Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Βυζαντινοί χρονογράφοι

Λίγο πριν το Πάσχα, σας αποχαιρετούμε για τις Άγιες μέρες με ένα επετειακό κείμενο του Απόστολου Σπυράκη για τους βυζαντινούς χρονογράφους.
Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε. 
Καλή Ανάσταση, καλό Πάσχα!
Ραντεβού στις 16 Απριλίου.



Βυζαντινοί χρονογράφοι


Οι βυζαντινοί χρονογράφοι δεν τυγχάνουν της ίδιας προβολής με τους  αρχαίους ιστορικούς αν και η αξία  τους,  τόσο η ιστορική όσο και η λογοτεχνική,  είναι αδιαμφισβήτητη. Γνωστότεροι συγγραφείς της βυζαντινής εποχής μπορούν να θεωρηθούν ο Μιχαήλ Ψελλός και η Άννα Κομνηνή, ο μεν πρώτος  για την πλατιά ευρυμάθειά του  που αγκαλιάζει όλους τους τομείς της γνώσης  και  η  συγγραφέας  της Αλεξιάδας, αυτή η "φίλαρχη γυναίκα", όπως την αποκαλεί ο Καβάφης, για την εκπληκτική  καλλιέργειά της που την κατατάσσει ανάμεσα στους πιο σημαντικούς συγγραφείς του Μεσαίωνα. Υπάρχουν όμως χρονογράφοι λιγότερο γνωστοί που μας έχουν αφήσει πολύ σημαντικά δείγματα ιστοριογραφικής αφήγησης.  

Ένας  απ’  αυτούς είναι ο  Ιωσήφ Γενέσιος, ο οποίος ανήκε στο επιτελείο των λογίων που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, αναθέτοντάς τους τη συγγραφή διαφόρων έργων εξαιρετικά σημαντικών. Το έργο του Ιωσήφ Γενέσιου φέρει τον τίτλο "Περί Βασιλειών’’ και σ’ αυτό, εξιστορώντας  την ανάρρηση  στο θρόνο του αυτοκράτορα  Λέοντα Ε΄, μας δίνει μια εικόνα της μεγαλοπρέπειας των βυζαντινών ηγεμόνων:

"Όταν ( ο Λέων) μπήκε στα ανάκτορα, στάθηκε μπροστά από τις χάλκινες πύλες, πάνω στο δάπεδο με το κυκλικό ολοπόρφυρο μάρμαρο και προσκύνησε το εικόνισμα του Χριστού που υπήρχε εκεί …Παράλληλα,  βγάζοντας τον αχειρίδωτο χιτώνα του με τις ρόδινες αποχρώσεις, τον οποίο στην εγχώρια διάλεκτο αποκαλούν κολόβιο, με λυμένη ζώνη τον παρέδωσε επίσημα, σύμφωνα με ένα παλαιό έθιμο μεταξύ των στρατηλατών, στον επικεφαλής των ιπποκόμων του, τον Μιχαήλ...".

Ο Μιχαήλ Δούκας, ένας άλλος σπουδαιότατος χρονογράφος που έζησε στα ύστερα χρόνια της αυτοκρατορίας, μας έχει διασώσει μια παρόμοια σκηνή:

"Τότε λοιπόν ο Καντακουζηνός, αναλογιζόμενος τη στάση της βασιλομήτορος και της συγκλήτου,  που αμφότεροι τον κατέτρεχαν δίχως καμιά εύλογη αιτία, και χωρίς  ποτέ να έχει συνωμοτήσει, υπακούει στη θέληση των Ρωμαίων, περιβάλλεται τα μεταξωτά κόκκινα καμπάγια και αναγορεύεται αυτοκράτωρ από τον στρατό".

Ο ίδιος ιστορικός (Μιχαήλ Δούκας) σε άλλο  σημείο του έργου του αναφέρει μια άλλη σκηνή που δείχνει  την ακμή και την παρακμή του Βυζαντίου:

"Ο αυτοκράτορας (Μανουήλ) στο μεταξύ βλέποντας την επιθετικότητα και την αλαζονεία του τυράννου (Παγιαζήτ), άρχισε να οικοδομεί σε κάποια τοποθεσία της Πόλης, την επονομαζόμενη  Χρυσή Πύλη, και να ανεγείρει δύο πύργους εκατέρωθεν της πύλης. Οι πύργοι αυτοί χτίστηκαν με λευκό μάρμαρο δουλεμένο και δεν έγιναν ούτε από λιθοξόους τεχνίτες ούτε με δικά του έξοδα, αλλά προέρχονταν από άλλα υπέροχα αναθήματα, αποσπασμένα από τον ναό τον αφιερωμένο στους Αγίους  Πάντες που ανεγέρθηκε από τον βασιλιά Λέοντα, τον σοφό και μέγιστο  αυτοκράτορα, και από τον  ναό των Αγίων Σαράντα, που είχε ανεγείρει με εξαιρετική τέχνη ο βασιλεύς Μαυρίκιος, και τέλος από τα ερείπια του ναού του αγίου Μωκίου, που θεμελίωσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας".

Την εθιμοτυπία και τις συνήθειες του παλατιού γνώριζε καλά και ένας άλλος ιστορικός, ο Σφραντζής, που είχε την τύχη και την  ατυχία  να υπηρετεί τους τελευταίους βυζαντινούς βασιλιάδες. Αυτοί, μετά την πτώση, κατέφυγαν στον Μιστρά όπου έλαμψε η τελευταία σπίθα της βυζαντινής εποχής. Λέει λοιπόν ο Σφραντζής, που φαίνεται ότι ήταν ο εξ απορρήτων του αυτοκράτορα:

"Μετά από λίγο διατάζει ο άγιος αυτοκράτορας τον ιματιοφύλακα του: ‘Δώσε στον Σφραντζή ένα καβάδι χρώματος μολύβδου από  καμουχά φοδραρισμένο με πολύτιμα στολίδια και να πάρει  και το σεντούκι το οποίο μου ζήτησε’. Κρατούσα, λοιπόν, ένα σεντούκι πολύ ωραίο και μεγάλο που περιείχε πολλά και όμορφα πράγματα, τα οποία μοιράστηκαν άλλα στους γιους του,  άλλα  για την αγία του ψυχή. Και στο τέλος  ζήτησα εγώ το σεντούκι και μου αποκρίθηκε τα εξής: ‘Ήταν του αφέντη μου, του αυτοκράτορα και πατέρα μου, και με την ευχή του φύλαγα μέσα σ’ αυτό πολλά και ωραία πράγματα και πολύ περισσότερα βασιλικά αντικείμενα απ’ όσα είδες. Επιθυμώ, λοιπόν, να το δώσω και εγώ στον βασιλιά  και γιό μου, ώστε να διαφυλάσσει μέσα σ’ αυτό και εκείνος με την ευχή μου τα δικά του πράγματα’. Τότε διέταξε να το κρατήσω και να το διατηρήσω με την άγια ευχή του γεμάτο από όλα τα χρήσιμα και τίμια  αγαθά αυτής της μάταιας ζωής. Η δε αγία  αυτοκράτειρα διατάζει και  μου φέρνουν μεταξωτό χιτώνα πράσινο πολύτιμο, η δε νεαρή αυτοκράτειρα μου παραγγέλλει: ‘Αυτό το ρούχο μου, όταν παντρευτείς, θα είναι της συζύγου σου’."

Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης είναι ένας από τους παλιότερους χρονογράφους και η βασική του  ενασχόληση αφορά την βασιλεία του αυτοκράτορα Μαυρίκιου, την εποχή που η αυτοκρατορία περνούσε μια μεταβατική φάση και μετασχηματιζόταν από ρωμαϊκή σε βυζαντινή, όπου η ελληνική γλώσσα και παιδεία διαμόρφωναν καθοριστικά την φυσιογνωμία του πολιτεύματος. Ο Σιμοκάττης  αρέσκεται σε μεγάλες παρεκβάσεις  που διανθίζουν την αφήγησή του, σε μια απ’ αυτές  παρουσιάζει μια σκηνή κυνηγιού που αποτελούσε έναν  από τους αγαπημένους τρόπους διασκέδασης των βυζαντινών:

"Την επομένη μέρα ο αυτοκράτορας (Μαυρίκιος) συναπαντήθηκε με ένα κοπάδι ελάφια κατά τη διάρκεια της πορείας του. Τότε οι ακόλουθοι του αυτοκράτορα έριξαν στα ζώα με τόξα και βέλη. Χτυπήθηκε λοιπόν το μεγαλύτερο ζώο της αγέλης, και φυσικά ακολούθησε άγρια καταδίωξη εκ μέρους των κυνηγών. Ενώ έδυε ο ήλιος και απομακρυνόταν το ελάφι, αποφεύγοντας το κυνηγητό με την ταχύτητα των ποδιών του, οι άλλοι μεν σταμάτησαν, ένας όμως από τους σωματοφύλακες του αυτοκράτορα κι ένας από τη φυλή των Γεπιδών συνέχισαν την καταδίωξη. Ενώ λοιπόν αυτό το ίδιο  ελάφι είχε πλησιάσει κάποιο δάσος κατά την ταχύτατη φυγή του και κρυβόταν στα φυλλώματα της λόχμης, οι άνδρες προχώρησαν μπροστά, επιδιώκοντας ακόμη περισσότερο να επιτύχουν, λόγω του ανταγωνισμού  κατά το κυνήγι. Ο Γέπις λοιπόν, βλέποντας ότι ο νεαρός φορούσε λαμπρή εσθήτα, στερεωμένη με περίτεχνη ζώνη, και ότι το άλογο του είχε χρυσά χαλινάρια, σκότωσε τον άμοιρο δολοφονώντας τον σε κάποιο φαράγγι…

(Δεν παρέλκει επίσης να εκθέσουμε την αιτία της ενεργού προνοίας, η οποία  καθημερινά διασχίζει την οικουμένη, επιβλέπει με ακούραστο μάτι τα πράγματα αυτού του κόσμου και πάντοτε παρέχει στους ανθρώπους ανταπόδοση των πράξεων), ο δράστης λοιπόν του φόνου πιάστηκε στο δίχτυ της δικαιοσύνης. Γιατί μετά από κάποιο διάστημα ήλθε στη βασιλική πόλη και έδωσε τα στολίδια της  χρυσής  ζώνης σε έναν τεχνίτη χρυσουργό για να τα λειώσει. Ο τεχνίτης λοιπόν, αφού θεώρησε πολύ περίτεχνα τα μέλη της ζώνης, βίαιο το σχήμα της απόσπασης και βαρβαρική την όψη του προσώπου, υποψιάστηκε ότι ο άνδρας είχε διαπράξει κάποια κλοπή".

Όπως μπορεί να κατανοήσει κανείς, η τύχη ήταν παράγοντας  καθοριστικός για την ζωή των ανθρώπων της βυζαντινής εποχής, γεγονός ορατό και σε κάποιο άλλο επεισόδιο που αφηγείται ο Δούκας:

"Ο Μεχμέτ (ο αδερφός του Τούρκου σουλτάνου Μωσή) ακολούθως περιέπεσε σε μεγάλη αγωνία και θεωρώντας τη μεταβολή της Τύχης σαν περιστρεφόμενη σφεντόνα,  είπε στον βασιλιά : ‘Άγιε πατέρα, εσύ  που ισοσταθμείς  τις πλάστιγγες και προβλέπεις τις μετακινήσεις τους, δεν με αφήνεις, παρόλο που βλέπεις την να πηγαίνει πάνω κάτω’…".

Ο  Μιχαήλ Δούκας είναι ασφαλώς  ένας από τους πιο εντυπωσιακούς χρονογράφους του Βυζαντίου ο οποίος είχε την ατυχία να ζήσει  την πτώση της Κωνσταντινούπολης  για την οποία θρηνεί και οδύρεται όπως και όλοι οι άλλοι ιστορικοί της άλωσης. Πέρα όμως απ’ αυτό το γεγονός, ο Δούκας περιέγραψε με τρόπο θαυμάσιο την άνοδο των Τούρκων που πλησίαζαν για αιώνες το Βυζάντιο μέχρι που πέτυχαν την εξολόθρευσή του. Για τον βυζαντινό ιστορικό, τα σημάδια της φύσης αποτελούσαν προάγγελο των δεινών που επέρχονταν:

"Τις ημέρες εκείνες , την ανοιξιάτική ώρα που ο ήλιος διασχίζει τους διδύμους, φάνηκε κατά τη δύση,  σημείο μεγάλο από τον ουρανό… Ήταν κομήτης λαμπρότατος, που είχε την ουρά του κάθετη και λαμπερή σαν φωτιά, μεγαλύτερη από τέσσερεις πήχεις, και έριχνε τις ακτίνες του σαν δόρυ από την δύση ως την ανατολή. Όταν μάλιστα έπεφτε ο ήλιος, τότε το μετέωρο αυτό άπλωνε τις  εξίσου λαμπρές ακτίνες του και καταφώτιζε όλα τα πέρατα της γης, μην επιτρέποντας στα υπόλοιπα άστρα να λάμψουν, αλλά ούτε και στην υπόλοιπη ατμόσφαιρα να σκοτεινιάσει ... αντιθέτως, έριχνε το φως σαν αψίδα και η φλόγα του γυάλιζε ιδιαίτερα στο κέντρο του ουρανού, ενώ οι ακτίνες του περιορίζονταν μόνον από τον ορίζοντα. Τα ίδιο μετέωρο παρατήρησαν και οι Ινδοί, οι Χαλδαίοι,  οι Αιγύπτιοι , οι Φρύγες, οι Πέρσες , οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας, οι Θράκες, οι Ούνοι, οι Δαλμάτες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί , οι Γερμανοί  και κάθε άλλο έθνος που κατοικεί γύρω από τις όχθες του ωκεανού."

Σ’  άλλο σημείο  περιγράφει  παραστατικά την επερχόμενη λαίλαπα:

"Όταν ο Ορχάν (ηγεμόνας της Φρυγίας, της Βιθυνίας και της Παφλαγονίας) άκουσε τους πρέσβεις να προφέρουν λόγια  που μιλούσαν για γαμήλιες ανταλλαγές και ανήγγειλαν πλούτη αμέτρητα, άνοιξε το στόμα του σαν βόδι διψασμένο σε καλοκαιριάτικο καύσωνα, που πίνει από λάκκο γεμάτο με κρύο νερό αχόρταγο από τη δροσιά του -  παρόμοια και αυτός, μόλις άκουσε τις προτάσεις, έχασκε με το στόμα ορθάνοιχτο, εξαιτίας της βαρβαρικής  του απληστίας".

Την πτώση του Βυζαντίου απέτρεψε την τελευταία στιγμή η σαρωτική εισβολή του Ταμερλάνου ο οποίος συνέτριψε τους Τούρκους στην περίφημη μάχη της Άγκυρας. Αφηγούμενος τις επιδρομές των Μογγόλων ο Δούκας γράφει:

"Το στράτευμα του Τεμήρ (Ταμερλάνου) κατελάμβανε… τη μια πόλη μετά την άλλη, διανύοντας ανά  την οικουμένη μία  απόσταση τριών ημερών σε μία μόνον ημέρα, πολλές φορές σαν πετούμενα πουλιά , χωρίς  να κουβαλούν τίποτε μαζί τους,  μεταφέροντας μόνον τα απολύτως απαραίτητα εφόδια που θα τους εξασφάλιζαν εύκολα τη νίκη".

Σε κάποιο άλλο σημείο ιστορεί με τρόπο γλαφυρό τις τακτικές των βαρβάρων:

"Τότε ακριβώς είχε πιάσει τόσο βαρύς χειμώνας με κρύο και χιόνι, ώστε είχαν ξυλιάσει ακόμη και τα τετράποδα ζώα, τα πετεινά του αέρα και τα ψάρια της θάλασσας,  έχοντας όλα μεταμορφωθεί σε πάγο. Έβγαινε λοιπόν (ο Ταμερλάνος) από τη μια πόλη και έμπαινε σε μιαν άλλη, εγκαταλείποντας τες τόσο έρημες, ώστε ούτε και το παραμικρό γαύγισμα σκύλου δεν ακουγόταν ούτε κακάρισμα σπιτίσιας κότας ούτε κλάψιμο μικρού παιδιού. Όπως ακριβώς ο ψαράς που πετά τα δίχτυα του  τη θάλασσα και τα τραβά  μετά από το πέλαγος προς τη στεριά, παρασέρνοντας μαζί του οτιδήποτε συναντήσει, είτε ψάρι μεγάλο είτε μικρό, είτε το φτενότερο ψαράκι και τον ισχνότερο κάβουρα, έτσι και δαύτοι απογύμνωσαν ολόκληρη την Ασία και αναχώρησαν με όλη τους τη λεία".

Για το τέλος παρατίθεται ένα απόσπασμα του Ιωσήφ Γενέσιου σχετικά με την πτώση των Συρακουσών, αυτής της πανάρχαιης ελληνικής περιοχής:

"Όταν,  λοιπόν,  ο Αδριανός (αρχηγός του βυζαντινού εκστρατευτικού σώματος) ρώτησε τον πληροφοριοδότη του από πού είχε την είδηση αυτή, ο τελευταίος απάντησε: ‘Σε απόσταση οχτώ μιλίων από εδώ και σ’ ένα  μέρος ονομαζόμενο Έλος έχω ένα κτήμα. Χτες το βράδυ, ενώ βρισκόμουν εκεί, με πλησίασαν κάποιοι βοσκοί, λέγοντας μου ότι είχαν ακούσει ντόπιους δαίμονες να λένε ότι οι Συρακούσες  κυριεύτηκαν, ότι αυτοί ήταν παρόντες στη άλωση και ως εκ τούτου  είναι αληθής η είδηση’. Ο στρατηγό όμως, μην πιστεύοντας  σ’ αυτά, ζητούσε να τα ακούσει ο ίδιος. Προς τον σκοπό αυτό μεταβαίνει στο κτήμα κατά την πρώτη ώρα (μόλις νύχτωνε) και μαζί με τους βοσκούς καταλαμβάνει τη συγκεκριμένη τοποθεσία, όπου σύχναζαν τα αερικά. Όταν κάποιος βοσκός ρώτησε τα τελευταία για την ταυτότητα τους, αυτά απάντησαν ότι ήταν ότι είχε απομείνει το χριστιανικό αίμα  στις Συρακούσες...".

Απόστολος Σπυράκης


Πηγές :
1.       Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, ‘’Ιστορία’’, Εκδόσεις Κανάκη μετάφραση Δέσποινα Τσουκλίδου, εισαγωγή σχόλια  Δημήτρης Τσουγκαράκης.
2.       Ιωσήφ Γενέσιος, ‘’Περί βασιλειών’’, εκδόσεις Κανάκη ,μετάφραση - σχόλια Παύλος Νιάβης, Εισαγωγή- επιστημονική θεώρηση της μετάφρασης Δημήτρης  Τσουγκαράκης
3.       Γεωργίου Σφραντζή, ‘’Βραχύ Χρονικό’’, Εκδόσεις Κανάκη, εισαγωγή - μετάφραση –σχόλια Δήμητρα Ι. Μόνιου
4.       Άννα Κομνηνή ‘’Αλεξιάς’’, μετάφραση Αλόης Σιδέρη, Εκδόσεις Άγρα.
5.       Μιχαήλ Δούκας ‘’Βυζαντινοτουρκική ιστορία’’, Εκδόσεις Κανάκη, μετάφραση εισαγωγή σχόλια Βρασίδας Καραλής.
6.       Μιχαήλ Ψελός Χρονογραφία εκδόσεις Κανάκη  μετάφραση εισαγωγή σχόλια Βρασίδας Καραλής.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Η σέλφι ως μεταμοντέρνο κείμενο


Διαβάστε εδώ το (ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου) κείμενό μου για μια εργασία που έγραψα στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού "Επικοινωνία και νέα δημοσιογραφία", το οποίο παρακολουθώ (τρίτο και τελευταίο χρόνο πλέον) στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το θέμα ήταν οι selfies. Όπως ήταν φυσικό για μένα, το έφερα στα νερά της λογοτεχνίας και, ιδού: "Η σέλφι ως μεταμοντέρνο κείμενο"!

Τη φετινή ακαδημαϊκή χρονιά την πέρασα γράφοντας τη μεταπτυχιακή διατριβή μου με θέμα τη σύγκριση της θεωρίας της επικοινωνίας με τη θεωρία της λογοτεχνίας: γι' αυτό σας έχω ταράξει στα κείμενα-κονσέρβα. Λίγος καιρός έμεινε, θα περάσει! Ευχαριστώ για την υπομονή.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

"Αφόρετα θαύματα" της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Αφού ό,τι μετριέται
Πάντα φαίνεται λειψό
Κι ό,τι ονοματίζεται
Ως απουσία υπάρχει
(«Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ»)

Θαύματα που κρέμονται σαν ρούχα στην ντουλάπα, μα δεν τα αγγίζει κανείς. Θαύματα που έμειναν στα αζήτητα, επειδή δεν μπoρέσαμε να πιστέψουμε στον εαυτό μας και να θεωρήσουμε ότι αξίζει να τα φορέσουμε. Στα 40 ποιήματα της συλλογής, τα πιθανά θαύματα καθρεφτίζονται σε ισάριθμες μικρές ιστορίες, άλλοτε προφανώς και άλλοτε συγκαλυμμένα. Συναντάμε εκεί τυφλούς, παράλυτους, ανθρώπους με εκποιημένο παρελθόν, σκιάχτρα, φοβικούς της λήθης ή της μνήμης, εγκληματίες, ηλικιωμένους, κλέφτες, ποιητές («νοσταλγούς του πάντοτε και φυσικά του αλλού»), φυτά, φεγγάρια και άλλα πολλά και θαυμαστά. Όλα αυτά τα στοιχεία φοβούνται κάτι ή υποφέρουν από κάποια έλλειψη που δεν τα αφήνει να διεκδικήσουν όχι απλώς το θαύμα που τους αναλογεί, αλλά ούτε καν τη ζωή που δικαιούνται.

Πολλές φορές, τον τόνο στη συλλογή τον δίνει η απόγνωση, σε βαθιά ανθρώπινα στιγμιότυπα, αποκαλυπτικά της όποιας αδυναμίας:
Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
Που βλέπει με τα χέρια...
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
Να βρει δικαιολογίες
Ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
Το άνοιγμα της πόρτας
Ή μια προστακτική φωνή
Να του φωνάζει
Μείνε.
(«Ο μονόλογος του κλέφτη», απόσπασμα)

Ωστόσο, η ελπίδα δεν απεμπολείται ολοσχερώς. Υφίσταται σχεδόν σαν υπόσχεση σε τυχαίες στιγμές, αποκαλυπτικές των θαυμάτων που περιμένουν:
Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί
Το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του
Δεν είναι παρά ένα πρόσχημα
Για να ανθίσουν οι σιωπές του φράχτη
Να μεταμεληθεί ο θάνατος
Για τη συγκομιδή του
Μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν
Να σκεπαστεί η άβυσσος.
(«Το πρόσχημα», απόσπασμα)

Η ροή είναι απρόσκοπτη, ενώ αφθονούν τα δίστιχα που σχηματίζουν δεκαπεντασύλλαβο («μισή μες στο δωμάτιο/ μισή έξω απ’ το σπίτι»), θυμίζοντας δημοτικό τραγούδι και δημιουργώντας στον αναγνώστη την αίσθηση του οικείου. Τα άφθονα σχήματα λόγου γεννούν αξιοσημείωτους στίχους («μια αλληγορία ορίζοντα/ που δεν γεωμετρείται») ή ακόμη κι αποφθέγματα («ήμουν παιδί/ κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν»), ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται για να διακωμωδήσουν θεσμούς, συνήθειες ή βεβαιότητες («φυλάκια συνοριακά/ ύμνοι, σημαίες, παρελάσεις/ ατροφικές υπάρξεις/ σημαδεμένες στους καρπούς»). Πρωτίστως, όμως, αυτό που καταφέρνουν είναι να ζωγραφίσουν μια ευαίσθητη και ταυτόχρονα οξυδερκή εικόνα του κόσμου.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Η ποίηση για την εθνεγερσία του 1821

Αμέτρητος, αμύθητος και αθάνατος θησαυρός η δημοτική ποίηση για τους αγώνες της Ρωμιοσύνης για ελευθερία στους χρόνους της Τουρκοκρατίας και την επανάσταση του 1821. Οι σκληροί αγώνες της κλεφτουριάς έθρεψαν τους στίχους και τις ιδέες του πρωτεργάτη και εξαγγέλλου της ελληνικής ελευθερίας, αλλά και των άλλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής χρεσονήσου εναντίον κάθε μορφής τυράννων, Ρήγα Βελενστινλή. Στο γνωστό του πατριωτικό εμβατήριο «Θούριος» στιχουργεί:

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις και είσαι στη σκλαβιά;
Στοχάσου πως, σε ψένουν καθ’ ώραν στη φωτιά
... πώς οι προπάτορές μου ορμούσαν σαν θεριά
Για την ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά.
Έτσι κι εμείς αδέλφια ν’ αρπάξωμεν για μια
Τ’ άρματα και να βγούμε απ’ την πικρή σκλαβιά.


Η ποίηση του Ελληνοϊταλού ποιητή Φώσκολου, εμπνευσμένη από τους αγώνες των ευρωπαϊκών λαών κατά της απολυταρχίας, επηρεάστηκε από τη δημοτική ποίηση και ιδιαίτερα το λαϊκό τραγούδι των Επτανήσων απ’ όπου κατάγεται.

Ο υπόδουλος ελληνικός λαός που αγωνίζεται κατά των Οθωμανών εμπνέεται από τις εθνεγερτικές «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου:

Τρέξατε αδέλφια, τρέξατε
Ψυχαί θερμαί γενναίαι
Εις τον βωμόν, τριγύρω,
Της πατρίδος ασπρόποντα
Τρέξατε πάντες.
Ας παύωσ’
Οι διχόνιαι
Που ρίχνουσι τα έθνη
Τυφλά, υπό τα σκληρότατα
Ονύχια των άγρυπνων
Δολίων τυράννων.


Ο 15σύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού εμπνέει τα ποιητικά αριστουργήματα του Διονύσιου Σολωμού «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», «Οι χαιρετισμοί», «Ο Λάμπρος», καθώς και τις ελεγείες του για τους θανάτους του Μ. Μπότσαρη και του Λόρδου Βύρωνα.

Η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και ο λαϊκός πολιτισμός συγκινούν από τις αρχές του 17ου αιώνα τους πρώτους δημοτικιστές, Νικόλαο Σοφιανό, τον φωτισμένο και μαρτυρικό πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Λεύκαρι, όπως και τους Βηλαρά και Χριστόπουλο στις αρχές του 19ου αιώνα, διδασκάλους στις σχολές των Ιωαννίνων.

Το έργο των μεγάλων στοχαστών του Γαλλικού διαφωτισμού, Βολτέρου, Μοντεσκιέ, Ντιντερό, Ρουσό, οι ιδέες και το έργο του Ρήγα Βελεστινλή, έθρεψαν τους πρωτεργάτες της νεοελληνικής πνευματικής αναγέννησης, τους κορυφαίους εκπροσώπους της Αδαμάντιο Κοραή και Κωνσταντίνο Κούζα, δάσκαλο στη Λάρισα και την Τεργέστη. Αυτές τις ιδέες υπηρέτησαν επίσης ο «Φιλικός» δραματουργός Γ. Λασσάνης, ο πρώτος Έλληνας επαγγελματίας ηθοποιός Κωνσταντίνος Αριστίας, που έπεσε μαχόμενος στις τάξεις του «Ιερού Λόχου», ο θεατράνθρωπος από την ελληνική παροικία της Οδησσού, Σπύρος Δρακούλης, και ο Π. Ανδρόνικος στο Κίνσοβο (Ρωσία) ο οποίος και μας κληροδότησε το, αργότερα μελοποιημένο, ακόλουθο ποίημα:

Ω παιδιά μου, ορφανά μου,
Σκορπισμένα εδώ κι εκεί,
Διωγμένα,
Υβρισμένα,
Απ’ τα έθνη παν’ εκεί
Ξυπνείστε τέκνα,
Κι ήλθεν η ώρα
Ξυπνείστε όλα,
Τρέξατε τώρα
Κι ήρθεν, ο Δείπνος ο Μυστικός!


Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε και τους κορυφαίους του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, τον Γερμανό Βίλχελμ Μίλερ, τον Άγγλο Λόρδο Βύρωνα και τον Ρώσο Αλέξανδρο Πούσκιν, παθιασμένους υποστηρικτές της εθνεγερσίας του 1821. Ο αποκαλούμενος «Έλληνας» Βίλχελμ Μίλερ, ο οποίος το 1821-27 έγραψε 52 θαυμάσια ποιήματα «Τραγούδια των Ελλήνων», τους έδωσε τον τίτλο «Αφιέρωμα για τον ηρωικό αγώνα». Καυτηριάζει τις ωμότητες των Τούρκων κατακτητών, την εχθρότητα της «Ιεράς Συμμαχίας» και τον κυνισμό της Μ. Βρετανίας στα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Στο ποίημά του «Η Ελλάδα και ο κόσμος», μεταξύ άλλων, γράφει:

Χωρίς τη Λευτεριά τι θα ήσουν εσύ, Ελλάδα;
Χωρίς εσένα, Ελλάδα, τι θα ήταν ο κόσμος;
Ελάτε σεις λαοί απ’ όλες τις Χώρες
Δείτε τα στήθια που σας θήλασαν
Με το καθαρό γάλα της σοφίας.


Ο «αποστάτης» της αριστοκρατικής τάξης Λόρδος Βύρων, που έκανε υπόθεση ζωής την ελευθερία της Ελλάδας και, αγωνιζόμενος γι’ αυτήν, πέθανε στο Μεσολόγγι το 1824, έγραψε ουκ ολίγα έξοχα ποιήματα, από τα οποία διαλέγουμε ελάχιστα σπαράγματα:

Με ποτάμια από τα αίματα
Κατακτιέται η λευτεριά
Ή στη μάχη θα πέσουμε
Ή θα ζήσουμε ελεύθερα πια


Ο μέγας Ρώσος ποιητής Αλέξανδρος Πούσκιν, θαυμαστής της ποίησης του Βύρωνα (όπως επισημαίνει ο άριστος γνώστης της ρωσικής λογοτεχνίας, Μήτσος Παπαλεξανδρόπουλος, οι ρωσικές φωνές του ποιητικού φιλελληνισμού προέρχονταν οι περισσότερες από το φιλελεύθερο πνεύμα των Ρώσων αριστοκρατών και το ριζοσπαστικό κίνημα των «Δεκεμβριστών») και ενθουσιασμένος από το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, αναφωνεί:

Εμπρός στυλώσου Ελλάδα επαναστάτισσα
Βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου,
Μάταια δεν ξεσηκώθηκε ο Όλυμπος
Η Πίνδος, οι Θερμοπύλες δοξάσμά σου
Απ’ τα βαθιά σου σπλάχνα ξεπετάχτηκε
Η λευτεριά ολόφωτη, γενναία
Κι από τον τάφο του Σοφοκλή απ’ τα μάρμαρα
Της Αθήνας πάντα ιερά σου και νέα
Θεών και ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα
Το ζυγό σου και την ενάντια μοίρα
Με την ηχώ που βγαίνει του Τυργαίου σου
Του Μπάιρον και του Ρήγα άξια λύρα.


Έτσι λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι η ποίηση πρωτοστάτησε στους αγώνες των Ελλήνων για την ελευθερία.

Λουκάς Θεοχαρόπουλος 



Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε με τίτλο «Η δημοτική και έντεχνη ποίηση για την ελληνική ελευθερία» στο περιοδικό Νέα σκέψη, τεύχος 544 (10-12), Οκτ.-Δεκ. 2017. Προφανώς ο Λουκάς το είχε στείλει προς δημοσίευση στο περιοδικό πριν από τον θάνατό του. Εδώ αναδημοσιεύεται επιμελημένο.



 


Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Το στίγμαΛόγου, η παγκόσμια ημέρα ποίησης και ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος

Το στίγμαΛόγου είχε τη συνήθεια να απέχει από τους μαζικούς εορτασμούς και τις κάθε λογής χρονικότητες, νομίζω ωστόσο ότι κάτι άλλαξε από τη στιγμή που κλείσαμε τα πέντε μας χρόνια… Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε να γιορτάσουμε τη φετινή παγκόσμια ημέρα ποίησης χαμηλόφωνα, όπως ταιριάζει σε ένα ιστολόγιο του δικού μας προφίλ: με έναν ποιητή αρκετά νέο ώστε να μην έχει αλλοτριωθεί από τα τεκταινόμενα στο «μαγαζάκι της ποίησης» και αρκετά δυνατό ώστε να υπόσχεται πως σε λίγο καιρό θα μιλά πολύς κόσμος για κείνον. Ο ποιητής αυτός δεν είναι άλλος από τον Βαγγέλη Αλεξόπουλο, που είναι συνεργάτης του ιστολογίου και επιπλέον μόλις προχθές είχε την επίσημη παρουσίαση της τρίτης ποιητικής συλλογής του.

Η πιο πρόσφατη αυτή συλλογή τιτλοφορείται Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη. Είχαν προηγηθεί Η πλατεία των ταύρων και Οι αγχέμαχες λέξεις, με απόσταση ενός ή ενάμιση χρόνου η μία από την άλλη. Η συχνότητα και η πυκνότητα του εκδοτικού έργου του Βαγγέλη δεν αποτελούν τεκμήριο ποιητικότητας από μόνες τους, όμως η σταθερά ανοδική πορεία του αποτελεί: έχοντας παρακολουθήσει την πορεία του από την αρχή, καθώς και αντίστοιχες πορείες άλλων, δεν μπορούμε να μη βρούμε αξιοθαύμαστο το πόσο βάθυνε και πλούτισε ο τρόπος γραφής του.

Από τους λαβυρίνθους και τις εκ του συστάδην μάχες της πρώτης συλλογής, κρατώντας γερά το νήμα της ειρωνείας, του αυτοσαρκασμού αλλά και του υπερρεαλισμού, ο Αλεξόπουλος πέρασε στη δεύτερη συλλογή, όπου ταύρος και ταυρομάχος αποκαλύφθηκαν ως το ίδιο και το αυτό τελικά πρόσωπο σε μια μάχη που η τελική έκβαση δεν ήταν εύκολο να κριθεί. Στην τρίτη του συλλογή, ο Αλεξόπουλος καταφέρνει να φυγαδεύσει το ποιητικό του υποκείμενο στη σελήνη – μόνο και μόνο προκειμένου να το βάλει να πέσει με αλεξίπτωτο από εκεί για να επιστρέψει στην πόλη. Γιατί; Επειδή αυτό που αγαπάμε μας κρατά αιχμάλωτους και δεν μπορούμε παρά να επιστρέφουμε σ' αυτό ολοένα.

Πρόκειται όμως για μια επιστροφή μαγική και συγχρόνως μαγευτική: στην πόλη, το σκοτάδι μυρίζει υγρασία και τριμμένο πιπέρι, δυο χείλη μπορούν να είναι ένα ταξίδι στην παιδική ηλικία, τα ρόδια είναι κόκκινα και τα τριαντάφυλλα μαύρα, τα δάση έχουν φλέβες και μνήμη και αγαπούν τον ουρανό και η αθωότητα, τη στιγμή που μας εγκαταλείπει, την ίδια στιγμή μας καθορίζει ολοκληρωτικά.


Στη συλλογή κατοικούν διαφόρων ειδών βεβαιότητες. Για παράδειγμα, ότι πολλές φορές είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε τον δύσκολο έξω κόσμο από το ευπόρθητο προπύργιο μιας ευαίσθητης μέσα πραγματικότητας. Ότι ένα μικρό μαύρο πουλί είναι απόλυτα φυσιολογικό να σπαρταρά μέσα στις φλέβες κάποιου χωρίς διέξοδο, τόσο σπαρακτικά ώστε ο ίδιος να καταλήγει να φλερτάρει με την ιδέα της αυτοκτονίας… και να πιάνει τον εαυτό του να κοιτά με αγάπη τα κάγκελα στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Ότι είμαστε αναγκασμένοι, για να επιβιώσουμε, να υψώνουμε ασπίδες ώστε να προστατεύσουμε την καρδιά μας, που πιθανώς όμως ούτε τότε δεν θα σταματήσει να αιμορραγεί. Ότι οι ασπίδες αυτές μπορεί να δυσκολέψουν τρομερά έναν ποιητή να γράψει τα ποιήματά του, αφού τα χέρια του θα είναι απασχολημένα με το να τις κρατά (ας κάνω μια μικρή σημείωση εδώ, λέγοντας ότι αυτό το σημείο αποτελεί μια τρυφερή σχεδόν, κατά τη γνώμη μου, απόπειρα δικαιολόγησης του Αρχίλοχου, για τον οποίο λεγόταν ότι ήταν ρίψασπις).

«Σπάμε τα δόντια μας/ δαγκώνουμε λαμαρίνες όνειρα», γράφει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος. Είναι τότε που η «αυγή μυρίζει σκοτάδι/ και ξυσμένο τσιμέντο» και «αλκοολικός ο καιρός χτυπά/ της νύχτας την κουπαστή». Την ίδια στιγμή, τη στιγμή που «σαν σφαίρα – δεν γυρίζει πίσω», ο κύκλωπας Πολύφημος, με μαύρο κουστούμι, μαύρη γραβάτα, λευκό πουκάμισο και ροζ λουστρίνια με τακούνια «τα ‘βαλε με τη θάλασσα/ και τη λιθοβολούσε». Από τέτοια υλικά είναι φτιαγμένο το ποιητικό σύμπαν του βιβλίου. Από ανθρώπους που «ονειρεύονται με μάτια ορθάνοιχτα» και πετούν «παραμύθια και/ νεράντζια με ξυράφια/ στο φεγγάρι». Από αστέρια που «πέφτουν/ σαν αποτυχημένα άλματα», γιατί «γέμισε φεγγάρια ο γαλαξίας», όπως φεγγάρια γέμισαν και τα ποιήματα της συλλογής, μια και κάθε λογιών σελήνες και άστρα φωλιάζουν με μεγάλη συχνότητα ανάμεσα στους στίχους. Έπειτα είναι κι εκείνο «το φεγγάρι/ πάνω από τη Σίφνο/ μια φέτα κατακόκκινη/ σαν το σπαθί του Σαλαντίν/ μετά τη σφαγή»... Ελπίζω να με συγχωρήσει ο Βαγγέλης γι' αυτή την ελεύθερη συρραφή στίχων από τη συλλογή,  «τώρα [που] οι μύθοι πυροβολούν άσφαιρα πυρά, […] ο θάνατος μας στοιχειώνει […κι] οι άγγελοι μας κλέβουν το νερό […] Τώρα που μονάχα δυο τρία δάχτυλα απόμειναν/ για ν’ ανάψουν το φιτίλι// του λύχνου ή του δυναμίτη».

«Γλυκά που λιώνουν/ οι λαμπάδες στην Ανάσταση/ το άγιο φως/ είναι κι αυτό φωτιά». Από τη μια λοιπόν η φωτιά και το φως, από την άλλη το υγρό στοιχείο. Ανάμεσά τους, μια αρχέγονη πάλη: η ύπαρξη του ενός αποκλείει την ύπαρξη του άλλου και ο μόνος κόσμος που μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν μαζί είναι ένα ποιητικό σύμπαν. Στον Αρχίλοχο που έπεσε από τη σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη, η επαναλαμβανόμενη αναφορά στη θάλασσα γίνεται ένας κυματισμός που ο παφλασμός του αντηχεί σε όλη τη συλλογή, ενώ παράλληλα το κόκκινο χρώμα (χρώμα του αίματος και της φωτιάς) βάφει τα πάντα και εμποτίζει στο άρωμά του τους στίχους – στο άρωμά του αφού, όπως γράφει ο Βαγγέλης, «μονάχα το κόκκινο/ από τα χρώματα, έχει μυρωδιά». Τα αστέρια, πάλι, χαρίζουν το αμυδρό φως τους στη συλλογή, το οποίο υποφώσκει μέσα της σαν άλλος παλμός και τη λούζει σε μια αλλόκοτη λάμψη.

Μέσα από τις τρεις μέχρι στιγμής συλλογές του Βαγγέλη, διαφαίνεται ένας ολόκληρος κόσμος. Πρόκειται για έναν κόσμο απαισιόδοξο, ενίοτε υπερρεαλιστικό μέσα στη ρεαλιστικότητά του, συχνά ειρωνικό, όπως ειπώθηκε και στην αρχή. Όμως καταφέρνουν και διασώζονται μέσα του ψήγματα αγάπης, αθωότητας, αφοπλιστικής ειλικρίνειας και τρυφερότητας. Κι αυτό είναι σημαντικό. Όχι μόνο για τα ποιήματα και για τον οιονεί κόσμο τους. Αλλά για τον κόσμο, γενικά.

Γιατί, τι άλλο είναι η ποίηση από έναν φάρο ελπίδας για τον κόσμο;

Χριστίνα Λιναρδάκη




Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Τα όρια της λογοτεχνικότητας

Λογοτεχνικότητα είναι η ιδιαίτερη εκείνη συνθήκη που καθιστά ένα κείμενο λογοτεχνικό. Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί ικανοποιητικός ορισμός της, αφού, όπως διαπιστώνει ο Frye, «δεν διαθέτουμε αληθινά κριτήρια για να διακρίνουμε μια λογοτεχνική γλωσσική δομή από μία μη λογοτεχνική» (1996:13). Ή, όπως είπε ο Jakobson (1973:114), «το όριο που χωρίζει το ποιητικό έργο από ό,τι δεν συνιστά έργο ποιητικό είναι πιο ρευστό από το όριο των διοικητικών περιοχών της Κίνας». Και ο διάσημος θεωρητικός της σχολής των Ρώσων φορμαλιστών είχε βέβαια δίκιο: ας αναλογιστούμε μόνο τις περιπτώσεις σύγχρονων ποιημάτων που δεν θα θεωρούνταν λογοτεχνία σε άλλες εποχές, π.χ. τα talk poems του Αμερικανού ποιητή David Antin που είναι γραμμένα σε λόγο κοινό, χωρίς ρυθμό και ομοιοκαταληξία, χωρίς καλολογικά στοιχεία, έναν λόγο που χαρακτηρίζεται από όλες τις επαναλήψεις και τους δισταγμούς του καθημερινού parole.

Ή και το αντίθετο: εκεί που ο αναγνώστης έχει εκπαιδευθεί να θεωρεί λογοτεχνία κείμενα που χρησιμοποιούν εκφραστικά μέσα και ρητορικά σχήματα τα οποία υπερβαίνουν την καθημερινή, επικοινωνιακή λειτουργία της γλώσσας, πολλές φορές συναντά κείμενα με έντονα τέτοια στοιχεία που όμως είναι αδύνατο να κατηγοριοποιηθούν ως λογοτεχνία. Τα διαφημιστικά μηνύματα, για παράδειγμα, στα οποία χρησιμοποιούνται κατά κόρον σχήματα λόγου όπως η παρομοίωση («σαν μετάξι» για τη Nivea) ή η παρήχηση («Μεταξύ μας Μεταξά») και τεχνικές όπως η ομοιοκαταληξία («Η μαμά μου η καλή καθαρίζει με ρολί») σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν λογοτεχνικά.

Το γεγονός της ύπαρξης «μιας ισχυρής λογοτεχνικότητας που λειτουργεί μέσα σε κείμενα, υποτίθεται, μη λογοτεχνικά [έχει ως] αποτέλεσμα να περιπλέκεται η διάκριση μεταξύ του λογοτεχνικού και του μη λογοτεχνικού» (Culler, 2000:25). Ίσως όμως τα πράγματα να είναι λίγο πιο απλά. Η λογοτεχνική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει έναν συγγραφέα και απευθύνεται, μέσω ενός έργου, σε έναν αναγνώστη, μοιάζει πολύ με επικοινωνιακή πράξη. Στην επικοινωνία όμως ισχύει μια βασική συνθήκη: σκοπός είναι η κατανόηση της πληροφορίας που αποτελεί αντικείμενο της επικοινωνίας και οι συμμετέχοντες συνεργάζονται ο ένας με τον άλλον για την επίτευξή του. Στη λογοτεχνία δεν αξιώνεται μεταβίβαση πληροφορίας. Υπάρχουν απλώς αφηγήσεις, «των οποίων η αξία για τους ακροατές δεν έγκειται στην πληροφορία που μεταβιβάζουν, αλλά στη ‘διηγησιμότητά’ τους» (Culler, 2000:33), στην αίσθηση δηλαδή ότι «αξίζει τον κόπο» να διαβαστούν. Και πώς διασφαλίζεται το ότι «αξίζει τον κόπο»; Από τη διαδικασία επιλογής που (υποτίθεται) έχουν περάσει αυτές οι αφηγήσεις: το γεγονός ότι έχουν δημοσιευθεί, αναθεωρηθεί και τυπωθεί – επομένως ότι υπήρξαν κάποιοι που θεώρησαν πως αξίζουν και πως δεν αποτελούν παραλογοτεχνία ή λογοτεχνία κατώτερης ποιότητας.

Θα μπορούσαμε επομένως να καταλήξουμε ότι λογοτεχνία είναι ό,τι μια συγκεκριμένη ελίτ σε μια κοινωνία θεωρεί λογοτεχνία: ένα σύνολο κειμένων δηλαδή που όσοι ρυθμίζουν τα λογοτεχνικά πράγματα – οι καθηγητές, οι εκδότες, οι κριτικοί, οι ακαδημαϊκοί – αποδέχονται ότι εμπίπτει στη σφαίρα της. Ωστόσο, και ο αναγνώστης κατέχει σημαντικό ρόλο σ' αυτή τη διαδικασία. Όπως διατείνεται ο Hans Robert Jauss, εκπρόσωπος της θεωρίας της πρόσληψης, οι διαδοχικές αναγνώσεις ενός έργου μέσα στον χρόνο, συστήνουν «μια αλυσίδα διαδοχικών προσλήψεων, η οποία συγχρόνως αποφασίζει για την ιστορική σημασία του έργου και καθιστά προφανή την αισθητική του αξία» (Jauss, 1967/1982).

Ας επιστρέψουμε όμως στους μορφικούς και άλλους μηχανισμούς του λογοτεχνικού κειμένου. Μηχανισμοί, λοιπόν, «όπως ο ήχος, το μέτρο, ο ρυθμός, η σύνταξη, η ομοιοκαταληξία, η επανάληψη, η σύγκριση, η υπερβολή […] χρησιμοποιούνται για να παραμορφώσουν τη συμβατική γλώσσα και να προκαλέσουν την ανοικείωση» (Γερακίνη 2016: 233). Η συμβατική γλώσσα χρησιμοποιείται στην καθημερινή επικοινωνία με σκοπό τη μετάδοση πληροφοριών, έναν σκοπό που εξυπηρετούν όλα τα μορφικά της στοιχεία. Αντίθετα, στη λογοτεχνία τα μορφικά στοιχεία ξεφεύγουν από τη λειτουργία αυτή, παραμορφώνουν τη συμβατική γλώσσα και οδηγούν τον αναγνώστη σε νέους τρόπους σύλληψης της πραγματικότητας (την περίφημη ανοικείωση). Στη λογοτεχνία, η καθημερινή, οικεία πραγματικότητα ανατρέπεται και ο αναγνώστης απομακρύνεται από το γνωστό, το συνηθισμένο και αυτό που θεωρούσε δεδομένο προς όφελος μιας νέας, διαφορετικής αντίληψης του κόσμου.

Τι γίνεται όμως με ένα ποίημα σαν το «Η σύνθεση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Νυρεμβέργης στις 27.1.1968» του Peter Handke;

Η σύνθεση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Νυρεμβέργης
στις 27.1.1968

WABRA
LEOPOLD POPP
LUDWIG MUELLER WENAUER BLAKENBURG
STAREK STREHL BRUNGS HEINZ MUELLER VOLKERT
Ώρα έναρξης
15.00


Ο Handke συνέλεξε τις πληροφορίες για τη θέση των ποδοσφαιριστών στον αγώνα, που όντως έδωσε η ομάδα της Νυρεμβέργης στις 27.1.1968, από μια εφημερίδα και τις ενσωμάτωσε στην ποιητική του συλλογή. Όλα τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των παικτών, είναι πραγματικά. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα ποίημα. Τι το καθιστά τέτοιο; Το γεγονός ότι όσο και να βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, είναι αναπόδραστα μια αναπαράσταση της πραγματικότητας. Ακριβώς όπως δηλώνει ο διάσημος πίνακας του Magritte “Ceci n'est pas une pipe” («Αυτή δεν είναι μία πίπα»). Η αναπαράσταση μας πίπας δεν είναι αληθινή πίπα, μια πίπα που μπορεί κάποιος να καπνίσει ή να αγγίξει. Ό,τι ισχύει για τον πίνακα, ισχύει και για το ποίημα του Handke. Ας σημειωθεί ότι το ποίημα γράφτηκε στο πλαίσιο της μεταμυθοπλασίας, δηλαδή της τάσης εκείνης της λογοτεχνίας να απογυμνώνει τους μυθοπλαστικούς μηχανισμούς των οποίων μετέρχεται, διερευνώντας την ένταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την εκάστοτε αφηγημένη ιστορία.

Το γεγονός και μόνο όμως ότι το «Η σύνθεση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Νυρεμβέργης στις 27.1.1968» περιέχεται σε μια ποιητική συλλογή κάνει τον αναγνώστη να το αντιμετωπίσει διαφορετικά. Τον αναγκάζει να το δει σαν λογοτεχνία και να το συλλάβει υπό μια άλλη οπτική. Το ποίημα επιβάλλει στον αναγνώστη μια διαφορετική ανάγνωση και μια εναλλακτική αναζήτηση της σημασίας των λέξεων που το αποτελούν, παρότι αντιστέκεται στον ορίζοντα των προσδοκιών του δεύτερου. Πρόκειται για μία ακόμη όψη της ανοικείωσης: Η ανατροπή των προσδοκιών του αναγνώστη είναι άλλο ένα βασικό συστατικό της λογοτεχνίας. Άλλωστε, οι προσδοκίες αυτές δεν είναι σταθερές, είναι άμεσα συνυφασμένες με την εποχή στην οποία εκείνος ανήκει και άρα μεταβλητές στον χρόνο. Όπως και οι εν γένει προσλαμβάνουσες του ίδιου, αλλά και των ρυθμιστών των λογοτεχνικών πραγμάτων που προαναφέρθηκαν.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Αναφορές:
Γερακίνη, Αλεξάνδρα (2016), «Φορμαλισμός, Νέα Κριτική και Δομισμός: μια κριτική προσέγγιση στις κειμενοκεντρικές θεωρίες της Λογοτεχνίας», Έρευνα – Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών-Επιστημονικών Θεμάτων, 8, 231-240

Culler, Jonathan (2000), Λογοτεχνική θεωρία – Μια συνοπτική εισαγωγή, μτφρ. Καίτη Διαμαντάκου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Frye, Northorp (1996), Ανατομία της κριτικής, μτφρ.: Μαριζέτα Γεωργουλέα, Αθήνα: εκδ. Gutenberg-Δαρδανός

Handke, Peter (1969), Die Innenwelt der Aussenwelt der Innenwelt, Frankfurt a.M.: Suhrkamp Verlag, 1969, στο διαδικτυακό εγχειρίδιο των Αικ. Καρακάση, Μ. Σπυριδοπούλου και Γ. Κοτελίδη, Ιστορία και θεωρία των λογοτεχνικών ειδών και γενών – Παραδείγματα και εφαρμογές, διαθέσιμο στο www.kallipos.gr

Jakobson, Roman (1973), Questions de poetique, Paris: Éditions du Seuil

Jauss, Hans Robert (1967/1982), "Literary History as a Challenge to Literary Theory", Toward an Aesthetic of Reception, μτφρ. Timothy Bahti, University of Minessota Press.



Σημ.: Το αρχικό κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 40(1), Αύγουστος 2017. Εδώ αναδημοσιεύεται διορθωμένο και συμπληρωμένο.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Υπάρχει ρόλος για την ποίηση;

Ποίηση είναι μια συνθήκη με φως που φωτίζει πλαγίως της ζωής τα αδιέξοδα. Ποίηση είναι ένας χάρτης στην άκρη του οποίου δεν υπάρχουν αγαπημένοι προορισμοί. Η καλή ποίηση προσπορίζει μυστικά. Οι ποιητές δεν εντρυφούν στην πρακτική πλευρά της ζωής, απλώς χτίζουν ένα ποίημα και μας ξεναγούν. Ζούμε σε εποχές δύσκολες. Ο ρόλος της ποίησης θα μπορούσε να είναι του μαιευτήρα που ξεγεννά εκπλήξεις, ελπίδα, αισιοδοξία, τόλμη, ειλικρίνεια, συμπόνια, αρετή, καλοσύνη. Αυτό προϋποθέτει ότι δεν είναι ποίηση συμβατική, μηχανική, ψεύτικη, άνευρη και ενδοσκοπική που τραυλίζει προσωπικά ψυχοδράματα.

[...] Η ποίηση, σε δύσκολους καιρούς σαν τους σημερινούς, σηματοδοτεί την αντίληψη ότι υπάρχει για να μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι, κι ότι οι ποιητές γράφουν όχι για να κατανοούν τους άλλους αλλά για τον εαυτό τους. Στις μέρες μας, η κρίση και η ρευστότητα της ζωής αντί να ισοπεδώνουν την ποίηση την κάνουν να υψώνει κεφάλι: δεν παλινδρομεί αιθεροβάμων μέσα στις αντιφάσεις και τις αντινομίες της ζωής αλλά στέκεται σταθερά στα πόδια της ενεργοποιώντας το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. Κυρίως πείθει το αναγνωστικό κοινό ότι «εκεί έξω» υπάρχει και δημιουργεί μια κοινωνία ποιητών η οποία με την ποίησή της ερμηνεύει τη ζωή, τον κόσμο, την πραγματικότητα, τον εαυτό της, με το βλέμμα στραμμένο στην κοινωνία.

Η Πολωνή ποιήτρια Βισουάβα Σιμπρόσκα γράφει «Οι ποιητές θα ‘χουν πάντοτε πολλή δουλειά». Και αυτό το παίρνουν τοις μετρητοίς αρκετοί ποιητές, επιχειρώντας μια σύνδεση με την πραγματικότητα, μέσα από την καθημερινότητα, την ειδησεογραφία, το όραμα. Η ποίηση, αν είναι γνήσια, βρίσκει το ρόλο της και προσπαθεί να δει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ζωή, συνδέοντας οργανικά τα πάντα μεταξύ τους, δίνοντας υπόσταση στην άποψη ότι ο ποιητής πρέπει να παρεμβαίνει με την ποίησή του στα κοινά. Σε έναν τρελό κόσμο με πρωταγωνιστή το παράλογο, η ποίηση αναδεικνύει το ελάχσιτο, το ασήμαντο, το παραμελημένο.

Τελικά η ποίηση μας λυτρώνει. Και μας υπενθυμίζει ότι στη ζωή δεν ήρθαμε μόνο για να την χαιρόμαστε αλλά και για να την κάνουμε καλύτερη για τις επόμενες γενιές. Και ίσως αυτός είναι ο ηθικός ρόλος της ποίησης: να ανοίγει μια χαραμάδα απ’ όπου περνά λίγο φως, λίγη χαρά, λίγη αισιοδοξία, λίγη λύτρωση, λίγο χρώμα και όπου η ελπίδα νικά την απελπισία. Οπότε η ποίηση δεν είναι κάτι άχρηστο, όπως λένε οι τεχνοκράτες, οι οικονομολόγοι και οι μετα-πραγματιστές.


Ντίνος Σιώτης 



Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο κείμενο που αναδημοσιεύθηκε από την εφημερίδα
Τα Νέα (φύλλο 18ης Μαρτίου 2017) στο περιοδικό Poetix, τεύχος 17 (άνοιξη-καλοκαίρι 2017).

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής


Την ερχόμενη Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018, ώρα 19.30, στον πολυχώρο "Αίτιον" 
παρουσιάζεται 
η ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου
Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη.
Μεταξύ των ομιλητών η Χριστίνα Λιναρδάκη.
Σας περιμένουμε!



Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Το μονοπάτι του άστρου της αυγής: Μια περιήγηση στους εξωτικούς κοσμογονικούς μύθους λαών της γης

Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, οι άνθρωποι έφτιαξαν κοσμογονικούς μύθους στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν την φύση των πραγμάτων που έβλεπαν γύρω τους. To εκπληκτικό μ’ αυτούς  τους μύθους είναι ότι, παρ’ όλο που φτιάχτηκαν σε περιοχές εντελώς απομονωμένες μεταξύ τους, εμφανίζουν  ομοιότητες εντυπωσιακές.

Κατά τους ιθαγενείς των νησιών Μάρσαλ της Πολυνησίας, ο  Λόα, ο ύψιστος θεός και δημιουργός του κόσμου, περιπλανιόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην αρχέγονη θάλασσα και,  μη υποφέροντας άλλο τη μοναξιά του, αποφάσισε να δημιουργήσει τον κόσμο, την κάθε μορφής ζωή, καθώς και ένα θεό για τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.  

Σύμφωνα με την φυλή Ζούνι της Β. Αμερικής, ο Αβαναβιλόνα, ο προαιώνιος κοσμογονικός θεός της φυλής, νοούμενος ως αρσενική και θηλυκή φύση, αποβάλλοντας από το δέρμα του σφαιρικές μάζες ιδρώτα που έπεφταν στον απέραντο ωκεανό, δημιούργησε τον πατέρα ωκεανό και τη μητέρα γη που αποτέλεσαν το πρώτο αντρόγυνο και γέννησαν όλα τα όντα. 

Κατά την μυθολογία των ιθαγενών της Βόρειας Αυστραλίας, η Τζανγγαβούλ, η  θεϊκή αδελφική τριάδα - δύο αδελφές και ο Έα ο αδελφός τους -  κατά την αρχέγονη εποχή του ονείρου (ουονγκάρ),  μαζί με τον συνοδό τους Μπράλμπραλ εγκατέλειψαν το νησί του θανάτου Μπράλγκου και, ακολουθώντας το μονοπάτι του άστρου της αυγής, έφτασαν στην περιοχή του σημερινού Πορτ Μπράντσοου,  όπου με μια διπλωμένη μήτρα, ένα χορταρένιο σάκο και τα μαγικά ραβδιά "ράνγκα" δημιούργησαν τις πηγές του νερού, τα δέντρα, τα φυτά τα ζώα και τους ανθρώπους. 

Κατά τη μυθολογία της Μελανησίας, ο Κατ, ο  δημιουργικός θεός και ήρωας του πολιτισμού των ιθαγενών, θέλοντας να βάλει τάξη στον κόσμο, δημιούργησε πρωτ’ απ’ όλα τη νύχτα, επειδή ως τότε η μέρα ήταν ατελείωτη.  Έτσι, έχοντας ακούσει ότι το σκοτάδι υπήρχε στην περιοχή Βάβα των νησιών Τόρρες, ταξίδεψε ως εκεί, αγόρασε τη νύχτα Κονγκ από τον πατέρα της Ι Κονγκ, προσφέροντας σ’ αυτόν ως αντάλλαγμα έναν χοίρο, δίδαξε στα αδέλφια του να κοιμούνται όταν η νύχτα καλύπτει τον ουρανό, και δημιούργησε το πρωί κάνοντας μια σχισμή στο πέπλο του σκότους μ’ ένα πέτρινο εργαλείο, για να περνάει το φως της μέρας.

Κατά τον κοσμογονικό μύθο των Ναβάχο, ο δημιουργός  του σύμπαντος είναι ο  θεός  Κογιότε. Αυτός  δημιούργησε πέντε διαδοχικά κόσμους, εγκατέστησε το ανθρώπινο γένος στον τελευταίο, που ήταν ο καλύτερος, διακόσμησε τον ουρανό με τους αστερισμούς που έφτιαξε από σκόνη μαρμάρου, δημιούργησε το γαλαξία άθελά του από μια ποσότητά της που σκορπίστηκε από τη βιασύνη του, επιμήκυνε τη διάρκεια του  έτους και δημιούργησε τις εποχές, καθώς και το χιόνι. Τέλος, έφερε από τον τέταρτο κόσμο σπόρους από όλα τα εδώδιμα φυτά και τα μοίρασε στους ανθρώπους.  

Ο  Κογιότε (το τσακάλι)  είναι επίσης  δημιουργικός θεός και εισηγητής του πολιτισμού σύμφωνα  με πολλές φυλές των νοτιοδυτικών περιοχών της Β. Αμερικής. Σύμφωνα με τον ανθρωπογονικό μύθο των Μαίντου, ο Κογιότε αντέπραξε στο δημιουργικό έργο του πολιτισμικού ήρωα Κοντογιάνπε ή Βονόμι. Έτσι, επειδή ο ίδιος είχε αποτύχει να δημιουργήσει τέλεια πλάσματα, αντέδρασε στην απόφαση του Κοντογιάνπε να κυλά η ζωή των ανθρώπων ευχάριστα και χαρούμενα και δημιούργησε τις ασθένειες και τον θάνατο. Όταν όμως ο γιος του έγινε το πρώτο ανθρώπινο θύμα του, ο Κογιότε μετάνιωσε πικρά και μην μπορώντας να επανορθώσει την κατάσταση έκλαψε και τα δάκρυα του ήταν τα πρώτα που γνώρισε  η ανθρωπότητα.

Το φως και η φωτιά αποτελούσαν πάντα πρωταρχικά στοιχεία της  ζωής των ανθρώπων. Κατά τη φυλή Kουικούρα της Βραζιλίας, στην αρχή ο κόσμος ήταν ένα κατασκότεινο μέρος γύρω από μια λιμνοθάλασσα ή ένα ποτάμι  όταν ο Κανάσσα,  ο δημιουργικός θεός και χορηγός  της ζωής, σχεδίασε μια ακτίνα φωτός, επειδή όμως αυτή  ήταν πολύ εύθραυστη  και έσπασε όταν ο Κανάσσα την πάτησε κατά λάθος, χρειάστηκε να αναγκάσει τον κυρίαρχο της φωτιάς βασιλιά Ορνέφ να φέρει από τον ουρανό ένα προσάναμμα ή ένα δαδί. Με τη βοήθεια ενός  φιδιού, ο Κανάσσα κατόρθωσε να φέρει στον κόσμο αυτό το δαδί, παρά την αντίδραση που συνάντησε από τους βατράχους που προσπάθησαν να το σβήσουν. Η ομοιότητα της ιστορίας αυτού του μύθου με την ιστορία του Προμηθέα, που ήταν υπεύθυνος για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους με τα αγαθά του πολιτισμού  που του χάρισε, είναι εμφανής.  

Στους μύθους των Ατζέκων, η  θεά Κοατλικουέ κατέχει υψηλή θέση, εφόσον παρουσιάζεται ως μητέρα του θεού του ήλιου και του φωτός Χουιτζιλοποχτλί. Στον  σχετικό μύθο, κατά τη διάρκεια περιπάτου με συνοδεία τέσσερις αδερφές της στην περιοχή του Βουνού του Φιδιού, κοντά στην πόλη Τούλα, η Κοατλικουέ βρήκε μερικά φτερά ή λουλούδια που τα θεώρησε πολύτιμα και πίστεψε ότι συμβόλιζαν τη φύση του θεού που θα γεννούσε. Έτσι η Κοατλικουέ έμεινε έγκυος, μόλις τα έβαλε στον κόρφο της, αλλά σ’  αυτή την εγκυμοσύνη της εναντιώθηκαν όλα τα άλλα παιδιά της (οι τετρακόσιοι Μεσημβρινοί), τα οποία, θεωρώντας την εγκυμοσύνη της αισχρή και απαράδεκτη, αποφάσισαν να τη σκοτώσουν με μοναδική εξαίρεση την κόρη Κογιολξαουκουί, η οποία αγαπούσε υπερβολικά τη μητέρα της. Η θεά απέφυγε τελικά το θάνατο γιατί πρόλαβε  να γεννήσει τον θεό του ήλιου, ο οποίος ήρθε στον κόσμο οπλισμένος και έσφαξε αμέσως όλα τα αδέλφια του, μαζί με την αθώα Κογιολξοουκουί, την οποία  βέβαια ανέστησε η Κοατλικουέ. Κι εδώ μπορεί να φέρει κανείς στη μνήμη του την ιστορία της θεάς Αθηνάς που γεννήθηκε πάνοπλη από το κεφάλι του Δία. 

Σύμφωνα με κάποιον άλλο μύθο της φυλής Λούμπα του Ζαΐρ, ο δημιουργός  θεός Καλούμπα, θέλοντας να χαρίσει στο ανθρώπινο γένος μακροζωία διέταξε  έναν τράγο και ένα σκύλο να εμποδίσουν τον Θάνατο να φτάσει στον κόσμο των θνητών. Ο σκύλος όμως που ενέδρευε πρώτος αποκοιμήθηκε, και έτσι ο Θάνατος κατόρθωσε  να φτάσει στους  ανθρώπους. Την επόμενη μέρα που ενέδρευε ο τράγος, επιχείρησε να περάσει και η Ζωή, αλλά ο τράγος νομίζοντας ότι ήταν ο Θάνατος, της απαγόρεψε την είσοδο στη χώρα του ανθρώπινου γένους κι έτσι το γένος των ανθρώπων έμεινε για πάντα  θνητό. 

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, που αποτέλεσαν έναν  από τους  παλιότερους  πολιτισμούς της γης, άφησαν πλούσια κοσμογονική μυθολογία. Σύμφωνα με διάφορα νεκρικά κείμενα, όταν ο θεός Ήλιος ο Ρα έφτασε στο τέλος της ζωής του διάλεξε για διάδοχο του τον Όσιρι που βασίλεψε ειρηνικά πάνω στη γη βοηθούμενος από την  αδερφή του  Ίσιδα. Το εκπολιτιστικό τους έργο εντοπίστηκε κυρίως στη διδασκαλία της γεωργίας,  την μεταβολή  του νομαδικού   βίου σε μόνιμες εγκαταστάσεις και στη νομοθεσία. Αργότερα, ο Σηθ κινημένος από φθόνο κατασπάραξε τον αδερφό του και πέταξε τα μέλη του στον Νείλο. Τότε, η Ίσις άρχισε τη μεγάλη προσπάθεια για την ανεύρεση και ανασύνθεση του διαμελισμένου αδερφού της. Η περιπλάνηση και ο οδυρμός της έμειναν  παροιμιώδεις στην αρχαία Αίγυπτο και έδωσαν τις καλύτερες σελίδες της αρχαίας αιγυπτιακής λογοτεχνίας. Σε ένα νεκρικό κείμενο αναφέρεται η Ίσις να απευθύνεται στον νεκρό Όσιρι ως εξής: 

"Επίστρεψε κοντά στην πολυαγαπημένη σου, γύρισε κοντά στην αδελφή σου, εσύ που η καρδιά σου σταμάτησε να χτυπά… Σε καλώ κλαίγοντας τόσο δυνατά, ώστε με ακούν στον ουρανό αλλά εσύ δεν  ακούς τη φωνή μου και είμαι ωστόσο η αδελφή σου που αγαπούσες στη γη. Εκτός από μένα δεν αγαπούσες κανέναν άλλον, αδελφέ μου, αδελφέ μου!’’.

 Απόστολος Σπυράκης


Πηγή: Παγκόσμια Μυθολογία της Εκδοτικής Αθηνών, γενική εποπτεία: Ευάγγελος Ν. Ρούσσος. Συντάκτες:  Αναστασίου Γιάννης,  Copony Renata, Durie Loucas Evelyn,  Κακριδής Φάνης Ι. Κεσίσογλου Αλέξανδρος Ι.  Λιβιεράτου Γεωργία,  Λουκάς Ιωάννης,  Μεγαλομμάτης Κοσμάς,  Οswald Renata,  Παπαχατζής Νικόλαος, Πετροπούλου Αγγελική, Potcher Walter,  Ρούσσος Ευάγγελος Ν., Schwabl Hans, Semmlinger Lothar.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Aπό το "Milk and honey" της Rupi Kaur

Rupi Kaur. H 24χρονη Καναδή “instapoet”, που ήρθε από το πουθενά και πούλησε μεμιάς 1,4 εκατ. αντίτυπα  της παρθενικής συλλογής της Milk and Honey (USA: Andrews McMeel Publishing, 2015). Η συλλογή αποτέλεσε best-seller, σύμφωνα και με τη συναφή λίστα των New York Times.

“Instapoets” ονομάζονται όσοι γράφουν στίχους στο Instagram και, έχοντας αποκτήσει εκατομμύρια οπαδούς σε αυτό το μέσο, αλλά και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το Instagram, γίνονται ευρύτατα γνωστοί.

Μπορεί να υπάρξουν διαφωνίες για το κατά πόσον οι στίχοι της Kaur συνιστούν αυθεντική ποίηση, σίγουρα όμως δεν θα υπάρξουν διαφωνίες για το ότι φαινόμενα σαν αυτό είναι χαρακτηριστικά της δικτυωμένης εποχής μας.



Α. Το τραύμα

(1)
πώς σου είναι τόσο εύκολο
να είσαι καλή με τους ανθρώπους με ρώτησε εκείνος

μέλι και γάλα έσταξε
απ’ τα χείλη μου καθώς απάντησα

επειδή οι άνθρωποι δεν ήταν
καλοί μαζί μου


(2)
κάθε φορά που
λες στην κόρη σου ότι
της φωνάζεις
από αγάπη
τη διδάσκεις να μπερδεύει
τον θυμό με την φροντίδα
πράγμα που φαίνεται καλή ιδέα
μέχρις ότου μεγαλώσει και
εμπιστευθεί άντρες που την πληγώνουν
επειδή μοιάζουν τόσο πολύ
σε σένα


- για πατεράδες με κόρες


(3)
η μητέρα σου
έχει τη συνήθεια
να δίνει περισσότερη αγάπη
απ’ όση μπορείς να κουβαλήσεις

ο πατέρας σου είναι απών

είσαι ένας πόλεμος
το σύνορο δύο χωρών
η παράπλευρη απώλεια
το παράδοξο που τους ενώνει
αλλά και τους χωρίζει


A. The hurting

(1)
how is it so easy for you
to be kind to people he asked

milk and honey dripped
from my lips as I answered

cause people have not
been kind to me


(2)
every time you
tell your daughter
you yell at her
out of love
you teach her to confuse
anger with kindness
which seems like a good idea
till she grows up to
trust men who hurt her
cause they look so much
like you


- to fathers with daughters


(3)
your mother
is in the habit of
offering more love
than you can carry

your father is absent

you are a war
the border between two countries
the collateral damage
the paradox that joins the two
but also splits them apart

*

Β. Η αγάπη

(4)
η αγάπη θα ‘ρθει
και όταν η αγάπη έρθει
η αγάπη θα σ’ αγκαλιάσει
η αγάπη θα φωνάξει το όνομά σου
κι εσύ θα λιώσεις
μερικές φορές όμως
η αγάπη θα σε πληγώσει μα
η αγάπη ποτέ δεν θα το κάνει εσκεμμένα
η αγάπη δεν θα παίξει παιχνίδια
γιατί η αγάπη ξέρει πως η ζωή
υπήρξε ήδη αρκετά σκληρή


(5)
πώς κάνεις
μια δασική πυρκαγιά σαν εμένα
τόσο απαλή που γίνομαι
τρεχούμενο νερό


(6)
τυλίγεις τα δάχτυλά σου
γύρω απ’ τα μαλλιά μου
και τραβάς
έτσι
φτιάχνεις
μουσική από εμένα

- προκαταρκτικά

B. The loving

(4)
love will come
and when love comes
love will hold you
love will call your name
and you will melt
sometimes though
love will hurt you but
love will never mean to
love will play no games
cause love knows life
has been hard on you already


(5)
how do you turn
a forest fire like me
so soft i turn
into running water


(6)
you wrap your fingers
around my hair
and pull
this
is how you make
music out of me


- foreplay


*

Γ. Ο χωρισμός

(7)
την επόμενη φορά
που θα πιεις τον καφέ σου σκέτο
θα γευτείς την πίκρα
που ένιωσες όταν εκείνος σε άφησε
θα σε κάνει να κλάψεις
μα ποτέ
δεν θα σταματήσεις να πίνεις
θα προτιμάς να έχεις
τα πιο σκοτεινά του σημεία
απ’ το να μην έχεις τίποτα



(8)
νόμισες πως ήμουν μια πρωτεύουσα
αρκετά μεγάλη για μια διήμερη εκδρομή
είμαι η πόλη που την περιβάλλει
αυτή που δεν έχεις ακουστά
αλλά πάντα περνάς μέσ’ απ’ αυτήν
δεν έχει φώτα νέον εδώ
δεν έχει ουρανοξύστες ή αγάλματα
όμως υπάρχει βροντή
γιατί κάνω τις γέφυρες να τρέμουν
δεν είμαι χοτ ντογκ απ' τον δρόμο είμαι σπιτική μαρμελάδα
αρκετά πηχτή για να κόψω το πιο γλυκό
πράγμα που θ’ αγγίξουν τα χείλη σου
δεν είμαι σειρήνα της αστυνομίας
είμαι το τριζοβόλημα στο τζάκι
θα μπορούσα να σε κάψω κι εσύ ακόμη
δεν θα έπαιρνες τα μάτια σου από πάνω μου
γιατί θα φαινόμουν τόσο όμορφη όταν θα το έκανα
θα κοκκίνιζες
δεν είμαι δωμάτιο ξενοδοχείου είμαι σπίτι
δεν είμαι το ουίσκι που θέλεις
είμαι το νερό που χρειάζεσαι
μην έρθεις εδώ με προσδοκίες
και μην προσπαθήσεις να με χρησιμοποιήσεις σαν ένα διάλειμμα



(9)
είμαι νερό

αρκετά απαλό
για να δώσω ζωή
αρκετά σκληρό
για να την πνίξω

C. The breaking

(7)
the next time you
have your coffee black
you’ll taste the bitter
state he left you in
it will make you weep
but you’ll never
stop drinking
you’d rather have the
darkest parts of him
than have nothing


(8)
did you think i was a city
big enough for a weekend getaway
i am the town surrounding it
the one you’ve never heard of
but always pass through
there are no neon lights here
no skyscrapers or statues
but there is thunder
for i make bridges tremble
i am not street meat i am homemade jam
thick enough to cut the sweetest
thing your lips will touch
i am not police sirens
i am the crackle of a fireplace
i’d burn you and you still
couldn’t take your eyes off me
cause i’d look so beautiful doing it
you’d blush
i am not a hotel room i am home
i am not the whiskey you want
i am the water you need
don’t come here with expectations
and try to make a vacation out of me


(9)
i am water

soft enough
to offer life
hard enough
to drown it away

*

Δ. Η ίαση

(10)
μου αρέσει ο τρόπος που οι ραγάδες
στους γοφούς μου μοιάζουν ανθρώπινες και
που είμαστε τόσο απαλές κι όμως
σκληρές και άγριες όπως της ζούγκλας
όταν χρειάζεται
το αγαπώ αυτό σ’ εμάς
πόσο ικανές είμαστε να σκεπτόμαστε
πόσο ατρόμητες να πληγωθούμε
και που φροντίζουμε τις πληγές μας με χάρη
απλά το να είμαι γυναίκα
το να με αποκαλώ
γυναίκα
με κάνει απόλυτα ολόκληρη
και πλήρη



(11)
οι πλάτες μας
λένε ιστορίες
που κανένα βιβλίο δεν έχει
τη ράχη να
βαστάξει



- έγχρωμες γυναίκες



(12)
για να βλέπεις την ομορφιά εδώ
δεν σημαίνει
πως υπάρχει ομορφιά σε μένα
σημαίνει ότι υπάρχει ομορφιά ριζωμένη
τόσο βαθιά μέσα σου
που δεν μπορείς παρά
να τη βλέπεις παντού


D. The healing

(10)
i like the way the stretch marks
on my thighs look human and
that we’re so soft yet
rough and jungle wild
when we need to be
i love that about us
how capable we are of feeling
how unafraid we are of breaking
and tend to our wounds with grace
just being a woman
calling myself
a woman
makes me utterly whole
and complete


(11)
our backs
tell stories
no books have
the spine to
carry


- women of colour


(12)
for you to see beauty here
does not mean
there is beauty in me
it means there is beauty rooted
so deep within you
you can’t help but
see it everywhere

Μετάφραση:
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Οι μεταφράσεις πρωτοδημοσιεύθηκαν στο ένθετο της Δευτέρας 11.12.2017 του vakxikon.gr.