Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

"Αφόρετα θαύματα" της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Αφού ό,τι μετριέται
Πάντα φαίνεται λειψό
Κι ό,τι ονοματίζεται
Ως απουσία υπάρχει
(«Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ»)

Θαύματα που κρέμονται σαν ρούχα στην ντουλάπα, μα δεν τα αγγίζει κανείς. Θαύματα που έμειναν στα αζήτητα, επειδή δεν μπoρέσαμε να πιστέψουμε στον εαυτό μας και να θεωρήσουμε ότι αξίζει να τα φορέσουμε. Στα 40 ποιήματα της συλλογής, τα πιθανά θαύματα καθρεφτίζονται σε ισάριθμες μικρές ιστορίες, άλλοτε προφανώς και άλλοτε συγκαλυμμένα. Συναντάμε εκεί τυφλούς, παράλυτους, ανθρώπους με εκποιημένο παρελθόν, σκιάχτρα, φοβικούς της λήθης ή της μνήμης, εγκληματίες, ηλικιωμένους, κλέφτες, ποιητές («νοσταλγούς του πάντοτε και φυσικά του αλλού»), φυτά, φεγγάρια και άλλα πολλά και θαυμαστά. Όλα αυτά τα στοιχεία φοβούνται κάτι ή υποφέρουν από κάποια έλλειψη που δεν τα αφήνει να διεκδικήσουν όχι απλώς το θαύμα που τους αναλογεί, αλλά ούτε καν τη ζωή που δικαιούνται.

Πολλές φορές, τον τόνο στη συλλογή τον δίνει η απόγνωση, σε βαθιά ανθρώπινα στιγμιότυπα, αποκαλυπτικά της όποιας αδυναμίας:
Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
Που βλέπει με τα χέρια...
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
Να βρει δικαιολογίες
Ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
Το άνοιγμα της πόρτας
Ή μια προστακτική φωνή
Να του φωνάζει
Μείνε.
(«Ο μονόλογος του κλέφτη», απόσπασμα)

Ωστόσο, η ελπίδα δεν απεμπολείται ολοσχερώς. Υφίσταται σχεδόν σαν υπόσχεση σε τυχαίες στιγμές, αποκαλυπτικές των θαυμάτων που περιμένουν:
Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί
Το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του
Δεν είναι παρά ένα πρόσχημα
Για να ανθίσουν οι σιωπές του φράχτη
Να μεταμεληθεί ο θάνατος
Για τη συγκομιδή του
Μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν
Να σκεπαστεί η άβυσσος.
(«Το πρόσχημα», απόσπασμα)

Η ροή είναι απρόσκοπτη, ενώ αφθονούν τα δίστιχα που σχηματίζουν δεκαπεντασύλλαβο («μισή μες στο δωμάτιο/ μισή έξω απ’ το σπίτι»), θυμίζοντας δημοτικό τραγούδι και δημιουργώντας στον αναγνώστη την αίσθηση του οικείου. Τα άφθονα σχήματα λόγου γεννούν αξιοσημείωτους στίχους («μια αλληγορία ορίζοντα/ που δεν γεωμετρείται») ή ακόμη κι αποφθέγματα («ήμουν παιδί/ κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν»), ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται για να διακωμωδήσουν θεσμούς, συνήθειες ή βεβαιότητες («φυλάκια συνοριακά/ ύμνοι, σημαίες, παρελάσεις/ ατροφικές υπάρξεις/ σημαδεμένες στους καρπούς»). Πρωτίστως, όμως, αυτό που καταφέρνουν είναι να ζωγραφίσουν μια ευαίσθητη και ταυτόχρονα οξυδερκή εικόνα του κόσμου.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου