδες. Επιθυμώ, λοιπόν, να το δώσω και εγώ στον βασιλιά  και γιό μου, ώστε να διαφυλάσσει μέσα σ’ αυτό και εκείνος με την ευχή μου τα δικά του πράγματα’. Τότε διέταξε να το κρατήσω και να το διατηρήσω με την άγια ευχή του γεμάτο από όλα τα χρήσιμα και τίμια  αγαθά αυτής της μάταιας ζωής. Η δε αγία  αυτοκράτειρα διατάζει και  μου φέρνουν μεταξωτό χιτώνα πράσινο πολύτιμο, η δε νεαρή αυτοκράτειρα μου παραγγέλλει: ‘Αυτό το ρούχο μου, όταν παντρευτείς, θα είναι της συζύγου σου’."

Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης είναι ένας από τους παλιότερους χρονογράφους και η βασική του  ενασχόληση αφορά την βασιλεία του αυτοκράτορα Μαυρίκιου, την εποχή που η αυτοκρατορία περνούσε μια μεταβατική φάση και μετασχηματιζόταν από ρωμαϊκή σε βυζαντινή, όπου η ελληνική γλώσσα και παιδεία διαμόρφωναν καθοριστικά την φυσιογνωμία του πολιτεύματος. Ο Σιμοκάττης  αρέσκεται σε μεγάλες παρεκβάσεις  που διανθίζουν την αφήγησή του, σε μια απ’ αυτές  παρουσιάζει μια σκηνή κυνηγιού που αποτελούσε έναν  από τους αγαπημένους τρόπους διασκέδασης των βυζαντινών:

"Την επομένη μέρα ο αυτοκράτορας (Μαυρίκιος) συναπαντήθηκε με ένα κοπάδι ελάφια κατά τη διάρκεια της πορείας του. Τότε οι ακόλουθοι του αυτοκράτορα έριξαν στα ζώα με τόξα και βέλη. Χτυπήθηκε λοιπόν το μεγαλύτερο ζώο της αγέλης, και φυσικά ακολούθησε άγρια καταδίωξη εκ μέρους των κυνηγών. Ενώ έδυε ο ήλιος και απομακρυνόταν το ελάφι, αποφεύγοντας το κυνηγητό με την ταχύτητα των ποδιών του, οι άλλοι μεν σταμάτησαν, ένας όμως από τους σωματοφύλακες του αυτοκράτορα κι ένας από τη φυλή των Γεπιδών συνέχισαν την καταδίωξη. Ενώ λοιπόν αυτό το ίδιο  ελάφι είχε πλησιάσει κάποιο δάσος κατά την ταχύτατη φυγή του και κρυβόταν στα φυλλώματα της λόχμης, οι άνδρες προχώρησαν μπροστά, επιδιώκοντας ακόμη περισσότερο να επιτύχουν, λόγω του ανταγωνισμού  κατά το κυνήγι. Ο Γέπις λοιπόν, βλέποντας ότι ο νεαρός φορούσε λαμπρή εσθήτα, στερεωμένη με περίτεχνη ζώνη, και ότι το άλογο του είχε χρυσά χαλινάρια, σκότωσε τον άμοιρο δολοφονώντας τον σε κάποιο φαράγγι…

(Δεν παρέλκει επίσης να εκθέσουμε την αιτία της ενεργού προνοίας, η οποία  καθημερινά διασχίζει την οικουμένη, επιβλέπει με ακούραστο μάτι τα πράγματα αυτού του κόσμου και πάντοτε παρέχει στους ανθρώπους ανταπόδοση των πράξεων), ο δράστης λοιπόν του φόνου πιάστηκε στο δίχτυ της δικαιοσύνης. Γιατί μετά από κάποιο διάστημα ήλθε στη βασιλική πόλη και έδωσε τα στολίδια της  χρυσής  ζώνης σε έναν τεχνίτη χρυσουργό για να τα λειώσει. Ο τεχνίτης λοιπόν, αφού θεώρησε πολύ περίτεχνα τα μέλη της ζώνης, βίαιο το σχήμα της απόσπασης και βαρβαρική την όψη του προσώπου, υποψιάστηκε ότι ο άνδρας είχε διαπράξει κάποια κλοπή".

Όπως μπορεί να κατανοήσει κανείς, η τύχη ήταν παράγοντας  καθοριστικός για την ζωή των ανθρώπων της βυζαντινής εποχής, γεγονός ορατό και σε κάποιο άλλο επεισόδιο που αφηγείται ο Δούκας:

"Ο Μεχμέτ (ο αδερφός του Τούρκου σουλτάνου Μωσή) ακολούθως περιέπεσε σε μεγάλη αγωνία και θεωρώντας τη μεταβολή της Τύχης σαν περιστρεφόμενη σφεντόνα,  είπε στον βασιλιά : ‘Άγιε πατέρα, εσύ  που ισοσταθμείς  τις πλάστιγγες και προβλέπεις τις μετακινήσεις τους, δεν με αφήνεις, παρόλο που βλέπεις την να πηγαίνει πάνω κάτω’…".

Ο  Μιχαήλ Δούκας είναι ασφαλώς  ένας από τους πιο εντυπωσιακούς χρονογράφους του Βυζαντίου ο οποίος είχε την ατυχία να ζήσει  την πτώση της Κωνσταντινούπολης  για την οποία θρηνεί και οδύρεται όπως και όλοι οι άλλοι ιστορικοί της άλωσης. Πέρα όμως απ’ αυτό το γεγονός, ο Δούκας περιέγραψε με τρόπο θαυμάσιο την άνοδο των Τούρκων που πλησίαζαν για αιώνες το Βυζάντιο μέχρι που πέτυχαν την εξολόθρευσή του. Για τον βυζαντινό ιστορικό, τα σημάδια της φύσης αποτελούσαν προάγγελο των δεινών που επέρχονταν:

"Τις ημέρες εκείνες , την ανοιξιάτική ώρα που ο ήλιος διασχίζει τους διδύμους, φάνηκε κατά τη δύση,  σημείο μεγάλο από τον ουρανό… Ήταν κομήτης λαμπρότατος, που είχε την ουρά του κάθετη και λαμπερή σαν φωτιά, μεγαλύτερη από τέσσερεις πήχεις, και έριχνε τις ακτίνες του σαν δόρυ από την δύση ως την ανατολή. Όταν μάλιστα έπεφτε ο ήλιος, τότε το μετέωρο αυτό άπλωνε τις  εξίσου λαμπρές ακτίνες του και καταφώτιζε όλα τα πέρατα της γης, μην επιτρέποντας στα υπόλοιπα άστρα να λάμψουν, αλλά ούτε και στην υπόλοιπη ατμόσφαιρα να σκοτεινιάσει ... αντιθέτως, έριχνε το φως σαν αψίδα και η φλόγα του γυάλιζε ιδιαίτερα στο κέντρο του ουρανού, ενώ οι ακτίνες του περιορίζονταν μόνον από τον ορίζοντα. Τα ίδιο μετέωρο παρατήρησαν και οι Ινδοί, οι Χαλδαίοι,  οι Αιγύπτιοι , οι Φρύγες, οι Πέρσες , οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας, οι Θράκες, οι Ούνοι, οι Δαλμάτες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί , οι Γερμανοί  και κάθε άλλο έθνος που κατοικεί γύρω από τις όχθες του ωκεανού."

Σ’  άλλο σημείο  περιγράφει  παραστατικά την επερχόμενη λαίλαπα:

"Όταν ο Ορχάν (ηγεμόνας της Φρυγίας, της Βιθυνίας και της Παφλαγονίας) άκουσε τους πρέσβεις να προφέρουν λόγια  που μιλούσαν για γαμήλιες ανταλλαγές και ανήγγειλαν πλούτη αμέτρητα, άνοιξε το στόμα του σαν βόδι διψασμένο σε καλοκαιριάτικο καύσωνα, που πίνει από λάκκο γεμάτο με κρύο νερό αχόρταγο από τη δροσιά του -  παρόμοια και αυτός, μόλις άκουσε τις προτάσεις, έχασκε με το στόμα ορθάνοιχτο, εξαιτίας της βαρβαρικής  του απληστίας".

Την πτώση του Βυζαντίου απέτρεψε την τελευταία στιγμή η σαρωτική εισβολή του Ταμερλάνου ο οποίος συνέτριψε τους Τούρκους στην περίφημη μάχη της Άγκυρας. Αφηγούμενος τις επιδρομές των Μογγόλων ο Δούκας γράφει:

"Το στράτευμα του Τεμήρ (Ταμερλάνου) κατελάμβανε… τη μια πόλη μετά την άλλη, διανύοντας ανά  την οικουμένη μία  απόσταση τριών ημερών σε μία μόνον ημέρα, πολλές φορές σαν πετούμενα πουλιά , χωρίς  να κουβαλούν τίποτε μαζί τους,  μεταφέροντας μόνον τα απολύτως απαραίτητα εφόδια που θα τους εξασφάλιζαν εύκολα τη νίκη".

Σε κάποιο άλλο σημείο ιστορεί με τρόπο γλαφυρό τις τακτικές των βαρβάρων:

"Τότε ακριβώς είχε πιάσει τόσο βαρύς χειμώνας με κρύο και χιόνι, ώστε είχαν ξυλιάσει ακόμη και τα τετράποδα ζώα, τα πετεινά του αέρα και τα ψάρια της θάλασσας,  έχοντας όλα μεταμορφωθεί σε πάγο. Έβγαινε λοιπόν (ο Ταμερλάνος) από τη μια πόλη και έμπαινε σε μιαν άλλη, εγκαταλείποντας τες τόσο έρημες, ώστε ούτε και το παραμικρό γαύγισμα σκύλου δεν ακουγόταν ούτε κακάρισμα σπιτίσιας κότας ούτε κλάψιμο μικρού παιδιού. Όπως ακριβώς ο ψαράς που πετά τα δίχτυα του  τη θάλασσα και τα τραβά  μετά από το πέλαγος προς τη στεριά, παρασέρνοντας μαζί του οτιδήποτε συναντήσει, είτε ψάρι μεγάλο είτε μικρό, είτε το φτενότερο ψαράκι και τον ισχνότερο κάβουρα, έτσι και δαύτοι απογύμνωσαν ολόκληρη την Ασία και αναχώρησαν με όλη τους τη λεία".

Για το τέλος παρατίθεται ένα απόσπασμα του Ιωσήφ Γενέσιου σχετικά με την πτώση των Συρακουσών, αυτής της πανάρχαιης ελληνικής περιοχής:

"Όταν,  λοιπόν,  ο Αδριανός (αρχηγός του βυζαντινού εκστρατευτικού σώματος) ρώτησε τον πληροφοριοδότη του από πού είχε την είδηση αυτή, ο τελευταίος απάντησε: ‘Σε απόσταση οχτώ μιλίων από εδώ και σ’ ένα  μέρος ονομαζόμενο Έλος έχω ένα κτήμα. Χτες το βράδυ, ενώ βρισκόμουν εκεί, με πλησίασαν κάποιοι βοσκοί, λέγοντας μου ότι είχαν ακούσει ντόπιους δαίμονες να λένε ότι οι Συρακούσες  κυριεύτηκαν, ότι αυτοί ήταν παρόντες στη άλωση και ως εκ τούτου  είναι αληθής η είδηση’. Ο στρατηγό όμως, μην πιστεύοντας  σ’ αυτά, ζητούσε να τα ακούσει ο ίδιος. Προς τον σκοπό αυτό μεταβαίνει στο κτήμα κατά την πρώτη ώρα (μόλις νύχτωνε) και μαζί με τους βοσκούς καταλαμβάνει τη συγκεκριμένη τοποθεσία, όπου σύχναζαν τα αερικά. Όταν κάποιος βοσκός ρώτησε τα τελευταία για την ταυτότητα τους, αυτά απάντησαν ότι ήταν ότι είχε απομείνει το χριστιανικό αίμα  στις Συρακούσες...".

Απόστολος Σπυράκης


Πηγές :
1.       Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, ‘’Ιστορία’’, Εκδόσεις Κανάκη μετάφραση Δέσποινα Τσουκλίδου, εισαγωγή σχόλια  Δημήτρης Τσουγκαράκης.
2.       Ιωσήφ Γενέσιος, ‘’Περί βασιλειών’’, εκδόσεις Κανάκη ,μετάφραση - σχόλια Παύλος Νιάβης, Εισαγωγή- επιστημονική θεώρηση της μετάφρασης Δημήτρης  Τσουγκαράκης
3.       Γεωργίου Σφραντζή, ‘’Βραχύ Χρονικό’’, Εκδόσεις Κανάκη, εισαγωγή - μετάφραση –σχόλια Δήμητρα Ι. Μόνιου
4.       Άννα Κομνηνή ‘’Αλεξιάς’’, μετάφραση Αλόης Σιδέρη, Εκδόσεις Άγρα.
5.       Μιχαήλ Δούκας ‘’Βυζαντινοτουρκική ιστορία’’, Εκδόσεις Κανάκη, μετάφραση εισαγωγή σχόλια Βρασίδας Καραλής.
6.       Μιχαήλ Ψελός Χρονογραφία εκδόσεις Κανάκη  μετάφραση εισαγωγή σχόλια Βρασίδας Καραλής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου