Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Το στίγμαΛόγου, η παγκόσμια ημέρα ποίησης και ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος

Το στίγμαΛόγου είχε τη συνήθεια να απέχει από τους μαζικούς εορτασμούς και τις κάθε λογής χρονικότητες, νομίζω ωστόσο ότι κάτι άλλαξε από τη στιγμή που κλείσαμε τα πέντε μας χρόνια… Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε να γιορτάσουμε τη φετινή παγκόσμια ημέρα ποίησης χαμηλόφωνα, όπως ταιριάζει σε ένα ιστολόγιο του δικού μας προφίλ: με έναν ποιητή αρκετά νέο ώστε να μην έχει αλλοτριωθεί από τα τεκταινόμενα στο «μαγαζάκι της ποίησης» και αρκετά δυνατό ώστε να υπόσχεται πως σε λίγο καιρό θα μιλά πολύς κόσμος για κείνον. Ο ποιητής αυτός δεν είναι άλλος από τον Βαγγέλη Αλεξόπουλο, που είναι συνεργάτης του ιστολογίου και επιπλέον μόλις προχθές είχε την επίσημη παρουσίαση της τρίτης ποιητικής συλλογής του.

Η πιο πρόσφατη αυτή συλλογή τιτλοφορείται Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη. Είχαν προηγηθεί Η πλατεία των ταύρων και Οι αγχέμαχες λέξεις, με απόσταση ενός ή ενάμιση χρόνου η μία από την άλλη. Η συχνότητα και η πυκνότητα του εκδοτικού έργου του Βαγγέλη δεν αποτελούν τεκμήριο ποιητικότητας από μόνες τους, όμως η σταθερά ανοδική πορεία του αποτελεί: έχοντας παρακολουθήσει την πορεία του από την αρχή, καθώς και αντίστοιχες πορείες άλλων, δεν μπορούμε να μη βρούμε αξιοθαύμαστο το πόσο βάθυνε και πλούτισε ο τρόπος γραφής του.

Από τους λαβυρίνθους και τις εκ του συστάδην μάχες της πρώτης συλλογής, κρατώντας γερά το νήμα της ειρωνείας, του αυτοσαρκασμού αλλά και του υπερρεαλισμού, ο Αλεξόπουλος πέρασε στη δεύτερη συλλογή, όπου ταύρος και ταυρομάχος αποκαλύφθηκαν ως το ίδιο και το αυτό τελικά πρόσωπο σε μια μάχη που η τελική έκβαση δεν ήταν εύκολο να κριθεί. Στην τρίτη του συλλογή, ο Αλεξόπουλος καταφέρνει να φυγαδεύσει το ποιητικό του υποκείμενο στη σελήνη – μόνο και μόνο προκειμένου να το βάλει να πέσει με αλεξίπτωτο από εκεί για να επιστρέψει στην πόλη. Γιατί; Επειδή αυτό που αγαπάμε μας κρατά αιχμάλωτους και δεν μπορούμε παρά να επιστρέφουμε σ' αυτό ολοένα.

Πρόκειται όμως για μια επιστροφή μαγική και συγχρόνως μαγευτική: στην πόλη, το σκοτάδι μυρίζει υγρασία και τριμμένο πιπέρι, δυο χείλη μπορούν να είναι ένα ταξίδι στην παιδική ηλικία, τα ρόδια είναι κόκκινα και τα τριαντάφυλλα μαύρα, τα δάση έχουν φλέβες και μνήμη και αγαπούν τον ουρανό και η αθωότητα, τη στιγμή που μας εγκαταλείπει, την ίδια στιγμή μας καθορίζει ολοκληρωτικά.


Στη συλλογή κατοικούν διαφόρων ειδών βεβαιότητες. Για παράδειγμα, ότι πολλές φορές είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε τον δύσκολο έξω κόσμο από το ευπόρθητο προπύργιο μιας ευαίσθητης μέσα πραγματικότητας. Ότι ένα μικρό μαύρο πουλί είναι απόλυτα φυσιολογικό να σπαρταρά μέσα στις φλέβες κάποιου χωρίς διέξοδο, τόσο σπαρακτικά ώστε ο ίδιος να καταλήγει να φλερτάρει με την ιδέα της αυτοκτονίας… και να πιάνει τον εαυτό του να κοιτά με αγάπη τα κάγκελα στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Ότι είμαστε αναγκασμένοι, για να επιβιώσουμε, να υψώνουμε ασπίδες ώστε να προστατεύσουμε την καρδιά μας, που πιθανώς όμως ούτε τότε δεν θα σταματήσει να αιμορραγεί. Ότι οι ασπίδες αυτές μπορεί να δυσκολέψουν τρομερά έναν ποιητή να γράψει τα ποιήματά του, αφού τα χέρια του θα είναι απασχολημένα με το να τις κρατά (ας κάνω μια μικρή σημείωση εδώ, λέγοντας ότι αυτό το σημείο αποτελεί μια τρυφερή σχεδόν, κατά τη γνώμη μου, απόπειρα δικαιολόγησης του Αρχίλοχου, για τον οποίο λεγόταν ότι ήταν ρίψασπις).

«Σπάμε τα δόντια μας/ δαγκώνουμε λαμαρίνες όνειρα», γράφει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος. Είναι τότε που η «αυγή μυρίζει σκοτάδι/ και ξυσμένο τσιμέντο» και «αλκοολικός ο καιρός χτυπά/ της νύχτας την κουπαστή». Την ίδια στιγμή, τη στιγμή που «σαν σφαίρα – δεν γυρίζει πίσω», ο κύκλωπας Πολύφημος, με μαύρο κουστούμι, μαύρη γραβάτα, λευκό πουκάμισο και ροζ λουστρίνια με τακούνια «τα ‘βαλε με τη θάλασσα/ και τη λιθοβολούσε». Από τέτοια υλικά είναι φτιαγμένο το ποιητικό σύμπαν του βιβλίου. Από ανθρώπους που «ονειρεύονται με μάτια ορθάνοιχτα» και πετούν «παραμύθια και/ νεράντζια με ξυράφια/ στο φεγγάρι». Από αστέρια που «πέφτουν/ σαν αποτυχημένα άλματα», γιατί «γέμισε φεγγάρια ο γαλαξίας», όπως φεγγάρια γέμισαν και τα ποιήματα της συλλογής, μια και κάθε λογιών σελήνες και άστρα φωλιάζουν με μεγάλη συχνότητα ανάμεσα στους στίχους. Έπειτα είναι κι εκείνο «το φεγγάρι/ πάνω από τη Σίφνο/ μια φέτα κατακόκκινη/ σαν το σπαθί του Σαλαντίν/ μετά τη σφαγή»... Ελπίζω να με συγχωρήσει ο Βαγγέλης γι' αυτή την ελεύθερη συρραφή στίχων από τη συλλογή,  «τώρα [που] οι μύθοι πυροβολούν άσφαιρα πυρά, […] ο θάνατος μας στοιχειώνει […κι] οι άγγελοι μας κλέβουν το νερό […] Τώρα που μονάχα δυο τρία δάχτυλα απόμειναν/ για ν’ ανάψουν το φιτίλι// του λύχνου ή του δυναμίτη».

«Γλυκά που λιώνουν/ οι λαμπάδες στην Ανάσταση/ το άγιο φως/ είναι κι αυτό φωτιά». Από τη μια λοιπόν η φωτιά και το φως, από την άλλη το υγρό στοιχείο. Ανάμεσά τους, μια αρχέγονη πάλη: η ύπαρξη του ενός αποκλείει την ύπαρξη του άλλου και ο μόνος κόσμος που μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν μαζί είναι ένα ποιητικό σύμπαν. Στον Αρχίλοχο που έπεσε από τη σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη, η επαναλαμβανόμενη αναφορά στη θάλασσα γίνεται ένας κυματισμός που ο παφλασμός του αντηχεί σε όλη τη συλλογή, ενώ παράλληλα το κόκκινο χρώμα (χρώμα του αίματος και της φωτιάς) βάφει τα πάντα και εμποτίζει στο άρωμά του τους στίχους – στο άρωμά του αφού, όπως γράφει ο Βαγγέλης, «μονάχα το κόκκινο/ από τα χρώματα, έχει μυρωδιά». Τα αστέρια, πάλι, χαρίζουν το αμυδρό φως τους στη συλλογή, το οποίο υποφώσκει μέσα της σαν άλλος παλμός και τη λούζει σε μια αλλόκοτη λάμψη.

Μέσα από τις τρεις μέχρι στιγμής συλλογές του Βαγγέλη, διαφαίνεται ένας ολόκληρος κόσμος. Πρόκειται για έναν κόσμο απαισιόδοξο, ενίοτε υπερρεαλιστικό μέσα στη ρεαλιστικότητά του, συχνά ειρωνικό, όπως ειπώθηκε και στην αρχή. Όμως καταφέρνουν και διασώζονται μέσα του ψήγματα αγάπης, αθωότητας, αφοπλιστικής ειλικρίνειας και τρυφερότητας. Κι αυτό είναι σημαντικό. Όχι μόνο για τα ποιήματα και για τον οιονεί κόσμο τους. Αλλά για τον κόσμο, γενικά.

Γιατί, τι άλλο είναι η ποίηση από έναν φάρο ελπίδας για τον κόσμο;

Χριστίνα Λιναρδάκη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου