Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

"Ένατη ώρα" του Πέτερ Χούχελ

Με την εμβληματική συλλογή ενός από τους χαρακτηριστικότερους ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου, του Πέτερ Χούχελ, εγκαινιάζουν τη σειρά «Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο» οι εκδόσεις Βακχικόν. Ο Πέτερ Χούχελ, διευθυντής στη Δημόσια Ραδιοφωνία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αρχισυντάκτης του αντιδογματικού περιοδικού Sinn und Form (1947-1962), ζούσε προς το τέλος της διαμονής του στη χώρα σε κατ’ οίκον περιορισμό, αφού είχε περιπέσει στη δυσμένεια του καθεστώτος. Το 1971 πέρασε στη Δυτική Γερμανία, όπου και έζησε ήρεμα μέχρι τον θάνατό του δέκα χρόνια αργότερα.

Ο Χούχελ υπήρξε συνεχιστής της ρομαντικής παράδοσης της γερμανικής ποίησης που λαμβάνει ως σημείο αναφοράς τη φύση (Naturlyrik) και πραγματεύεται θέματα σχετικά με το φυσικό περιβάλλον, την απομόνωση του ανθρώπου και την προαίσθηση του θανάτου. Εικόνες που επαναλαμβάνονται στα ποιήματά του είναι εκείνες του ουρανού («πάνω απ’ τη χιονοσκέπαστη βελανιδιά/ έβλεπα στον ουρανό το ελάφι να ματώνει»), του δάσους, των βουνών, των βράχων («Κύριε, μέγα το μυστικό σου/ και μανταλωμένο μες στη σιωπή των βράχων/ εγώ είμαι μονάχα σκόνη») των δέντρων («το σκοτάδι κορφολογούσε τα δέντρα»), του νερού και των πλασμάτων που κατοικούν εκεί: των κατσικιών και αγριοκάτσικων («η στεγνή στίλβη από ένα κοπάδι κατσίκια/ σκίζει τον αιθέρα/ και πέφτει, σα σπίθα, πίσω απ’ τον/ ορίζοντα»), των πουλιών κάθε λογής, των αλεπούδων και των ελαφιών.

Ωστόσο η ποίησή του απέχει πολύ από το να είναι βουκολική. Η φύση χρησιμοποιείται ως το θαυμαστό σκηνικό μέσα στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο εγγράφεται να στοχάζεται και να αντλεί συμπεράσματα: «έκλεινα τα μάτια, διαλογιζόμουν,/ έβλεπα τον κόσμο μες απ’ τον κορμό/ κι ένιωθα ένοχος», «μες στις λόχμες πήγα, έσπρωξα την άμαξα/ καταδικασμένος/ την παλιά αθλιότητα να βλέπω/ να φτάνει μέχρι την εκμηδένιση του νου», «ετοιμόρροπη/ σαν τη σκόνη στα κιτρινισμένα χειρόγραφα/ έγινε η ζωή μου», «αδύνατο να κατοικηθεί ο πόνος/ που βγαίνει με την άμπωτη ανάμεσα στους υφάλους».

Η Ένατη ώρα είναι η τελευταία συλλογή που έγραψε ο Χούχελ, δύο μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του. Θεωρείται το αριστούργημά του, καθώς αποτελεί την ώριμη σύνθεση των επιμέρους όψεων της ποιητικής του πορείας. Οι εικόνες που τόσο παραστατικά περιγράφει σε αυτήν δεν είναι στατικές: δεν είναι τα κάδρα ενός παγωμένου τοπίου που έχουν καρφωθεί στον τοίχο του χρόνου. Είναι οι δυναμικές απεικονίσεις ενός χώρου ζωντανού και δραστήριου που αποτελεί μέτρο της ανθρώπινης ζωής: ζυγισμένη απέναντι στη μεγαλειώδη φυσική δραστηριότητα, η ανθρώπινη αποδεικνύεται πάντοτε κατώτερη και ως εκ τούτου ελλιπής. Οι πολιτικοί υπαινιγμοί δεν λείπουν, ωστόσο δεν δίνουν τον τόνο στη συλλογή, ούτε είναι έκδηλοι. Και, αντίθετα με τη ρομαντική παράδοση της γερμανικής ποίησης, τα ποιήματά του κατοικούνται: όχι μόνο από τα διάφορα πλάσματα του δάσους, αλλά και από ανθρώπους. Ανθρώπους ιδωμένους στη διαχρονική τους διάσταση, αφού δεν λείπουν οι αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, μύθους και αποσπάσματα από ιερά κείμενα, αλλά και στη συγχρονική, καθώς δεν λείπουν επίσης οι αναφορές σε πρόσφυγες και ρομά – μάλιστα τα κάρα και οι άμαξες, συμβολικά και πραγματικά μέσα μετακίνησης αυτών των ανθρώπων, είναι στοιχεία που ολοένα επιστρέφουν στους στίχους του.

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής του βιβλίου Θεοδόσης Κοντάκης στην εισαγωγή, ο Χούχελ προσπαθεί με την ποίησή του να ανιχνεύσει το αινιγματικό πρόσωπο της μεταπολεμικής εποχής. Στην πραγματικότητα, δίνει στον αναγνώστη κάθε εποχής ένα μέσο να διερευνήσει τη δική του, ενώ την ίδια στιγμή τον παρηγορεί με την ομορφιά του λόγου του: «διαφάνεια/ μεσημεριάτικου φωτός/ στίχοι που τίποτε δεν αντανακλούν,/ ένα νερό λαμπερό/ αγγίζει το στόμα».


Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 57, Δεκέμβριος 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου