Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Το μονοπάτι του άστρου της αυγής: Μια περιήγηση στους εξωτικούς κοσμογονικούς μύθους λαών της γης

Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, οι άνθρωποι έφτιαξαν κοσμογονικούς μύθους στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν την φύση των πραγμάτων που έβλεπαν γύρω τους. To εκπληκτικό μ’ αυτούς  τους μύθους είναι ότι, παρ’ όλο που φτιάχτηκαν σε περιοχές εντελώς απομονωμένες μεταξύ τους, εμφανίζουν  ομοιότητες εντυπωσιακές.

Κατά τους ιθαγενείς των νησιών Μάρσαλ της Πολυνησίας, ο  Λόα, ο ύψιστος θεός και δημιουργός του κόσμου, περιπλανιόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην αρχέγονη θάλασσα και,  μη υποφέροντας άλλο τη μοναξιά του, αποφάσισε να δημιουργήσει τον κόσμο, την κάθε μορφής ζωή, καθώς και ένα θεό για τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.  

Σύμφωνα με την φυλή Ζούνι της Β. Αμερικής, ο Αβαναβιλόνα, ο προαιώνιος κοσμογονικός θεός της φυλής, νοούμενος ως αρσενική και θηλυκή φύση, αποβάλλοντας από το δέρμα του σφαιρικές μάζες ιδρώτα που έπεφταν στον απέραντο ωκεανό, δημιούργησε τον πατέρα ωκεανό και τη μητέρα γη που αποτέλεσαν το πρώτο αντρόγυνο και γέννησαν όλα τα όντα. 

Κατά την μυθολογία των ιθαγενών της Βόρειας Αυστραλίας, η Τζανγγαβούλ, η  θεϊκή αδελφική τριάδα - δύο αδελφές και ο Έα ο αδελφός τους -  κατά την αρχέγονη εποχή του ονείρου (ουονγκάρ),  μαζί με τον συνοδό τους Μπράλμπραλ εγκατέλειψαν το νησί του θανάτου Μπράλγκου και, ακολουθώντας το μονοπάτι του άστρου της αυγής, έφτασαν στην περιοχή του σημερινού Πορτ Μπράντσοου,  όπου με μια διπλωμένη μήτρα, ένα χορταρένιο σάκο και τα μαγικά ραβδιά "ράνγκα" δημιούργησαν τις πηγές του νερού, τα δέντρα, τα φυτά τα ζώα και τους ανθρώπους. 

Κατά τη μυθολογία της Μελανησίας, ο Κατ, ο  δημιουργικός θεός και ήρωας του πολιτισμού των ιθαγενών, θέλοντας να βάλει τάξη στον κόσμο, δημιούργησε πρωτ’ απ’ όλα τη νύχτα, επειδή ως τότε η μέρα ήταν ατελείωτη.  Έτσι, έχοντας ακούσει ότι το σκοτάδι υπήρχε στην περιοχή Βάβα των νησιών Τόρρες, ταξίδεψε ως εκεί, αγόρασε τη νύχτα Κονγκ από τον πατέρα της Ι Κονγκ, προσφέροντας σ’ αυτόν ως αντάλλαγμα έναν χοίρο, δίδαξε στα αδέλφια του να κοιμούνται όταν η νύχτα καλύπτει τον ουρανό, και δημιούργησε το πρωί κάνοντας μια σχισμή στο πέπλο του σκότους μ’ ένα πέτρινο εργαλείο, για να περνάει το φως της μέρας.

Κατά τον κοσμογονικό μύθο των Ναβάχο, ο δημιουργός  του σύμπαντος είναι ο  θεός  Κογιότε. Αυτός  δημιούργησε πέντε διαδοχικά κόσμους, εγκατέστησε το ανθρώπινο γένος στον τελευταίο, που ήταν ο καλύτερος, διακόσμησε τον ουρανό με τους αστερισμούς που έφτιαξε από σκόνη μαρμάρου, δημιούργησε το γαλαξία άθελά του από μια ποσότητά της που σκορπίστηκε από τη βιασύνη του, επιμήκυνε τη διάρκεια του  έτους και δημιούργησε τις εποχές, καθώς και το χιόνι. Τέλος, έφερε από τον τέταρτο κόσμο σπόρους από όλα τα εδώδιμα φυτά και τα μοίρασε στους ανθρώπους.  

Ο  Κογιότε (το τσακάλι)  είναι επίσης  δημιουργικός θεός και εισηγητής του πολιτισμού σύμφωνα  με πολλές φυλές των νοτιοδυτικών περιοχών της Β. Αμερικής. Σύμφωνα με τον ανθρωπογονικό μύθο των Μαίντου, ο Κογιότε αντέπραξε στο δημιουργικό έργο του πολιτισμικού ήρωα Κοντογιάνπε ή Βονόμι. Έτσι, επειδή ο ίδιος είχε αποτύχει να δημιουργήσει τέλεια πλάσματα, αντέδρασε στην απόφαση του Κοντογιάνπε να κυλά η ζωή των ανθρώπων ευχάριστα και χαρούμενα και δημιούργησε τις ασθένειες και τον θάνατο. Όταν όμως ο γιος του έγινε το πρώτο ανθρώπινο θύμα του, ο Κογιότε μετάνιωσε πικρά και μην μπορώντας να επανορθώσει την κατάσταση έκλαψε και τα δάκρυα του ήταν τα πρώτα που γνώρισε  η ανθρωπότητα.

Το φως και η φωτιά αποτελούσαν πάντα πρωταρχικά στοιχεία της  ζωής των ανθρώπων. Κατά τη φυλή Kουικούρα της Βραζιλίας, στην αρχή ο κόσμος ήταν ένα κατασκότεινο μέρος γύρω από μια λιμνοθάλασσα ή ένα ποτάμι  όταν ο Κανάσσα,  ο δημιουργικός θεός και χορηγός  της ζωής, σχεδίασε μια ακτίνα φωτός, επειδή όμως αυτή  ήταν πολύ εύθραυστη  και έσπασε όταν ο Κανάσσα την πάτησε κατά λάθος, χρειάστηκε να αναγκάσει τον κυρίαρχο της φωτιάς βασιλιά Ορνέφ να φέρει από τον ουρανό ένα προσάναμμα ή ένα δαδί. Με τη βοήθεια ενός  φιδιού, ο Κανάσσα κατόρθωσε να φέρει στον κόσμο αυτό το δαδί, παρά την αντίδραση που συνάντησε από τους βατράχους που προσπάθησαν να το σβήσουν. Η ομοιότητα της ιστορίας αυτού του μύθου με την ιστορία του Προμηθέα, που ήταν υπεύθυνος για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους με τα αγαθά του πολιτισμού  που του χάρισε, είναι εμφανής.  

Στους μύθους των Ατζέκων, η  θεά Κοατλικουέ κατέχει υψηλή θέση, εφόσον παρουσιάζεται ως μητέρα του θεού του ήλιου και του φωτός Χουιτζιλοποχτλί. Στον  σχετικό μύθο, κατά τη διάρκεια περιπάτου με συνοδεία τέσσερις αδερφές της στην περιοχή του Βουνού του Φιδιού, κοντά στην πόλη Τούλα, η Κοατλικουέ βρήκε μερικά φτερά ή λουλούδια που τα θεώρησε πολύτιμα και πίστεψε ότι συμβόλιζαν τη φύση του θεού που θα γεννούσε. Έτσι η Κοατλικουέ έμεινε έγκυος, μόλις τα έβαλε στον κόρφο της, αλλά σ’  αυτή την εγκυμοσύνη της εναντιώθηκαν όλα τα άλλα παιδιά της (οι τετρακόσιοι Μεσημβρινοί), τα οποία, θεωρώντας την εγκυμοσύνη της αισχρή και απαράδεκτη, αποφάσισαν να τη σκοτώσουν με μοναδική εξαίρεση την κόρη Κογιολξαουκουί, η οποία αγαπούσε υπερβολικά τη μητέρα της. Η θεά απέφυγε τελικά το θάνατο γιατί πρόλαβε  να γεννήσει τον θεό του ήλιου, ο οποίος ήρθε στον κόσμο οπλισμένος και έσφαξε αμέσως όλα τα αδέλφια του, μαζί με την αθώα Κογιολξοουκουί, την οποία  βέβαια ανέστησε η Κοατλικουέ. Κι εδώ μπορεί να φέρει κανείς στη μνήμη του την ιστορία της θεάς Αθηνάς που γεννήθηκε πάνοπλη από το κεφάλι του Δία. 

Σύμφωνα με κάποιον άλλο μύθο της φυλής Λούμπα του Ζαΐρ, ο δημιουργός  θεός Καλούμπα, θέλοντας να χαρίσει στο ανθρώπινο γένος μακροζωία διέταξε  έναν τράγο και ένα σκύλο να εμποδίσουν τον Θάνατο να φτάσει στον κόσμο των θνητών. Ο σκύλος όμως που ενέδρευε πρώτος αποκοιμήθηκε, και έτσι ο Θάνατος κατόρθωσε  να φτάσει στους  ανθρώπους. Την επόμενη μέρα που ενέδρευε ο τράγος, επιχείρησε να περάσει και η Ζωή, αλλά ο τράγος νομίζοντας ότι ήταν ο Θάνατος, της απαγόρεψε την είσοδο στη χώρα του ανθρώπινου γένους κι έτσι το γένος των ανθρώπων έμεινε για πάντα  θνητό. 

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, που αποτέλεσαν έναν  από τους  παλιότερους  πολιτισμούς της γης, άφησαν πλούσια κοσμογονική μυθολογία. Σύμφωνα με διάφορα νεκρικά κείμενα, όταν ο θεός Ήλιος ο Ρα έφτασε στο τέλος της ζωής του διάλεξε για διάδοχο του τον Όσιρι που βασίλεψε ειρηνικά πάνω στη γη βοηθούμενος από την  αδερφή του  Ίσιδα. Το εκπολιτιστικό τους έργο εντοπίστηκε κυρίως στη διδασκαλία της γεωργίας,  την μεταβολή  του νομαδικού   βίου σε μόνιμες εγκαταστάσεις και στη νομοθεσία. Αργότερα, ο Σηθ κινημένος από φθόνο κατασπάραξε τον αδερφό του και πέταξε τα μέλη του στον Νείλο. Τότε, η Ίσις άρχισε τη μεγάλη προσπάθεια για την ανεύρεση και ανασύνθεση του διαμελισμένου αδερφού της. Η περιπλάνηση και ο οδυρμός της έμειναν  παροιμιώδεις στην αρχαία Αίγυπτο και έδωσαν τις καλύτερες σελίδες της αρχαίας αιγυπτιακής λογοτεχνίας. Σε ένα νεκρικό κείμενο αναφέρεται η Ίσις να απευθύνεται στον νεκρό Όσιρι ως εξής: 

"Επίστρεψε κοντά στην πολυαγαπημένη σου, γύρισε κοντά στην αδελφή σου, εσύ που η καρδιά σου σταμάτησε να χτυπά… Σε καλώ κλαίγοντας τόσο δυνατά, ώστε με ακούν στον ουρανό αλλά εσύ δεν  ακούς τη φωνή μου και είμαι ωστόσο η αδελφή σου που αγαπούσες στη γη. Εκτός από μένα δεν αγαπούσες κανέναν άλλον, αδελφέ μου, αδελφέ μου!’’.

 Απόστολος Σπυράκης


Πηγή: Παγκόσμια Μυθολογία της Εκδοτικής Αθηνών, γενική εποπτεία: Ευάγγελος Ν. Ρούσσος. Συντάκτες:  Αναστασίου Γιάννης,  Copony Renata, Durie Loucas Evelyn,  Κακριδής Φάνης Ι. Κεσίσογλου Αλέξανδρος Ι.  Λιβιεράτου Γεωργία,  Λουκάς Ιωάννης,  Μεγαλομμάτης Κοσμάς,  Οswald Renata,  Παπαχατζής Νικόλαος, Πετροπούλου Αγγελική, Potcher Walter,  Ρούσσος Ευάγγελος Ν., Schwabl Hans, Semmlinger Lothar.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου