Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Για τον Γιώργη Παυλόπουλο

Από το Κατώγι (1971), το Σακί (1980) και τα Τριαντατρία χαϊκού (1990) μέχρι και τις τρεις τελευταίες συλλογές του, Λίγος άμμος (1997), Πού είναι τα πουλιά; (2004) και Να μην τους ξεχάσω (2008), ο Γιώργης Παυλόπουλος, γεννημένος στον Πύργο Ηλείας (1924-2008), διέγραψε στην ποίησή του μια διαδρομή που ανήκει και δεν ανήκει στο πνεύμα της γενιάς του. […]

Τι σημαίνει, όμως, ότι τα ποιήματα του Παυλόπουλου ανήκουν και δεν ανήκουν στο πνεύμα της γενιάς του; Το κατοχικό και το εμφυλιακό υπόστρωμα της θεματικής γραμμής του γίνεται αμέσως φανερό στο Κατώγι και στο Σακί, όπως έγκαιρα πρόλαβε να παρατηρήσει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, προσθέτοντας ότι οι δύο πρώτες συλλογές του εντάσσονται κατ’ αυτόν τον τρόπο «στο κέντρο της ομόθεμης και ομόθυμης ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς» («Αφιέρωση», εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, 13 Απριλίου 2008). Επηρεασμένος από τον συμπυκνωμένο δραματικό λόγο του Γιώργου Σεφέρη, αλλά και από τις υποβλητικές, εξ ίσου δραματικές νεκρολογίες που έγραψε ο Τάκης Σινόπουλος για τους αδικοχαμένους της Κατοχής και του Εμφυλίου, ο Παυλόπουλος θα μιλήσει πιο αποστασιοποιημένα από τον Σινόπουλο, που ήταν συντοπίτης του κατά επτά χρόνια μεγαλύτερός του, για τους δικούς του νεκρούς.

Με μια σαφώς αφηγηματική διάρθρωση, όπως ακριβώς και ο Σινόπουλος, καθώς και μια παντελώς αδιακόσμητη γλώσσα, ο Παυλόπουλος θα προσδώσει στα ποιητικά του τοπία μια σπάνια αφαιρετική λιτότητα, με κοφτές, σχεδόν επιγραμματικές περιγραφές, που δεν επιτρέπουν ποτέ στην υποδόρια ένταση της δράσης να βγει στο προσκήνιο. Ο θρήνος, η θλίψη και το πένθος για τα πρόσωπα και τα πράγματα που χάθηκαν ανεπιστρεπτί μοιάζουν εγκατεστημένα στα διάκενα των στίχων του Παυλόπουλου, στις σιωπηρές αποστροφές τους. Το αποτύπωμα που θα αφήσει παρ’ όλα αυτά η μοίρα της Ιστορίας κατά τη διάρκεια της καθημερινής περιπλάνησης των ανθρώπων στο ξηρό και άνυδρο (κατά κανόνα υπαίθριο) περιβάλλον τους θα αποδειχθεί τόσο βαθύ ώστε να σημαδέψει ολόκληρη τη ζωή τους. Κι αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν ο αχός των γεγονότων βρίσκεται πολύ μακριά τους – επειδή με μιαν απροσδόκητη εκπυρσοκρότηση (και σε συνθήκες πέρα για πέρα ειδυλλιακές) το Κακό μπορεί να τους πλήξει ανεπανόρθωτα, τόσο στο υπαρξιακό όσο και στο σωματικό-βιολογικό επίπεδο:

Κάποτε κόβοντας ένα τριαντάφυλλο
Ευωδιά που θυμίζει σκάλα σε κήπο
Κόρφο γυναίκας ή αποχαιρετισμό,
Ύστερα η ξαφνική τουφεκιά
Που τον κάνει φωτογραφία.


[…] Όσο κι αν σκεφτούμε, όπως κι αν εξετάσουμε την παραγωγή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, είναι δύσκολο να βρούμε περίπτωση παρόμοια με του Παυλόπουλου. Από τη μια πλευρά, το άχθος της πολιτικής και της Ιστορίας, τα βασανισμένα σώματα και τα ηττημένα πνεύματα, από την άλλη ο ζείδωρος λόγος της τέχνης, της ποίησης και του έρωτα. Και στο ενδιάμεσο των δύο κόσμων, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.


Βαγγέλης Χατζηβασιλείου


Σημ.: Απόσπασμα από κείμενο με τίτλο «Ανάμεσα σε δύο κόσμους» που δημοσιεύθηκε στην The books’ journal, τεύχος 82, Νοέμβριος 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου