Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Τα όρια της λογοτεχνικότητας

Λογοτεχνικότητα είναι η ιδιαίτερη εκείνη συνθήκη που καθιστά ένα κείμενο λογοτεχνικό. Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί ικανοποιητικός ορισμός της, αφού, όπως διαπιστώνει ο Frye, «δεν διαθέτουμε αληθινά κριτήρια για να διακρίνουμε μια λογοτεχνική γλωσσική δομή από μία μη λογοτεχνική» (1996:13). Ή, όπως είπε ο Jakobson (1973:114), «το όριο που χωρίζει το ποιητικό έργο από ό,τι δεν συνιστά έργο ποιητικό είναι πιο ρευστό από το όριο των διοικητικών περιοχών της Κίνας». Και ο διάσημος θεωρητικός της σχολής των Ρώσων φορμαλιστών είχε βέβαια δίκιο: ας αναλογιστούμε μόνο τις περιπτώσεις σύγχρονων ποιημάτων που δεν θα θεωρούνταν λογοτεχνία σε άλλες εποχές, π.χ. τα talk poems του Αμερικανού ποιητή David Antin που είναι γραμμένα σε λόγο κοινό, χωρίς ρυθμό και ομοιοκαταληξία, χωρίς καλολογικά στοιχεία, έναν λόγο που χαρακτηρίζεται από όλες τις επαναλήψεις και τους δισταγμούς του καθημερινού parole.

Ή και το αντίθετο: εκεί που ο αναγνώστης έχει εκπαιδευθεί να θεωρεί λογοτεχνία κείμενα που χρησιμοποιούν εκφραστικά μέσα και ρητορικά σχήματα τα οποία υπερβαίνουν την καθημερινή, επικοινωνιακή λειτουργία της γλώσσας, πολλές φορές συναντά κείμενα με έντονα τέτοια στοιχεία που όμως είναι αδύνατο να κατηγοριοποιηθούν ως λογοτεχνία. Τα διαφημιστικά μηνύματα, για παράδειγμα, στα οποία χρησιμοποιούνται κατά κόρον σχήματα λόγου όπως η παρομοίωση («σαν μετάξι» για τη Nivea) ή η παρήχηση («Μεταξύ μας Μεταξά») και τεχνικές όπως η ομοιοκαταληξία («Η μαμά μου η καλή καθαρίζει με ρολί») σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν λογοτεχνικά.

Το γεγονός της ύπαρξης «μιας ισχυρής λογοτεχνικότητας που λειτουργεί μέσα σε κείμενα, υποτίθεται, μη λογοτεχνικά [έχει ως] αποτέλεσμα να περιπλέκεται η διάκριση μεταξύ του λογοτεχνικού και του μη λογοτεχνικού» (Culler, 2000:25). Ίσως όμως τα πράγματα να είναι λίγο πιο απλά. Η λογοτεχνική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει έναν συγγραφέα και απευθύνεται, μέσω ενός έργου, σε έναν αναγνώστη, μοιάζει πολύ με επικοινωνιακή πράξη. Στην επικοινωνία όμως ισχύει μια βασική συνθήκη: σκοπός είναι η κατανόηση της πληροφορίας που αποτελεί αντικείμενο της επικοινωνίας και οι συμμετέχοντες συνεργάζονται ο ένας με τον άλλον για την επίτευξή του. Στη λογοτεχνία δεν αξιώνεται μεταβίβαση πληροφορίας. Υπάρχουν απλώς αφηγήσεις, «των οποίων η αξία για τους ακροατές δεν έγκειται στην πληροφορία που μεταβιβάζουν, αλλά στη ‘διηγησιμότητά’ τους» (Culler, 2000:33), στην αίσθηση δηλαδή ότι «αξίζει τον κόπο» να διαβαστούν. Και πώς διασφαλίζεται το ότι «αξίζει τον κόπο»; Από τη διαδικασία επιλογής που (υποτίθεται) έχουν περάσει αυτές οι αφηγήσεις: το γεγονός ότι έχουν δημοσιευθεί, αναθεωρηθεί και τυπωθεί – επομένως ότι υπήρξαν κάποιοι που θεώρησαν πως αξίζουν και πως δεν αποτελούν παραλογοτεχνία ή λογοτεχνία κατώτερης ποιότητας.

Θα μπορούσαμε επομένως να καταλήξουμε ότι λογοτεχνία είναι ό,τι μια συγκεκριμένη ελίτ σε μια κοινωνία θεωρεί λογοτεχνία: ένα σύνολο κειμένων δηλαδή που όσοι ρυθμίζουν τα λογοτεχνικά πράγματα – οι καθηγητές, οι εκδότες, οι κριτικοί, οι ακαδημαϊκοί – αποδέχονται ότι εμπίπτει στη σφαίρα της. Ωστόσο, και ο αναγνώστης κατέχει σημαντικό ρόλο σ' αυτή τη διαδικασία. Όπως διατείνεται ο Hans Robert Jauss, εκπρόσωπος της θεωρίας της πρόσληψης, οι διαδοχικές αναγνώσεις ενός έργου μέσα στον χρόνο, συστήνουν «μια αλυσίδα διαδοχικών προσλήψεων, η οποία συγχρόνως αποφασίζει για την ιστορική σημασία του έργου και καθιστά προφανή την αισθητική του αξία» (Jauss, 1967/1982).

Ας επιστρέψουμε όμως στους μορφικούς και άλλους μηχανισμούς του λογοτεχνικού κειμένου. Μηχανισμοί, λοιπόν, «όπως ο ήχος, το μέτρο, ο ρυθμός, η σύνταξη, η ομοιοκαταληξία, η επανάληψη, η σύγκριση, η υπερβολή […] χρησιμοποιούνται για να παραμορφώσουν τη συμβατική γλώσσα και να προκαλέσουν την ανοικείωση» (Γερακίνη 2016: 233). Η συμβατική γλώσσα χρησιμοποιείται στην καθημερινή επικοινωνία με σκοπό τη μετάδοση πληροφοριών, έναν σκοπό που εξυπηρετούν όλα τα μορφικά της στοιχεία. Αντίθετα, στη λογοτεχνία τα μορφικά στοιχεία ξεφεύγουν από τη λειτουργία αυτή, παραμορφώνουν τη συμβατική γλώσσα και οδηγούν τον αναγνώστη σε νέους τρόπους σύλληψης της πραγματικότητας (την περίφημη ανοικείωση). Στη λογοτεχνία, η καθημερινή, οικεία πραγματικότητα ανατρέπεται και ο αναγνώστης απομακρύνεται από το γνωστό, το συνηθισμένο και αυτό που θεωρούσε δεδομένο προς όφελος μιας νέας, διαφορετικής αντίληψης του κόσμου.

Τι γίνεται όμως με ένα ποίημα σαν το «Η σύνθεση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Νυρεμβέργης στις 27.1.1968» του Peter Handke;

Η σύνθεση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Νυρεμβέργης
στις 27.1.1968

WABRA
LEOPOLD POPP
LUDWIG MUELLER WENAUER BLAKENBURG
STAREK STREHL BRUNGS HEINZ MUELLER VOLKERT
Ώρα έναρξης
15.00


Ο Handke συνέλεξε τις πληροφορίες για τη θέση των ποδοσφαιριστών στον αγώνα, που όντως έδωσε η ομάδα της Νυρεμβέργης στις 27.1.1968, από μια εφημερίδα και τις ενσωμάτωσε στην ποιητική του συλλογή. Όλα τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των παικτών, είναι πραγματικά. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα ποίημα. Τι το καθιστά τέτοιο; Το γεγονός ότι όσο και να βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, είναι αναπόδραστα μια αναπαράσταση της πραγματικότητας. Ακριβώς όπως δηλώνει ο διάσημος πίνακας του Magritte “Ceci n'est pas une pipe” («Αυτή δεν είναι μία πίπα»). Η αναπαράσταση μας πίπας δεν είναι αληθινή πίπα, μια πίπα που μπορεί κάποιος να καπνίσει ή να αγγίξει. Ό,τι ισχύει για τον πίνακα, ισχύει και για το ποίημα του Handke. Ας σημειωθεί ότι το ποίημα γράφτηκε στο πλαίσιο της μεταμυθοπλασίας, δηλαδή της τάσης εκείνης της λογοτεχνίας να απογυμνώνει τους μυθοπλαστικούς μηχανισμούς των οποίων μετέρχεται, διερευνώντας την ένταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την εκάστοτε αφηγημένη ιστορία.

Το γεγονός και μόνο όμως ότι το «Η σύνθεση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Νυρεμβέργης στις 27.1.1968» περιέχεται σε μια ποιητική συλλογή κάνει τον αναγνώστη να το αντιμετωπίσει διαφορετικά. Τον αναγκάζει να το δει σαν λογοτεχνία και να το συλλάβει υπό μια άλλη οπτική. Το ποίημα επιβάλλει στον αναγνώστη μια διαφορετική ανάγνωση και μια εναλλακτική αναζήτηση της σημασίας των λέξεων που το αποτελούν, παρότι αντιστέκεται στον ορίζοντα των προσδοκιών του δεύτερου. Πρόκειται για μία ακόμη όψη της ανοικείωσης: Η ανατροπή των προσδοκιών του αναγνώστη είναι άλλο ένα βασικό συστατικό της λογοτεχνίας. Άλλωστε, οι προσδοκίες αυτές δεν είναι σταθερές, είναι άμεσα συνυφασμένες με την εποχή στην οποία εκείνος ανήκει και άρα μεταβλητές στον χρόνο. Όπως και οι εν γένει προσλαμβάνουσες του ίδιου, αλλά και των ρυθμιστών των λογοτεχνικών πραγμάτων που προαναφέρθηκαν.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Αναφορές:
Γερακίνη, Αλεξάνδρα (2016), «Φορμαλισμός, Νέα Κριτική και Δομισμός: μια κριτική προσέγγιση στις κειμενοκεντρικές θεωρίες της Λογοτεχνίας», Έρευνα – Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών-Επιστημονικών Θεμάτων, 8, 231-240

Culler, Jonathan (2000), Λογοτεχνική θεωρία – Μια συνοπτική εισαγωγή, μτφρ. Καίτη Διαμαντάκου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Frye, Northorp (1996), Ανατομία της κριτικής, μτφρ.: Μαριζέτα Γεωργουλέα, Αθήνα: εκδ. Gutenberg-Δαρδανός

Handke, Peter (1969), Die Innenwelt der Aussenwelt der Innenwelt, Frankfurt a.M.: Suhrkamp Verlag, 1969, στο διαδικτυακό εγχειρίδιο των Αικ. Καρακάση, Μ. Σπυριδοπούλου και Γ. Κοτελίδη, Ιστορία και θεωρία των λογοτεχνικών ειδών και γενών – Παραδείγματα και εφαρμογές, διαθέσιμο στο www.kallipos.gr

Jakobson, Roman (1973), Questions de poetique, Paris: Éditions du Seuil

Jauss, Hans Robert (1967/1982), "Literary History as a Challenge to Literary Theory", Toward an Aesthetic of Reception, μτφρ. Timothy Bahti, University of Minessota Press.



Σημ.: Το αρχικό κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 40(1), Αύγουστος 2017. Εδώ αναδημοσιεύεται διορθωμένο και συμπληρωμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου