Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

"Υπό το μηδέν" του Γιώργου Γκανέλη

Ο έρωτας, η μοναξιά, το πέρασμα του χρόνου, το εφήμερο της ύπαρξης επανέρχονται στα ποιήματα του Γιώργου Γκανέλη, το ίδιο και ο θάνατος, άλλοτε αλληγορικός, άλλοτε οριστικός και αμετάκλητος. Η μνήμη κρατάει μέσα της ό,τι πολύτιμο αγάπησε σε μια εποχή αθωότητας. Συχνά ο ποιητής επιστρέφει εκεί. Τότε ετερόκλητες αναμνήσεις, σαν να τις αγγίζει το θαύμα, βγαίνουν από το σκοτάδι και λάμπουν κάτω από ένα πολυπρισματικό φως. Το πατρικό σπίτι, το παλιό γραφείο:

…Μετά μπαίνω στο πατρικό σπίτι/ Όλα είναι όπως τα άφησα τότε/ Ο γάτος κοιμάται στον καναπέ/ Δεν με αναγνωρίζει καθόλου/… Κι ο πατέρας με τις παντόφλες/ Ξέχασε πως είχε πεθάνει/ Ψάχνει το κλειδί στη γλάστρα/ Μαζεύω το χώμα για ενθύμιο/…

Πάνω στο παλιό γραφείο/ Σελίδες ιδεατού έρωτα/ Τις γράφω με ιδρώτα/ Μπαίνει σφήνα η φθορά/ Λέξεις καταπονημένες/ Μιας δήθεν ευτυχίας/ Δεν πρόλαβαν ν’ ανθίσουν/ … Σιωπή δαγκώνει τα χείλη/ Η ήβη του καλοκαιριού/ Ένα ραγισμένο όστρακο/…

Το παλιό αυτό γραφείο/ Προπύργιο της αθωότητας.


Τα ποιήματά του γεμάτα από υπερρεαλιστικές εικόνες είναι εν εξελίξει όνειρα, διευρύνουν τα όρια της πραγματικότητας και δίνουν χώρο στο παράλογο για να υπάρξει. Οι φυσικοί νόμοι καταργούνται, ο νόμος της βαρύτητας παύει να ισχύει, το ίδιο και το λεπτό όριο που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο.

Ο υπερρεαλισμός είναι ο καμβάς που επιλέγει για να εκφραστεί και να μιλήσει για τα μεγάλα δεινά της εποχής· τον πόλεμο, τους πρόσφυγες, την ανθρωπιστική κρίση, τη φτωχοποίηση, το ρατσισμό, και για το φυσικό δικαίωμα του ανθρώπου στην ισότητα και την ελευθερία.

Ο ποιητής γίνεται ο ίδιος μια ανθρώπινη ύπαρξη που βιώνει την αποξένωση της σύγχρονης εποχής. Χάνεται στους δρόμους μιας αφιλόξενης πραγματικότητας που μοιάζει με ξένη πόλη, χωρίς κανένα δεσμό να τον συνδέει μαζί της, η εσωτερική του πυξίδα δεν καταγράφει τίποτα οικείο. Εκεί, υπό το μηδέν βγαίνει πάντα ο ήλιος…

Τα ποιήματα μετατρέπονται σε χειμάρρους μοναξιάς, η υπαρξιακή αγωνία του ατόμου είναι στη διαπασών και ο έρωτας ένα άπιαστο όνειρο, κινδυνεύει να γίνει προϊόν συναλλαγής.

Εξ αποστάσεως νεκρός/ Ανάβω βεγγαλικά το βράδυ/ Παρενοχλώντας το σκοτάδι/ Ο δρόμος για τον ουρανό/ Περνάει μέσα απ΄τα φώτα/ Με υποδέχονται τα σύννεφα/ Τα πουλιά με χειροκροτούν/ Τρέχω σε κούρσα θανάτου/ Φονιάδες με ψαλίδι στο χέρι/ Κόβουν το νήμα της ζωής/ Εξουθενωμένος και μόνος/ Κάθομαι πάνω στις ράγες/… Ένα κορίτσι με σιδεράκια/ Λούζεται στον διπλανό τάφο/ Μπλέκομαι στα μαλλιά της/…

Υπάρχει μέσα στους στίχους του διαρκώς η αίσθηση ότι ένα πολύτιμο συστατικό λείπει από τη ζωή, κάτι που θα έπρεπε να υπάρχει, δεν είναι εκεί. Ο υλισμός του σύγχρονου ανθρώπου και η δίψα του για εξουσία έχουν εγκαταστήσει στο παρόν τη μοναξιά και έχουν εξοβελίσει την αγάπη. Η έλλειψη της υποβιβάζει τη ζωή σε καθημερινό συμβιβασμό. Το άτομο βιώνει στην καθημερινότητά του πολλούς «ανώδυνους θανάτους». Ο ποιητής είναι εδώ για να διαλύσει τις τελευταίες ψευδαισθήσεις του ανθρώπου για μια ψεύτικη ευδαιμονία. Στους στίχους του σκηνοθετεί μικρούς τέτοιους θανάτους·συχνά ο ίδιος είναι ο πρωταγωνιστής.

Κάθε πρωί ξυπνάς νεκρός/ Μ΄έναν θάνατο στο μαξιλάρι/ Τον πλένεις, τον ξυρίζεις/ Τον παίρνεις στη δουλειά/ Φοβάται την πολυκοσμία/ Κλειδώνεται στην τουαλέτα/ Και περιμένει να σχολάσεις/ Πηγαίνετε μαζί για φαγητό/ Στο πιο ακριβό εστιατόριο/ Οι πελάτες που τον βλέπουν/ Παραγγέλνουν όλοι σόδα/ Ξεφυλλίζει τον κατάλογο/ Μα τίποτα δεν του αρέσει/ Εμένα έχει βάλει στο μάτι/…

Ενώ ο πόλεμος σε άλλες περιοχές της γης μετράει αληθινές απώλειες, το άτομο σε καθεστώς ειρήνης, νιώθει αποξενωμένο και νεκρό μέσα του! Είναι οι δυο όψεις της ίδιας πραγματικότητας που βιώνει ο άνθρωπος στη σύγχρονη εποχή.

…Απώλεια γεύσης στο τραπέζι/ Μπουκιές παγωμένου φαγητού/ Στο στόμα όλες οι αντιφάσεις/ Η απάθεια τροφή του μέλλοντος/…

Απώλεια της αφής στο κρεβάτι/ Αγγίζω το σώμα σου κι είναι ξένο/ Τα δάχτυλα σε χειμερία νάρκη/ Χειραψία μόνο από συνήθεια.


Ο ποιητής φέρνει κοντά τις δυο αυτές καταστάσεις μέσα από τους στίχους του. Οι αποστάσεις εκμηδενίζονται και μέσα στον προστατευμένο αστικό περιβάλλον εισβάλλει ο πόλεμος και οι νεκροί του. Η απατηλή αίσθηση ασφάλειας της περιχαρακωμένης ζωής μας εξαφανίζεται. Σκοπός του ποιητή είναι να σοκάρει με την ωμότητα της αλήθειας και να αφυπνίσει συνειδήσεις.

Γελάει ο θυμωμένος άνεμος/ Αναποδογυρίζουν τα βαρέλια/ Ο δρόμος αναμασά τη λάσπη/ Το γατί κλαίει στα κεραμίδια/ Σκοράρει στο κενό ο θάνατος/ Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα./

Σιδερένια πουλιά στις κολόνες/ Μετά πηγαίνουν στην εκκλησία/ Μοσχοβολούν τα ρούχα τους/ Αστράφτουν τα φτερά τους/ Στη φάτνη σκοτωμένα βρέφη/ Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Γυρίζει ανάποδα το δέντρο/ Καρφώνεται στη θάλασσα/ Καράβια σημαιοστολισμένα/Μεταφέρουν τους νεκρούς/ Τους αποθέτουν στο λιμάνι/ Τα μάτια τους ακόμη ζωντανά/ Στάζουν φρέσκο χιονοπόλεμο/ Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα…

Ο άνθρωπος ξεχνάει ότι η μόνη κληρονομιά του είναι το σώμα του και καταπατεί τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου για μια θέση στον ήλιο, υψώνει τείχη απροσπέλαστα στο συνάνθρωπο.

Βρίσκω τη σάρκα σου στις ράγες/ Δίπλα σε χαλασμένες κονσέρβες/ Στερεά υπολείμματα της ομορφιάς/ Πεταμένα από κάποιο βαγόνι/ Μάτια τρομαγμένα ηφαίστεια/ Σκεπάζουν την άνοιξη με λάβα/ Χέρια πουλιά αποδημητικά/ Αγγίζουν τον ουρανό τα βράδια/ Αμέτρητα χιλιόμετρα η ερημιά/ Ουραγός σε προσφυγικό καραβάνι/ Τείχη υψώνονται απροσπέλαστα/ Δυο βήματα απ’ τον παράδεισο/ Και πίσω απ’ τα οδοφράγματα/ Η αθωότητα στην κρεατομηχανή./

  Βρίσκω το αίμα σου στις ράγες

    Ευρώπη του ρατσιστικού αμόκ.


Ο ποιητής εκφράζει συσσωρευμένη πικρία και θυμό για μια πραγματικότητα που δεν είναι δίκαιη όπως θα όφειλε να είναι, μια πραγματικότητα αλλοτριωμένη, με έλλειμμα ανθρωπιάς και αγάπης· συστατικά απαραίτητα για να υπάρξει το όραμα για ένα καλύτερο κόσμο.

Τα σύνορα της δικής του πατρίδας απέχουν δυο βήματα απ’ τον ουρανό…

Κατερίνα Τσιτσεκλή 



Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:


ΤΡΟΠΑΡΙΑ

Τροπάρια για μελλοθάνατους
Έξω θα πέφτει πυκνό σκοτάδι
Το δωμάτιο τρύπιο στο ταβάνι
Από αδέσποτο καπνό τσιγάρου
Χειμώνας με κρύα εγκαύματα
Η μηχανή απαθανατίζει τοπία
Άσπρων πληγωμένων δρόμων
Στόματα περιμένουν μια λέξη
Όμως τα μαχαίρια ασυγκίνητα
Κόβουν κατάσαρκα τις ελπίδες
Και διαμελίζουν τις ομορφιές.
Αργοπεθαίνουν τα περιστέρια
Τα χαράματα πέφτουν στη γη
Τηλεγραφήματα απ’ το φεγγάρι.
Κι εγώ σκοτωμένος από καιρό
Ψέλνω τροπάρια για ζωντανούς.


ΥΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Υπό το μηδέν βγαίνει πάντα ο ήλιος
Πεινασμένος καλόγερος από νηστεία
Δεν έχει συνθηκολόγηση η μοναξιά
Ούτε και η παγωνιά του νου διέξοδο
Ανυπολόγιστη ευθύνη των ζωντανών
Για ποινικοποίηση του άλλου κόσμου
Δίκες νεκρών με διαδικασίες εξπρές
Βροχή εφέσεων μέσα στο καλοκαίρι
Στο παρά πέντε αθωώθηκα και εγώ
Προσμέτρησε μάλλον στην απόφαση
Το πρότερο αλητήριο παρελθόν μου.

Υπό το μηδέν βγαίνει ο ήλιος
Ασκητής του τίποτα σε μια έρημο
Έλκηθρα συγκρούονται με το σκότος
Συμπαντικός χειμώνας στα σκαριά
Ανυπολόγιστη ευθύνη των πεθαμένων
Για φτωχοποίηση αυτού του κόσμου
Συσσίτια ευπαθών κοινωνικών ομάδων
Στην ουρά και ο άστεγος εαυτός μου
Μερίδες ληγμένου ουρανού στο πιάτο
Έφαγα μερικές μπουκιές και τις έφτυσα
Γέμισε ο δρόμος με σπασμένα άστρα.

Υπό το μηδέν βγαίνει πάντα η άνοιξη
Να καταψύξει τις νεογέννητες φωνές.


Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

«Το καρυδότσουφλο» του Ίαν ΜακΓιούαν

Ένα ευρηματικό και βαθιά σαρκαστικό μυθιστόρημα, ανάμεσα σε θρίλερ και μαύρη κωμωδία, αφηγημένο από τον πιο αναπάντεχο αφηγητή: το μωρό που κυοφορεί μια επίδοξη δολοφόνος. Το μυθιστόρημα στηρίζεται πάνω σε οξείες αντιθέσεις ή δίπολα, όπως ο σύζυγος και ο εραστής, ο ρόλος της μητέρας και ο ρόλος της ερωμένης, το κρυφό και το φανερό, ο αμνιακός σάκος και ο έξω κόσμος, η ποίηση και η κοινοτοπία, η αγάπη και το μίσος, η αθωότητα και η ενοχή, το δίκαιο και το άδικο. Ρυθμιστής της κίνησης του εκκρεμούς ανάμεσα στον εκάστοτε πόλο δεν είναι πάντοτε η μοίρα, είναι κυρίως οι ενσυνείδητες αποφάσεις που παίρνουν οι ενήλικοι πρωταγωνιστές – πάντοτε σκοποθηρικές, εν τη αποδείξει τους αφελείς ωστόσο.

Τόσο αφελείς που κάνουν την αποφασιστική κίνηση του εμβρύου, να προκαλέσει δηλαδή το ίδιο τη γέννησή του στην πιο άκαιρη για τους δολοφόνους στιγμή, ώστε να συλληφθούν (έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι και το ίδιο θα μεγαλώσει, μαζί με τη μητέρα του, στη φυλακή), να μοιάζει εξαιρετικά επιτυχημένη. Στην κίνηση αυτή του εμβρύου θα μπορούσε ο αναγνώστης να διακριβώσει τη λανθάνουσα πίστη του συγγραφέα στην a priori τασσόμενη υπέρ της δικαιοσύνης φύση του ανθρώπου, αν δεν είχε προηγηθεί η αποδόμηση αυτής ακριβώς της ανθρώπινης φύσης μέσα από τα ίδια τα λόγια του εμβρύου που μιλάει με τη σοφία ενός υπερήλικα, δημιουργώντας το πιο εκκωφαντικό οξύμωρο της αφήγησης και περιφρονώντας την εδραιωμένη αντίληψη περί tabula rasa όσον αφορά την προγεννητική γνώση.

Πιστεύω ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που οι άνδρες θα δουν περισσότερες αρετές στο βιβλίο από ό,τι οι γυναίκες. Το μητρικό φίλτρο αντιτίθεται σθεναρά σε τούτη την εκδοχή οξυδερκούς, άκρατα εγωκεντρικού, απίστευτα μίζερου (κάπως σαν τους γέρους του Muppet Show!) και ελάχιστα τρυφερού εμβρύου  που προτείνει ο ΜακΓιούαν κι έτσι οι γυναίκες δεν αποδεικνύονται εξίσου ενθουσιώδεις αναγνώστριες. Προσωπικά, πάντως, πιστεύω ότι ο ΜακΓιούαν κάνει απλώς επίδειξη της σαρκαστικής του δεινότητας με αυτό το εύρημα.

Η ματιά του μωρού-αφηγητή, λοιπόν, δεν είναι αφελής ούτε αθώα. Αντίθετα, είναι πλήρης γνώσης: πρόκειται για μια γνώση που υποτίθεται ότι το μωρό κατάφερε να κτίσει  από τα ντοκιμαντέρ του BBC – άλλο ένα καυστικό ευφυολόγημα του ΜακΓιούαν, ως επί το πλείστον για εγχώρια κατανάλωση. Το έμπλεο γνώσεων αυτό μωρό διαθέτει επίσης και social IQ: έχει την ωριμότητα να αντιλαμβάνεται την έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων που το διακρίνει, λοιδορώντας τον mainstream παντογνώστη αφηγητή της κλασικής λογοτεχνικής θεωρίας.

Οι απανταχού απηχήσεις Σαίξπηρ, αλλά και στίχων σύγχρονης ποίησης, κάνουν το κείμενο πυκνό - ενδεχομένως μάλιστα να το βαραίνουν υπέρ το δέον σε ορισμένα σημεία. Ο υπομνηματισμός της Κατερίνας Σχινά και η μετάφρασή της εν γένει είναι αριστοτεχνικά, εκτός από ένα σημείο, όσον αφορά τη μετάφραση: "Τον θέλω νεκρό!" αναφωνεί η κυοφορούσα μητέρα-επίδοξη δολοφόνος, αφήνοντας να διαφανεί ανάγλυφο το πρωτότυπο "I want him dead!". Πιο στρωτό στα ελληνικά θα ήταν το "Θέλω να πεθάνει". Και ένα δεύτερο: αυτό που μεταφράζεται ως "ουρήθρα" στα ελληνικά είναι το αγγλικό bladder ("Against my skull I feel her bladder shrink, and I'm relieved"), δηλαδή η ουροδόχος κύστη. Όμως αυτά είναι ψιλά γράμματα, ενδεικτικά του προσωπικού μου ψυχαναγκασμού με τις λέξεις.

Κατά τα άλλα, το σασπένς κτίζεται πάνω στα γεγονότα και τα γεγονότα πάνω στις εύθραυστες ψυχολογίες, οι οποίες συνιστούν τα πραγματικά αίτια που παρακινούν στη δράση: την ψυχολογία του απροσχημάτιστα και συστηματικά αγνοημένου από τον μεγαλύτερο αδερφό μικρού αδερφού που έκλεψε τη γυναίκα-παιχνίδι του πρώτου και, αβυσσαλέα ανικανοποίητος, θέλει να κλέψει και την περιουσία του, και εκείνη της ανάλγητης, εμμονικής με το αλκοόλ εγκύου που βάζει με ναρκισσισμό τη γυναικεία της ταυτότητα πάνω από τη μητρική και τη ζήλια της πάνω από τον ανθρωπισμό της. Το αποτέλεσμα το συνοψίζει η φράση που κλείνει το βιβλίο: "Πρώτα θλίψη, έπειτα δικαιοσύνη, έπειτα νόημα. Τα υπόλοιπα είναι χάος".


Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Για τον Γιώργη Παυλόπουλο

Από το Κατώγι (1971), το Σακί (1980) και τα Τριαντατρία χαϊκού (1990) μέχρι και τις τρεις τελευταίες συλλογές του, Λίγος άμμος (1997), Πού είναι τα πουλιά; (2004) και Να μην τους ξεχάσω (2008), ο Γιώργης Παυλόπουλος, γεννημένος στον Πύργο Ηλείας (1924-2008), διέγραψε στην ποίησή του μια διαδρομή που ανήκει και δεν ανήκει στο πνεύμα της γενιάς του. […]

Τι σημαίνει, όμως, ότι τα ποιήματα του Παυλόπουλου ανήκουν και δεν ανήκουν στο πνεύμα της γενιάς του; Το κατοχικό και το εμφυλιακό υπόστρωμα της θεματικής γραμμής του γίνεται αμέσως φανερό στο Κατώγι και στο Σακί, όπως έγκαιρα πρόλαβε να παρατηρήσει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, προσθέτοντας ότι οι δύο πρώτες συλλογές του εντάσσονται κατ’ αυτόν τον τρόπο «στο κέντρο της ομόθεμης και ομόθυμης ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς» («Αφιέρωση», εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, 13 Απριλίου 2008). Επηρεασμένος από τον συμπυκνωμένο δραματικό λόγο του Γιώργου Σεφέρη, αλλά και από τις υποβλητικές, εξ ίσου δραματικές νεκρολογίες που έγραψε ο Τάκης Σινόπουλος για τους αδικοχαμένους της Κατοχής και του Εμφυλίου, ο Παυλόπουλος θα μιλήσει πιο αποστασιοποιημένα από τον Σινόπουλο, που ήταν συντοπίτης του κατά επτά χρόνια μεγαλύτερός του, για τους δικούς του νεκρούς.

Με μια σαφώς αφηγηματική διάρθρωση, όπως ακριβώς και ο Σινόπουλος, καθώς και μια παντελώς αδιακόσμητη γλώσσα, ο Παυλόπουλος θα προσδώσει στα ποιητικά του τοπία μια σπάνια αφαιρετική λιτότητα, με κοφτές, σχεδόν επιγραμματικές περιγραφές, που δεν επιτρέπουν ποτέ στην υποδόρια ένταση της δράσης να βγει στο προσκήνιο. Ο θρήνος, η θλίψη και το πένθος για τα πρόσωπα και τα πράγματα που χάθηκαν ανεπιστρεπτί μοιάζουν εγκατεστημένα στα διάκενα των στίχων του Παυλόπουλου, στις σιωπηρές αποστροφές τους. Το αποτύπωμα που θα αφήσει παρ’ όλα αυτά η μοίρα της Ιστορίας κατά τη διάρκεια της καθημερινής περιπλάνησης των ανθρώπων στο ξηρό και άνυδρο (κατά κανόνα υπαίθριο) περιβάλλον τους θα αποδειχθεί τόσο βαθύ ώστε να σημαδέψει ολόκληρη τη ζωή τους. Κι αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν ο αχός των γεγονότων βρίσκεται πολύ μακριά τους – επειδή με μιαν απροσδόκητη εκπυρσοκρότηση (και σε συνθήκες πέρα για πέρα ειδυλλιακές) το Κακό μπορεί να τους πλήξει ανεπανόρθωτα, τόσο στο υπαρξιακό όσο και στο σωματικό-βιολογικό επίπεδο:

Κάποτε κόβοντας ένα τριαντάφυλλο
Ευωδιά που θυμίζει σκάλα σε κήπο
Κόρφο γυναίκας ή αποχαιρετισμό,
Ύστερα η ξαφνική τουφεκιά
Που τον κάνει φωτογραφία.


[…] Όσο κι αν σκεφτούμε, όπως κι αν εξετάσουμε την παραγωγή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, είναι δύσκολο να βρούμε περίπτωση παρόμοια με του Παυλόπουλου. Από τη μια πλευρά, το άχθος της πολιτικής και της Ιστορίας, τα βασανισμένα σώματα και τα ηττημένα πνεύματα, από την άλλη ο ζείδωρος λόγος της τέχνης, της ποίησης και του έρωτα. Και στο ενδιάμεσο των δύο κόσμων, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.


Βαγγέλης Χατζηβασιλείου


Σημ.: Απόσπασμα από κείμενο με τίτλο «Ανάμεσα σε δύο κόσμους» που δημοσιεύθηκε στην The books’ journal, τεύχος 82, Νοέμβριος 2017.

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Η ποίηση ξανά στη μόδα; Δέκα από τους καλύτερους αγγλόφωνους εν ζωή ποιητές



Έτσι φαίνεται ή τουλάχιστον αυτό ισχύει στο εξωτερικό! Στο φύλλο της προ-προηγούμενης Κυριακής, 11 Φεβρουαρίου, η Sunday Times δημοσίευσε λίστα με τους 12 καλύτερους αγγλόφωνους ποιητές εν ζωή. Το άρθρο υπογράφει η Patricia Nicol, η οποία δεν αμελεί να πληροφορήσει τον αναγνώστη ότι η λίστα καταρτίστηκε κατόπιν διαβούλευσης με τους ειδήμονες: εκδότες, επιμελητές και κριτικούς – όλους ανθρώπους του σιναφιού. Ιδού λοιπόν 10 από τους 12 καλύτερους:

1 Alice Oswald (1966- )
Σύμφωνα με πολλούς, η καλύτερη Βρετανίδα ποιήτρια της εποχής. Η πρώτη της συλλογή, The Thing in the Gap-Stone Stile (1996), έλαβε το Forward Poetry Prize πρώτης ποιητικής συλλογής, αλλά η Oswald έχει λάβει γενικά πολλά βραβεία για την ποίησή της. Η δεύτερη κατά σειρά έκδοσης συλλογή της Dart (2002) ήταν το αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας για τον ποταμό Devon και τους οικισμούς που αναπτύχθηκαν στις όχθες του, μεταξύ αυτών και εκείνος στον οποίο ζει η ποιήτρια. Η μεταγενέστερη συλλογή της Memorial (2011) βασίζεται στην Ιλιάδα του Ομήρου και έλαβε διθυραμβικές κριτικές για την εικονοπλασία και την καινοτόμο προσέγγισή της. Η πιο πρόσφατη συλλογή της τιτλοφορείται Falling Awake (2016).

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

2 Denise Riley (1948- )
Γνωστή για την ικανότητά της να συνδυάζει στοιχεία φιλοσοφίας, φεμινισμού, λυρισμού και ιστορίας της λογοτεχνίας στα βιβλία της (ποιητικά και πεζογραφίας), η Riley έχει δημοσιεύσει μέχρι σήμερα επτά ποιητικές συλλογές. Η πιο πρόσφατη συλλογή της Say Something Back (2016), υποψήφια  για το Forward Prize for Best Poetry Collection, περιέχει το εμβληματικό ποίημα "A Part Song", έναν διαλογισμό στον θρήνο μιας μάνας της οποίας ο ενήλικος γιος πεθαίνει. Η ποίησή της Riley είναι γνωστή για τις σθεναρές, καθαρές από συναισθηματισμό μα συγκινητικές προσπάθειες να χαρτογραφήσει τις πολλαπλές θέσεις και τα πολυδιάστατα πλαίσια που συναπαρτίζουν το ποιητικό υποκείμενο.

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ: 

3 Simon Armitage (1963- )
Η ποίηση του Armitage, συχνά χρωματισμένη με στοιχεία black humour, είναι επηρεασμένη από τους Ted Hughes, W.H. Auden και Philip Larkin. O Armitage έχει γράψει πολλές ποιητικές συλλογές, αρκετές από τις οποίες ήταν επανειλημμένως  υποψήφιες για σημαντικά βραβεία. Εξαιρετικό δείγμα γραφής του αποτελεί το ποίημα "Poundland", μια σύγχρονη ανάγνωση της Οδύσσειας του Ομήρου.

Ακούστε τον να απαγγέλλει το "Poundland" εδώ:

Άλλα ποιήματά του μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

4 Don Paterson (1963- )
Ο Σκοτσέζος αυτός ποιητής, που εγκατέλειψε το σχολείο στα 16 του για να γίνει μουσικός, άλλαξε πορεία όταν συνάντησε τον ποιητή Tony Harrison, ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή πάνω του. Ακολούθως, ο Paterson αφιέρωσε έναν ολόκληρο χρόνο στη μελέτη της ποίησης προτού αρχίσει να γράφει ο ίδιος. Σήμερα, είναι εμφανείς στο έργο του επιδράσεις από τους Coleridge, Paul Muldoon, Derek Mahon και Michael Longley. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Paterson,  Nil Nil (1993), βραβεύθηκε με το Forward Prize for Best First Collection, ενώ στη συλλογή του Gods Gift to Women (1997) απονεμήθηκαν δύο βραβεία: το T.S. Eliot Prize και το Geoffrey Faber Memorial Prize. Η συλλογή του Landing Light (2003), η οποία περιλαμβάνει ποιήματα για την πατρότητα, κέρδισε το Whitbread Poetry Award και ένα ακόμη T.S. Eliot Prize. 

Ποιήματά του μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

5 Vahni Capildeo (1973- )
Η Βρετανίδα υπήκοος του Τρινιντάντ είναι κόρη του ποιητή Devendranath Capildeo.  Τόσο στα συμβατικά όσο και στα πεζά ποιήματά της, την Capildeo απασχολούν ζητήματα γεωγραφικής, γλωσσικής και σχεσιακής εγγύτητας και απόστασης, καθώς και αποξένωσης και αίσθησης του ανήκειν. Στις συλλογές της συγκαταλέγονται οι No Traveller Returns (2003), Undraining Sea (2009), Dark and Unaccustomed Words (2012), Utter (2013) και Measures of Expatriation (2016), η οποία κέρδισε το Forward Prize 2016.

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

6 Claudia Rankine (1963- )
Γεννημένη στην Τζαμάικα, η Rankine ήταν η ποιήτρια με την οποία ο εκδοτικός οίκος Penguin UK εγκαινίασε εκ νέου τη σειρά του της ποίησης. Και το έκανε με το βιβλίο της Citizen, An American Lyric, την αντικομφορμιστική, σοκαριστική και βαθιά προσωπική εξερεύνηση, σε μορφή πεζού ποιήματος, του καθημερινού φαινομένου του ρατσισμού στην Αμερική. Αυτό το πολυβραβευμένο βιβλίο, που είχε μείνει καιρό στη λίστα ευπώλητων της New York Times καθιέρωσε διεθνώς τη Rankine ως πνευματικό άνθρωπο. Άλλες αξιοσημείωτες ποιητικές συλλογές της είναι οι Dont Let Me Be Lonely: An American Lyric (2004) και Nothing in Nature is Private (1994), η οποία κέρδισε το Βραβείο Ποίησης της Πολιτείας του Κλήβελαντ.

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ:
https://www.poetryfoundation.org/poets/claudia-rankine

7 Sinéad Morissey (1972- )
Η κληρονομιά του να είσαι Βορειοϊρλανδός ποιητής είναι τεράστια και η Morissey την αξιοποιεί στο έπακρο. Η ποιήτρια έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές: There Was Fire in Vancouver (1996), Between Here and There (2001), The State of the Prisons (2005), Through the Square Window (2009), Parallax and Selected Poems (Carcanet 2013, UK; FSG 2015, US) και On Balance (2017). H Parallax κέρδισε το βραβείο TS Eliot και η On Balance το Forward prize 2017.

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

8 Kei Miller (1978- )
Γεννημένος επίσης στην Τζαμάικα, ο Kei Miller δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή το 2007 με τίτλο There is an Anger that Moves και τη δεύτερη, A Light Song of Light, το 2010. Η τρίτη του ποιητική συλλογή The Cartographer Tries to Map a Way to Zion κυκλοφόρησε το 2014 και κέρδισε το Forward Prize for Best Collection. Ο Miller είναι επίσης performer. Τα ποιήματά του διακρίνονται για την εσωτερική τους μουσικότητα.

Διαβάστε δύο ποιήματά του εδώ:

Ακούστε τον να απαγγέλλει ένα άλλο ποίημά του εδώ:

9 Sarah Howe (1983- )
Η Howe είναι η πρώτη ποιήτρια στα χρονικά που κατάφερε να κερδίσει το βραβείο TS Eliot για πρώτη συλλογή, συγκεκριμένα τη συλλογή της Loop of Jade (2015). Γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ από Άγγλο πατέρα και Κινέζα μητέρα, έζησε όμως όλα τα χρόνια της στην Αγγλία.

Ποιήματά της μπορείτε να βρείτε στο site της εδώ:

10 Ocean Vuong (1988- )
Γεννημένος στο Βιετνάμ, ο πρώτος στην οικογένειά του που κατάφερε να διδαχθεί και να μάθει ανάγνωση, ο Vuong μετέβη στην Αμερική σε ηλικία 2 ετών και το 2017 έγινε ο πρώτος ποιητής στα χρονικά που έλαβε το βραβείο TS Eliot για πρώτη συλλογή και το Forward Prize. Επρόκειτο για τη συλλογή του Night Sky with Exit Wounds.

Ποιήματά του μπορείτε να βρείτε στο site του εδώ:

Είναι όλοι υπέροχοι!

Για τη μεταγραφή
στο στίγμαΛόγου:
Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Η ποίηση των Ελλήνων της Αζοφικής

Με αφορμή την επετειακή για τα 5 χρόνια μας εκδήλωση για τους Έλληνες ποιητές της διασποράς που πραγματοποιήσαμε στον Ιανό στις 30 Ιανουαρίου, επικοινώνησε μαζί μας ο κ. Αλέξανδρος Ασλά, λαογράφος και μουσικολόγος από τη Μαριούπολη της Ουκρανίας. Ο κ. Ασλά ζήτησε να ακουστούν στην εκδήλωση και ποιήματα από την ευρύτερη περιοχή της Μαριούπολης, γραμμένα στα ελληνικά της Αζοφικής (*η Αζοφική θάλασσα είναι το βόρειο τμήμα της Μαύρης θάλασσας και ενώνεται μαζί της μέσω του πορθμού του Κερτς), ένα ανεξάρτητο ιδίωμα που δεν έχει γλωσσική συγγένεια με το ποντιακό. Η εκδήλωση φιλοξενούσε ήδη πολλούς ποιητές και δεν μπορέσαμε να δώσουμε στην παρέμβασή του τον χώρο και τον χρόνο που της άξιζε. Γι' αυτό επανερχόμαστε σήμερα, παρουσιάζοντας δύο ποιητές της Μαριούπολης και κάνοντας μία σύντομη αναφορά στη λογοτεχνία των Ελλήνων της Αζοφικής.

Τα ρουμαίικα γράμματα, η λογοτεχνία δηλαδή των Ελλήνων της Αζοφικής, αρχικά ήταν προφορικά και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενιαίας ελληνικής δημοτικής ποιητικής παράδοσης (λ.χ. υπήρχαν ανέκαθεν στα ρουμαίικα «Τραγούδι του νεκρού αδερφού», «Ο Δράκος και το νερό», χριστουγεννιάτικα τραγούδια, κάλαντα, παροιμίες, κλέφτικα, της ξενιτιάς κ.λπ.). Σταδιακά μόνο, άρχισε η λογοτεχνία των Ελλήνων της Αζοφικής να καταγράφεται και ένας από αυτούς που βοήθησαν στο έργο της καταγραφής της είναι ο Αλέξανδρος Ασλά.

Στο βιβλίο του Τα Μαριουπολίτικα, που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Δωδώνη, ο κ. Ασλά γράφει για το αίσθημα που διακατέχει τους Έλληνες της Αζοφικής: "Είναι παράξενο πράγμα να είσαι Έλληνας και να μην ξέρεις την ελληνική γλώσσα. Είναι άσχημο να μην ξέρεις πώς βρέθηκες σ' αυτόν τον τόπο. Όμως πόσο πικρό είναι ν' ακούς να σου λένε: "Εντάξει, ίσως και να είσαι Έλληνας", όχι όμως πραγματικός. Οι γνήσιοι υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα". Τότε σε πιάνει απελπισία γιατί δεν βρίσκεις ούτε την παραμικρή δικαιολογία". Η απελπισία ως προς την ταυτότητα του ίδιου και των συμπατριωτών του, βέβαια, απέβη δημιουργική, καθώς τον παρακίνησε να επισκεφθεί συστηματικά τα 36 ελληνικά χωριά της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας και να συγκεντρώσει πλούσιο λαογραφικό υλικό και ποιήματα, τα οποία΄δημοσίευσε σε CD και βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Κάκτος με τίτλο Η ποίηση των Ελλήνων της Αζοφικής (Οι Ρωμαίοι από τη Μαριούπολη και τα γύρω χωριά απαγγέλλουν τα ποιήματά τους). 

Στο μεταξύ, την άνοιξη του 2014, στη Νοτιοανατολική Ουκρανία ξέσπασε ένας ιδιότυπος πόλεμος, ο οποίος συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σκοτώθηκαν (και από τις δύο πλευρές) επισήμως πάνω από 11.000 άτομα και τραυματίστηκαν άλλα 25.000. Στην Ελλάδα τηρείται σιγή ιχθύος για το γεγονός. Στην εμπόλεμη ζώνη ή κοντά σε αυτήν ζουν περίπου 3.000.000 άνθρωποι και ανάμεσά τους 100.000 Έλληνες, στα χωριά Κωνσταντινούπολη, Βυζάντιο, Τσέρμαλικ, Σαρτανά, Μακεδονόβκα κ.α. Εξαιτίας του πολέμου, πολλοί έχασαν τα σπίτια ή την περιουσία τους και αναγκάστηκαν να αλλάξουν τόπο διαμονής. Θύμα του πολέμου είναι και ο Έλληνας ποιητής Γρηγόριος Μαιώτης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Γρηγορίου Νταντσένκο) που γεννήθηκε το 1941 στο χωριό Ουρζούφ από Ελληνίδα μητέρα και Ουκρανό πατέρα. Ο Γρηγόριος Μαιώτης γράφει ποιήματα στην ελληνική διάλεκτο, στα ρωσικά και τα ουκρανικά από το 1961. Η ποίησή του επηρεάστηκε από το έργο των Ουίτμαν, Μπλοκ, Γιεσένιν και ξεχωρίζει για τον έντονο λυρισμό της και τη φιλοσοφική αντίληψη της ζωής. Αυτή τη στιγμή ο Γρηγόριος Μαιώτης, 76 ετών πια, ζει στη Μαριούπολη χωρίς σύνταξη (λόγω καταστροφής των δικαιολογητικών του) και στέγη (ελλείψει στενών συγγενών), εγκαταλελειμμένος στο έλεος του Θεού. Συνεχίζει όμως να γράφει. Εμείς σήμερα φιλοξενούμε εδώ ένα παλιότερο ποίημά του:

ΑΔΑΜ

Θα τρέχουν τα χρόνια
Θα γεννηθούν οι μύθοι
Θα εξαφανιστουν οι Γότθοι
Θα εξαφανιστούν οι Σκύθες
Στο κάλυμμα της γης
Θα βουλιάξουν οι ναοί
Από το σκοτάδι των αιώνων
Θ΄ ανασύρουν τα μάρμαρα
Ακόμα δεν υπάρχει αιωνιότητα
Ακόμα δεν υπάρχει στιγμή
Η άφοβη ξεγνοιασιά
Οι μελωδίες του Γκριγκ
Δεν υπάρχει το αναπόφευκτο
Και δεν υπάρχει ελπίδα
Και μόνο αυτός
Με κλειστά μάτια
Ήδη αδύνατος
Και γίγαντας
Ήδη και δούλος
Και πολίτης
Και βρώμικο έντομο
Και έξυπνος θεός
Και άθλιος φοβιτσιάρης
Στα πόδια ενός θεού
Και Συβαρίτης
Και πουριτανός
Και προικισμένος
Και ατάλαντος
Και του θανάτου ανατριχίλα
Και σπέρμα της ζωής
Ένα πελώριο ψέμα
Και πίκρα της αλήθειας
Εξαιρετικά πολυσύνθετος
Και πολυπρόσωπος
Τόσο τιποτένιος
Τόσο μεγάλος

Γρηγόριος Μαιώτης, 1975, Μαριούπολη Ουκρανίας
μετάφραση από τα ρωσικά: Αλέξανδρος Ασλά

Μία άλλη, νέα αυτή τη φορά, για την ακρίβεια πολύ νέα, Ελληνίδα ποιήτρια της Αζοφικής είναι η Μαρία Γοντσάροβα. Γεννήθηκε το 2002 και έγραψε το ποίημα που δημοσιεύουμε παρακάτω σε ηλικία μόλις 12 ετών. Διαμένει σήμερα στην πόλη Βολνοβάχα της Ουκρανίας, που βρίσκεται εντός της εμπόλεμης ζώνης. Το ποίημα έφερε στην Ελλάδα η γιαγιά της, Γοντσάροβα Μαρία Ιβάνοβνα (με πατρικό επίθετο Γκουμπέρνα, από το ελληνικό ρήμα κυβερνώ), η οποία γεννήθηκε στο ελληνικό χωριό Μάλι Γιανισόλ της περιοχής της Μαριούπολης. Η κα Ιβάνοβνα είναι σήμερα Πρόεδρος της περιφερειακής οργάνωσης των Ελλήνων Βετεράνων της Βολνοβάχας. Το ποίημα της νεαρής εγγονής της διαπνέεται από αγάπη για την Ελλάδα και μας κάνει να αναρωτιόμαστε σε πόσα αλήθεια Ελληνόπουλα της χώρας μας έχουμε καταφέρει εμείς οι μεγαλύτεροι να εμφυσήσουμε ανάλογα συναισθήματα για την πατρίδα τους:

ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΕΛΛΑΔΑ

Ω Ελλάδα! Η γη των προγόνων μου,
Ειρηνόφιλη και περήφανη χώρα!
Δοξασμένη με τα κατορθώματα των ηρώων
και αγιασμένη με τη δύναμη των Θεών.

Εσένα εγώ ποτέ δεν επισκέφθηκα,
Αλλά την εικόνα σου την έχω πάντα μπροστά στα μάτια μου,
Τα τοπία σου - ο ήλιος, ο ουρανός, η θάλασσα,
Ο λαός σου - ελεύθερος, υπερήφανος, εργατικός.

Για τους προγόνους μου θέλω να μάθω
όσο το δυνατό περισσότερα
Το κάλεσμά τους, σαν καμπάνα, αναστατώνει την ψυχή μου
Σε καμαρώνω Ελλάδα! Η ιστορία σου, ο πολιτισμός,
Μα στις φλέβες μου το αίμα των Ελλήνων ρέει.

...Θα περάσουν χρόνια, θα μεγαλώσω,
Και, ανεξάρτητη πια, θα επιλέξω το δρόμο της ζωής μου,
- Εγώ οπωσδήποτε θα πατήσω στη γη των προγόνων μου,
Για να σφίξεις εμένα εσύ - ω Ελλάδα! - στην αγκαλιά σου...

Μαρία Γοντσαρόβα, 2014, Βολνοβάχα Ουκρανίας
μετάφραση από τα ρωσικά: Αλέξανδρος Ασλά


Για τη μεταγραφή
στο στίγμαΛόγου:
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Αλέξανδρο Ασλά για το υλικό που μας παραχώρησε.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

"Νοέμβριος" του Χόρχε Γκαλάν

Τα χαράματα της 16ης Νοεμβρίου του 1989 μια ομάδα επίλεκτων στρατιωτών εισέβαλε στο κτίριο του πανεπιστημίου του Σαν Σαλβαδόρ (UCA) και δολοφόνησε εν ψυχρώ έξι Ιησουίτες καθηγητές που κατοικούσαν εκεί, καθώς και μια μητέρα με την κόρη της που είχαν την ατυχία να παραβρίσκονται στο χώρο. Στη συνέχεια τα μέλη της ομάδας έγραψαν στους τοίχους συνθήματα υπέρ των ανταρτών σε μια προφανή προσπάθεια να αποδώσουν στους επαναστάτες το φρικτό έγκλημα και να τινάξουν στον αέρα τις ειρηνευτικές συνομιλίες που είχαν ξεκινήσει με την μεσολάβηση της καθολικής εκκλησίας για την παύση των εχθροπραξιών.

Αυτή η τρομακτική ιστορία που συγκλόνισε όλο τον κόσμο αποτελεί τη βάση το βιβλίου του Χόρχε Γκαλάν, ο οποίος έψαξε εξονυχιστικά την υπόθεση αφιερώνοντας πάνω από δέκα χρόνια. Tο αποτέλεσμα είναι ένα έργο ζωής που βραβεύτηκε από την Βασιλική Ισπανική Ακαδημία. Το κείμενο είναι στην πραγματικότητα ένα ντοκουμέντο για την ιστορία της μικρής αυτής χώρας γραμμένο με ποιητικό τρόπο στο ύφος του μαγικού ρεαλισμού που έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα στην ισπανόφωνη Λατινική Αμερική και στοίχισε στον συγγραφέα την εξορία, γεγονός που φαίνεταισε κάθε του ομιλία, όπου ξεχειλίζει η αγάπη για την όμορφη πατρίδα του.

Στο άγριο σκηνικό της δεκαετίας του 1980, όταν το αντάρτικο κίνημα FMLN διεκδικούσε το δικαίωμα της διακυβέρνησης της χώρας στα πρότυπα της Κούβας, οι δολοφονίες επιφανών ιερέων από παραστρατιωτικές οργανώσεις είχαν πολλαπλασιαστεί,  συντελώντας στη δημιουργία ενός κλίματος φόβου που διέτρεχε όλο το Σαν Σαλβαδόρ, αυτή την ωραία χώρα της Κεντρικής Αμερικής με το τροπικό κλίμα και τον υπέροχο πολιτισμό. Το φαινόμενο μόνο τυχαίο δεν είναι βέβαια, η ιστορία ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής έχει σφραγιστεί από κινήματα πρωτοφανούς βιαιότητας και έχουν σημειωθεί κατά καιρούς απίστευτα περιστατικά, όπως εισβολές αρμάτων σε κυβερνητικά κτίρια και δικαστικά μέγαρα. Στο ίδιο το Σαν Σαλβαδόρ, κατά τον συγγραφέα, σημειώνεται μια δολοφονία κάθε ώρα, και οι πράξεις ακραίου φανατισμού τείνουν να αποτελέσουν στοιχείο του πολιτισμού αυτής της περιοχής του κόσμου. Ενός πολιτισμού που προέκυψε από την μείξη των ντόπιων παραδόσεων αρχαίων φυλών με τις επιρροές των αποίκων από την Ιβηρική χερσόνησο και την επίδραση της καθολικής εκκλησίας η οποία εξακολουθεί να χαίρει υψηλής εκτίμησης ως παράγοντας σταθερότητας και ειρήνης. Όλα αυτά τα στοιχεία συγχωνεύτηκαν ανά τους αιώνες σ’ ένα περιβάλλον εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς που χαρακτηρίζεται από την εξωτική βλάστηση και την γειτνίαση με τον αχανή Ειρηνικό Ωκεανό.

Καλύτερο κομμάτι του βιβλίου, που πρόκειται να γυριστεί και σε ταινία, είναι σίγουρα εκείνο που περιγράφει την ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τον φόβο των ανθρώπων, καθώς η αδρεναλίνη ξεχύνεται στο σώμα τους, την στάση τους μπροστά στο θάνατο, την αίσθηση ότι αντικρίζουν τον κόσμο για τελευταία φορά, την κορύφωση των συναισθημάτων τους, την αντίληψη ότι ζουν στιγμές ιστορικές, το κοντράστ των συναισθημάτων ανάμεσα στους πάνοπλους στρατιώτες και τους άοπλους που νιώθουν ότι βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης το τέλος της οποίας φαντάζει σκοτεινό. Κι ακόμα αναδεικνύεται θαυμάσια η στάση των απλών πολιτών που δείχνουν το υπέροχο μεγαλείο ενός λάου, καθώς δεν φοβούνται να καταθέσουν την αλήθεια μπροστά στους πιο υψηλόβαθμους εκπροσώπους των αρχών με κίνδυνο να χάσουν για πάντα ό,τι αγαπούν περισσότερο, ενώ οι δυνάμεις του καθεστώτος από τη μεριά τους κινούνται στο παρασκήνιο, καταθορυβημένες από την εμφάνιση των ασήμαντων μέχρι χτες κοινωνικών ομάδων, συνεχίζοντας το ελεεινό παιχνίδι της εξουσίας με το οποίο είναι ταυτισμένες.

Πολλές είναι οι έξοχες σελίδες στον "Νοέμβριο" που αποδεικνύουν ότι ο συγγραφέας είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους νέους ισπανόφωνους λογοτέχνες. Ο Χόρχε Γκαλάν δεν μπορεί να επιστρέψει στο σαν Σαλβαδόρ,  γιατί το βάρος των αποκαλύψεων και η δύναμη του λόγου του τον καθιστούν επικίνδυνο για την κυρίαρχη τάξη της χώρας του, όπου μπορεί να έχει επέλθει σχετική ειρήνη αλλά οι πληγές του παρελθόντος δεν έχουν κλείσει και δικαιοσύνη δεν έχει αποδοθεί για να αποκαταστήσει την μνήμη των θυμάτων που δολοφονήθηκαν αναίτια. Αυτή άλλωστε ήταν και είναι η δύναμη της τέχνης, αυτή είναι η δύναμη της αληθινής λογοτεχνίας που μπορεί να τινάξει στον αέρα όλη την καθεστηκυία τάξη φέρνοντας με τρόπο συνταρακτικό την αλήθεια στην επιφάνεια.

Απόστολος Σπυράκης

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

"Ένατη ώρα" του Πέτερ Χούχελ

Με την εμβληματική συλλογή ενός από τους χαρακτηριστικότερους ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου, του Πέτερ Χούχελ, εγκαινιάζουν τη σειρά «Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο» οι εκδόσεις Βακχικόν. Ο Πέτερ Χούχελ, διευθυντής στη Δημόσια Ραδιοφωνία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αρχισυντάκτης του αντιδογματικού περιοδικού Sinn und Form (1947-1962), ζούσε προς το τέλος της διαμονής του στη χώρα σε κατ’ οίκον περιορισμό, αφού είχε περιπέσει στη δυσμένεια του καθεστώτος. Το 1971 πέρασε στη Δυτική Γερμανία, όπου και έζησε ήρεμα μέχρι τον θάνατό του δέκα χρόνια αργότερα.

Ο Χούχελ υπήρξε συνεχιστής της ρομαντικής παράδοσης της γερμανικής ποίησης που λαμβάνει ως σημείο αναφοράς τη φύση (Naturlyrik) και πραγματεύεται θέματα σχετικά με το φυσικό περιβάλλον, την απομόνωση του ανθρώπου και την προαίσθηση του θανάτου. Εικόνες που επαναλαμβάνονται στα ποιήματά του είναι εκείνες του ουρανού («πάνω απ’ τη χιονοσκέπαστη βελανιδιά/ έβλεπα στον ουρανό το ελάφι να ματώνει»), του δάσους, των βουνών, των βράχων («Κύριε, μέγα το μυστικό σου/ και μανταλωμένο μες στη σιωπή των βράχων/ εγώ είμαι μονάχα σκόνη») των δέντρων («το σκοτάδι κορφολογούσε τα δέντρα»), του νερού και των πλασμάτων που κατοικούν εκεί: των κατσικιών και αγριοκάτσικων («η στεγνή στίλβη από ένα κοπάδι κατσίκια/ σκίζει τον αιθέρα/ και πέφτει, σα σπίθα, πίσω απ’ τον/ ορίζοντα»), των πουλιών κάθε λογής, των αλεπούδων και των ελαφιών.

Ωστόσο η ποίησή του απέχει πολύ από το να είναι βουκολική. Η φύση χρησιμοποιείται ως το θαυμαστό σκηνικό μέσα στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο εγγράφεται να στοχάζεται και να αντλεί συμπεράσματα: «έκλεινα τα μάτια, διαλογιζόμουν,/ έβλεπα τον κόσμο μες απ’ τον κορμό/ κι ένιωθα ένοχος», «μες στις λόχμες πήγα, έσπρωξα την άμαξα/ καταδικασμένος/ την παλιά αθλιότητα να βλέπω/ να φτάνει μέχρι την εκμηδένιση του νου», «ετοιμόρροπη/ σαν τη σκόνη στα κιτρινισμένα χειρόγραφα/ έγινε η ζωή μου», «αδύνατο να κατοικηθεί ο πόνος/ που βγαίνει με την άμπωτη ανάμεσα στους υφάλους».

Η Ένατη ώρα είναι η τελευταία συλλογή που έγραψε ο Χούχελ, δύο μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του. Θεωρείται το αριστούργημά του, καθώς αποτελεί την ώριμη σύνθεση των επιμέρους όψεων της ποιητικής του πορείας. Οι εικόνες που τόσο παραστατικά περιγράφει σε αυτήν δεν είναι στατικές: δεν είναι τα κάδρα ενός παγωμένου τοπίου που έχουν καρφωθεί στον τοίχο του χρόνου. Είναι οι δυναμικές απεικονίσεις ενός χώρου ζωντανού και δραστήριου που αποτελεί μέτρο της ανθρώπινης ζωής: ζυγισμένη απέναντι στη μεγαλειώδη φυσική δραστηριότητα, η ανθρώπινη αποδεικνύεται πάντοτε κατώτερη και ως εκ τούτου ελλιπής. Οι πολιτικοί υπαινιγμοί δεν λείπουν, ωστόσο δεν δίνουν τον τόνο στη συλλογή, ούτε είναι έκδηλοι. Και, αντίθετα με τη ρομαντική παράδοση της γερμανικής ποίησης, τα ποιήματά του κατοικούνται: όχι μόνο από τα διάφορα πλάσματα του δάσους, αλλά και από ανθρώπους. Ανθρώπους ιδωμένους στη διαχρονική τους διάσταση, αφού δεν λείπουν οι αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, μύθους και αποσπάσματα από ιερά κείμενα, αλλά και στη συγχρονική, καθώς δεν λείπουν επίσης οι αναφορές σε πρόσφυγες και ρομά – μάλιστα τα κάρα και οι άμαξες, συμβολικά και πραγματικά μέσα μετακίνησης αυτών των ανθρώπων, είναι στοιχεία που ολοένα επιστρέφουν στους στίχους του.

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής του βιβλίου Θεοδόσης Κοντάκης στην εισαγωγή, ο Χούχελ προσπαθεί με την ποίησή του να ανιχνεύσει το αινιγματικό πρόσωπο της μεταπολεμικής εποχής. Στην πραγματικότητα, δίνει στον αναγνώστη κάθε εποχής ένα μέσο να διερευνήσει τη δική του, ενώ την ίδια στιγμή τον παρηγορεί με την ομορφιά του λόγου του: «διαφάνεια/ μεσημεριάτικου φωτός/ στίχοι που τίποτε δεν αντανακλούν,/ ένα νερό λαμπερό/ αγγίζει το στόμα».


Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 57, Δεκέμβριος 2017.

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Καζαντζάκης και Σαίξπηρ

Οι δεσμοί ανάμεσα στον Ουίλιαμ Σαίξπηρ και τον Νίκο Καζαντζάκη εκτείνονται πολύ πέρα από το γεγονός ότι αμφότεροι οι συγγραφείς αποτελούν δύο από τους επιφανέστερους στη χώρα τους καθώς και στον κόσμο ολόκληρο. Οι δεσμοί αυτοί πάνε ακόμα βαθύτερα από το απλό γεγονός ότι ο Καζαντζάκης συνέγραψε ένα θεατρικό έργο με το όνομα Ο Οθέλλος Επιστρέφει ή λίγα ακόμα κείμενα 75 σελίδων που φέρουν σαιξπηρικούς τίτλους, τα οποία δεν έχουν γίνει ακόμα προϊόν επεξεργασίας και που μπορεί κάποιος να τα βρει σήμερα στο Μουσείο Καζαντζάκη.

O Carl Sagan είπε ότι «για να φτιάξεις μια μηλόπιτα από την αρχή, πρέπει πρώτα να εφεύρεις το Σύμπαν». Ο κοινός δεσμός που οι δύο αυτοί αθάνατοι μοιράζονται είναι ότι και οι δύο δημιούργησαν το Σύμπαν. Είναι ένα σύμπαν γλωσσολογικό, γεμάτο από χιλιάδες νέες λέξεις με πρωτότυπες σημασίες που γεννούν αναρίθμητες δυνατότητες, ένα σύμπαν που πλημμυρίζει με συναρπαστικές ιστορίες που αιχμαλωτίζουν τη φαντασία και προσφέρουν νέα πρότυπα ήθους, ανθρώπινης χάρης και αξιοπρέπειας, και που έχουν εμπλουτίσει όχι μόνο το Αγγλικό Λεξικό, όχι μόνο την Παγκόσμια Λογοτεχνία αλλά και την ίδια τη ζωή με τον πλούτο τους, σε σύλληψη, έμπνευση και δημιουργικότητα.

[...Η] αντίληψη που είχε ο Καζαντζάκης για τον Σαίξπηρ [κινούνταν] μέσα στα πλαίσια της δικής του επιθυμίας να ανακαλύψει στον ποιητή, που τόσο σφόδρα λατρεύει,τα χαρακτηριστικά αυτά που ο ίδιος θεωρεί ως τα ανώτερα χαρακτηριστικά σε ένα ανθρώπινο ον. Ο ιδανικός ήρωας του Καζαντζάκη είναι ο πολεμιστής άγιος, ο πνευματικός μαχητής που βρίσκεται σε μια διαδικασία διαρκούς ανάβασης. Αυτός που με δόντια και με νύχια και με νου, είτε με μεγάλες θυσίες είτε με αυτοταπείνωση, εξακολουθεί να αναζητά τις ανομολόγητες δυνάμεις που διαχέονται στο σύμπαν. Ένας ήρωας τόσο ελεύθερος, ελεύθερος από το φόβο, ελεύθερος ακόμη και από την ελπίδα, κάποιος που θα περνούσε και μέσα από την Κόλαση για να φτάσει στον Παράδεισο, που θα δοκίμαζε όλα τα δηλητήρια στο σύμπαν και θα τα μετουσίωνε σε φως, δημιουργία, σωτηρία, ελευθερία. Το ταξίδι του Καζαντζάκη είναι στην πραγματικότητα μια πνευματική αναζήτηση για την ψυχή του ποιητή. Και αυτό που θα ανακαλύψει μέσα στην ψυχή του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, θα μετουσιώσει εν τέλει ολόκληρη την οπτική του Καζαντζάκη για την Αγγλία ως έθνος.

[...] ο Νίκος Καζαντζάκης περπατούσε, και αγαπούσε τους λαβυρίνθους. Ήταν ένας flaneur, ένας περιπατητής εν σώματι και πνεύματι, και επιτρέψτε μου να πω ότι γεννήθηκε με το μίτο της Αριάδνης ήδη στο (αριστερό) χέρι του. Περπατούσε μέσα στους δρόμους της γενέτειρας του Σαίξπηρ, διάβαινε μέσα στη ζωή του και τα έργα του σαν ένας μυστικός χαρτογράφος, άρχισε να χαρτογραφεί την ψυχή του ποιητή.

Ξεκινώντας με τη θρησκευτική ταυτότητα της κοινωνίας που έθρεψε τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ο Καζαντζάκης γράφει: «Ο Σαίξπηρ ήταν παιδί του καιρού του, ξεχειλίζοντας κι αυτός, όπως κι η εποχή του, από τους χυμούς της μεθυστικής ειδωλολατρικής αναγέννησης. Ο καθολικισμός είχε χάσει τη δύναμή του να κρατάει σε αλύγιστη πειθαρχία τις ψυχές. Κι ο πουριτανισμός δεν είχε ακόμα απλώσει το πένθος του στην Αγγλία. Η τρυφερή, φιλήδονη ψυχή του Σαιξπήρου γεννήθηκε ίσια ίσια στο κλίμα που περισσότερο της ταίριαζε, για να δώσει όλον της τον καρπό». Από αυτή λοιπόν την οπτική γωνία είναι που ο Καζαντζάκης πρωτοδιακρίνει τα φτερά της ελευθερίας. Ελευθερία που πηγάζει εκ των έσω αλλά, προφανώς, και ελευθερία ολόγυρά του. «Ακράταγο διονυσιακό μεθύσι συνεπαίρνει τα κρεατοφάγα αυτά κορμιά», συνεχίζει ο Καζαντζάκης, «συνεπαίρνει και τα μυαλά και τις ψυχές, το περίσσεμα της καρδιάς είναι άφθονο. [...] μποέμηδες, φτωχοί, μπεκρήδες, καβγατζήδες, γυναικάδες. Μαθαίνουν τη ζωή και τη χοντρή χυμώδη γλώσσα της όχι από λεξικά και παλιές χρονογραφίες, παρά στις ταβέρνες, στα πορνεία, στα παζάρια, στα λιμάνια, στις φυλακές και στον πόλεμο. [...] Ζουν όλα τα πάθη των ανθρώπων, κι απάνω στο γόνατο, στις ταβέρνες ή στα χαμώγια τους, σκαρώνουν γρήγορα γρήγορα κωμικές σκηνές και τραγωδίες και βιαστικά τις ανεβάζουν στα πρωτόγονα θέατρα στους όχτους του Τάμεση». 

[...] Και στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Ταξιδεύοντας στην Αγγλία: «Η Αγγλία κοιτάζει το πρόσωπό της στον Σαίξπηρ και χαίρεται, γιατί βλέπει πως ο γιος τούτος έχει, μέσα στο μικρό χώρο του προσώπου του, τέλεια συμπυκνώσει κι αποτυπώσει όλα τα χαρακτηριστικά της: το σαξονικό πραχτικό νου, την κελτική ονειροπόληση, την κουρσάρικη πακλικαριά του Βίκινγκ και την πειθαρχία του Νορμανδού. Κι απάνω από όλα, μέσα σε όλα, τον έρωτα της Ελευτερίας».


Νίκη Σταύρου 


Σημ.: Αναδημοσίευση αποσπάσματος από ομότιτλο κείμενο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
δε/κατα, τεύχος 52, χειμώνας 2017.

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

"Το ανατολικό τέλος" της Ελένης Γαλάνη

It would be the same at the end of the journey,
If you came at night like a broken king,
If you came by day not knowing what you came for,
It would be the same

T.S. Eliot, “Little Gidding”


Στο Ανατολικό τέλος, την τρίτη κατά σειρά συλλογή της Ελένης Γαλάνη που ψηλαφεί την έννοια του ορίου, τον τόνο δίνει ξανά η θλίψη. Είναι η θλίψη του ανθρώπου που αναζητεί την πατρίδα, εκείνου που, επ’ αλλοθρόους ανθρώπους πλέοντας, δεν είναι πια απολύτως σίγουρος για την ταυτότητά του και τη δοκιμάζει απέναντι σε ιστορικές και άλλες μνήμες: Μνήμες που διασχίζουν πόλεις ευρωπαϊκές, μέρη εξωτικά, βυθούς κάθε είδους, πίνακες ζωγραφικής και άλλα, όχι ευρέως γνωστά, τεκμήρια τα οποία γίνονται αφορμή για ενδιαφέρουσες αφηγήσεις.

Η ποιήτρια προτάσσει (ή ίσως επικαλείται) τις γεωγραφικές συντεταγμένες τριών τοποσήμων, διαιρώντας τη συλλογή σε αντίστοιχα, ανισοβαρή τμήματα. Στο πρώτο και μεγαλύτερο τμήμα βρίσκουμε το ξενοδοχείο Σάρλιτζα Παλλάς στη Θερμή της Λέσβου. Πληροφορούμαστε, από τις σημειώσεις στο τέλος της συλλογής, ότι σάρλιτζα στα τουρκικά σημαίνει «κίτρινα θεραπευτικά νερά» και ότι το κτήριο του ξενοδοχείου είναι εγκαταλελειμμένο εδώ και 30 χρόνια. Το ξενοδοχείο σηματοδοτεί ένα ανατολικό τέλος (ίσως εποχής) στην προσωπική γεωγραφία της ποιήτριας.

Το δεύτερο τμήμα, που τιτλοφορείται Φρηντριχστράσε, πήρε το όνομά του από έναν σταθμό μετρό του Βερολίνου όπου, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, κατέβαιναν όσοι επιβάτες δεν διέθεταν τα απαιτούμενα έγγραφα για να συνεχίσουν στην ανατολική πλευρά – ήταν δηλαδή ένας τερματικός σταθμός που σηματοδοτούσε άλλο ένα ανατολικό τέλος. Στο τρίτο και τελευταίο τμήμα απαντούμε την Αλμπέρ Προμενάντ της Οστάνδης στο Βέλγιο, μιας πόλης που το όνομά της σημαίνει κυριολεκτικά «ανατολικό τέλος» και που αποτέλεσε το καταφύγιο των διανοουμένων την εποχή της ανόδου των Ναζί.

Στιλιστικά, η συλλογή είναι γεμάτη από παρηχήσεις και σκόπιμες επαναλήψεις. Στο πρώτο μέρος, μέσα στις πόλεις που δανείζουν το όνομά τους στους τίτλους των ποιημάτων, συναντάμε  ξανά και ξανά τη λέξη πατρίδα, το ζήτημα της μνήμης και της λήθης, καθώς  και προβληματισμούς σχετικά με τη μητρική έναντι της ξένης γλώσσας, των οικείων έναντι των ανοίκειων ήχων. Συναντάμε επίσης την έννοια του άλγους, εκείνου που βρίσκεται στη ρίζα της λέξης νοσταλγία. Στο πρώτο αυτό μέρος, η ποιήτρια ασχολείται με ορισμούς λέξεων (ουσιαστικά, στοιχείων της πραγματικότητας), δίνοντας την εντύπωση ότι μέσα από αυτούς προσπαθεί να προσδιορίσει το δικό της στίγμα στον κόσμο. Τελικά, είμαστε η γλώσσα μας, η μνήμη μας – ή τι; Η μνήμη ασύλητη, ο χρόνος ασάλευτος, άσυλο/ η αρχαία πληγή, γράφει στο ποίημα «Morgengrauen». Άσυλο η αρχαία πληγή, γιατί απ’ όλες τις πιθανές πληγές προτιμάμε να μας πονά αυτή που γεννηθήκαμε μαζί της, αυτή που κουβαλάμε μέσα μας σαν κληρονομιά.

Στο δεύτερο μέρος, που αποτελείται από ένα μόνο, μεγάλο κι ενιαίο ποίημα, οι πόλεις πυκνώνουν: ράγες ρωγμές συρμών τρυπούν το κεφάλι μου ήχοι στριγγοί/ οι πόλεις στροβιλίζονται δίνες στο κεφάλι μου.

Οι πόλεις δεν νοούνται τόσο ως τα κτήρια που τις απαρτίζουν όσο ως η ιστορία και οι μνήμες που αντανακλούν:
…λίγο να ξύσεις τους χάρτες, δες, άλλες πόλεις γεννιούνται
κι είναι ο κόσμος ένα καλειδοσκόπιο κι εσύ
μια ηλεκτροπόλη φωτεινή με χίλιες πόλεις μέσα σου κοιμισμένες
εκατοντάδες κιλοβατώρες μνήμης…
Στο τρίτο μέρος, που είναι κι αυτό ένα μόνο, ενιαίο ποίημα, η Γαλάνη ασχολείται με τη ματαιότητα της φυγής (τα μεγάλα βλέφαρα της φυγής ανοιγμένα ηλιοτρόπια). Πάντα ο φυγάς θα φθάνει σε ένα ανατολικό τέλος (ή δυτικό, αφού η δύση [είναι] η άλλη όψη της Ανατολής […] κι εσύ είσαι η ανατολική ακτή στο τέλος/ της κάθε αυγής μου). Και πάντα αυτό που θα τον περιμένει είναι ο πόνος, τέλος και αρχή της ζωής:
…το οξυγόνο τελειώνει, η ενδοχώρα φλέγεται
η θάλασσα όσο την πλησιάζεις απομακρύνεται…

Η αρχή και το τέλος δεν προκύπτουν μόνα, ανάμεσά τους υπάρχει το ταξίδι – ακόμη κι αν είναι μια πορεία θανάτου, όπως επαναλαμβάνει η Γαλάνη. Το ταξίδι επιφυλάσσει πολλά θαυμαστά και εξαίσια: από την πανεπιστημιακό και μεταφράστρια Tatiana Gnedich, που συνελήφθη εξαιτίας μιας κατασκευασμένης κατηγορίας και κρατήθηκε δύο χρόνια στην απομόνωση σε πλήρες σκοτάδι, με αποτέλεσμα να χάσει την όρασή της, μέχρι τη βασίλισσα Ζηνοβία που σύρθηκε στον θάνατο δεμένη στο άρμα του Αυρηλιανού με χρυσές αλυσίδες. Από το υπερωκεάνιο των Ναζί Wilhelm Gustloff μέχρι το παράδοξο του σκοτεινού νυχτερινού ουρανού του Όλμπερς.

Ώσπου φθάνουμε στον τελικό προορισμό, στα τρία δηλαδή σημεία του χάρτη που αξιώνουν να εκληφθούν ως ανατολικό τέλος: ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, έναν τερματικό σταθμό και η προκυμαία μιας πόλης-καταφυγίου. Είναι αυτά τα μέρη πραγματικά ένα ανατολικό τέλος; Όχι, γιατί σε μια σφαίρα κυκλική, όπως της υδρογείου, τέλος δεν μπορεί να υπάρξει. Η κυκλική κίνηση συνεχίζεται ατέρμονα προς όλες τις κατευθύνσεις. Το όποιο «τέλος» μπορεί να νοηθεί μόνο σαν προσωρινή ρωγμή και σαν παραμυθία: Είναι το παρήγορο όριο που θέλουμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να υψώσουμε στην απεραντοσύνη του κόσμου. Το πόσο πειστικό είναι, επαφίεται στον καθένα (στέκω όρθια εδώ σε αρχαία ερείπια/ με όλες τις πόλεις μέσα μου/ γκρεμισμένες – «Σύνθετοι ορισμοί»).

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε με τίτλο "Αναζητώντας το τέλος του ορίζοντα" στο literature.gr.


Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

"Carmen et error" του Αντώνη Ζέρβα

Από μικρός ο Αντώνης Ζέρβας αρνιόταν τον τίτλο του ποιητή, όπως εννοείται ευρέως. Για κείνον η ποίηση ήταν ανέκαθεν πάλη, όχι όμως με το υλικό του (δηλαδή τις λέξεις), αλλά με τις έννοιες. Ήταν ένας τρόπος να αναρωτηθούν, αυτός και ο αναγνώστης, για τα ζητήματα του βίου, τον θάνατο, τον έρωτα και όλα όσα βρίσκονται ανάμεσα σε αυτά, για όλα όσα τους αφορούν. Χωρίς μια τέτοια διερώτηση, η ποίηση δεν είχε καμία αξία.

Ξεκινώντας από αυτή την αφετηρία, δεν είναι απορίας άξιον που ο Ζέρβας, ανάμεσα στον λυρισμό και την ειρωνεία, τάχθηκε υπέρ της δεύτερης. Την ειρωνεία υπηρέτησε και αυτή τον εξέφρασε όλα τα χρόνια που ο ποιητής παρατηρούσε τον εαυτό του, διερευνώντας τη φύση των συναισθημάτων του και αμφισβητώντας την ονομαστική τους αξία. 

Tην εν λόγω αμφισβήτηση έβαλε στα θεμέλια της ποίησής του. Την αμφισβήτηση του δεδομένου και του καθώς πρέπει, του πολιτικώς ορθού και της ιστορίας, κυρίως την αμφισβήτηση του φαίνεσθαι. Και πάνω σε αυτήν έκτισε πολλές συλλογές, καθεμία μοναδική για τους δικούς της λόγους που δεν ήταν άσχετοι με την εκάστοτε συγκυρία. 

Ωστόσο, η ποίηση είναι διαχρονική. Αυτά που μιλούσαν παλιότερα στον ποιητή τού μιλούν ακόμη και μαζί με αυτόν μιλούν και στον αναγνώστη: με την ίδια οξύτητα, με την ίδια ρώμη. Τα Άκτα (Το έπος της ομιλίας μας) τα έγραψε ο Ζέρβας το 1996. Περιλαμβάνουν πολλά κεφάλαια, μεταξύ αυτών και το 33ο, όπου ένα νέο πρόσωπο, ο Μανουήλ Σκριβάς ο μεταφραστής, κάνει την εμφάνισή του ως ένα προφανές alter ego του ποιητή. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Α.Ζ. βιοπορίστηκε ως μεταφραστής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μακριά από την πατρίδα επί δεκαετίες. 

Στο 33ο κεφάλαιο των Άκτων, ο Σκριβάς συγκρίνει τον εαυτό του με έναν Γάλλο ποιητή του 16ου αιώνα, τον Joachim du Bellay (1522-1560) που άφησε το χωριό του για τη Ρώμη. Πρόκειται για έναν ποιητή επίσης déplacé, που η ζωή τον οδήγησε μακριά κι αυτόν από την πατρίδα, αιχμάλωτο της νοσταλγίας του και της μεροληψίας υπέρ της πατρογονικής εστίας που ευνοεί η απόσταση. Έναν ποιητή που, αντιμέτωπος με τη συνθήκη στην οποία τον οδήγησε η ζωή, έγραψε με σπαρακτική ειρωνεία, χωρίς να καταφέρει ωστόσο να φθάσει σε μεγάλα ύψη. Ο Σκριβάς αντιπαραβάλλει την τύχη του με εκείνη του du Bellay, παραφράζοντας πολλούς από τους στίχους του. 

Αυτό το κεφάλαιο των Άκτων αναδημοσιεύει στο Carmen et error της -εξαιρετικής αισθητικά, και όχι μόνο - σειράς του «Φυλλάδια» ο Σωτήρης Σελαβής των εκδόσεων Περισπωμένη, εμπλουτίζοντάς το με τρία μεταγενέστερα ποιήματα που επικαιροποιούν τρόπον τινά την ενότητα, έχοντας ενσωματωθεί άψογα σε αυτήν και φέρνοντάς την στον παρόντα χρόνο. 

Σημαντικά ζητήματα της εποχής μας, όπως ο πατριωτισμός στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, το ζήτημα της προσωπικής και της συλλογικής ελευθερίας, καθώς και της ελεύθερης βούλησης είναι βασικές θεματικές του Carmen et error. Ιδίως το τελευταίο είναι από τα θεμελιώδη που απασχολούν τον ποιητή, γιατί σηματοδοτεί με ανάγλυφο τρόπο την ελευθερία από τις ψευδαισθήσεις που αναμασά η ιστορία. Γιατί και αυτό είναι η ποίηση: απελευθέρωση από εμπειρίες που έχει νωρίτερα η ίδια μετασχηματίσει σε κάτι ανώδυνο, μέσα από τον διαρκή αναστοχασμό.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στo literature.gr με τον τίτλο "Μέσα από διαρκή αναστοχασμό" στις 13.9.2017.

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Ο μεγάλος Ελισαβετιανός (σύντομη αξιολόγηση του σαιξπηρικού έργου)

Ο κόσμος του Σαίξπηρ είναι αυτός της Ελισαβετιανής Αγγλίας με τα σπαθιά και τους θώρακες, τις πανοπλίες και τα κάστρα, τις μάγισσες και τα στρατόπεδα των πολεμιστών, τα ξωτικά και τους δαίμονες με δυο λόγια όλα εκείνα τα οποία συνθέτουν το τοπίο της βόρειας Ευρώπης που βρίσκεται σε αναταραχή, καθώς καινούριες δυνάμεις αναδύονται κι ο παλιός κόσμος του Μεσαίωνα δίνει τη θέση του στην καινούρια πραγματικότητα της φωτεινής Αναγέννησης. Το θέατρο αυτού του μεγάλου δραματουργού αποτελεί τον δεύτερο σταθμό στην ιστορία της θεατρικής τέχνης μετά την λογοτεχνική έκρηξη που σημειώθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Με τη διαφορά των δυο χιλιάδων χρόνων που έχουν μεσολαβήσει είναι φανερή η εξέλιξη που έχει σημειωθεί, καθώς η σχετική ακαμψία του αρχαίου θεάτρου έχει δώσει πια τη θέση της σε μια εξαιρετική πλαστικότητα κι ευλυγισία, δεύτεροι, τρίτοι, και τέταρτοι ρόλοι έχουν μπει στην υπόθεση, εισάγοντας όλη την γκάμα των κοινωνικών τάξεων που αναδύεται ολοζώντανη σε κάθε παράσταση, ενώ ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του μεγάλου αυτού συγγραφέα θεωρείται η αφομοίωση στοιχείων όλης της τότε γνωστής παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η μελέτη των αρχαίων Ελλήνων έδωσε στον Σαίξπηρ τη δυνατότητα να εμβαθύνει και να εντάξει στην παραγωγή του στοιχεία της φιλοσοφίας και της σκέψης που είχαν χαθεί για αιώνες στην λήθη των σκοτεινών χρόνων.

Τέσσερα μπορούν να θεωρηθούν τα πιο σημαντικά έργα του Σαίξπηρ, χωρίς κανείς να υποτιμά τα υπόλοιπα. Αυτά τα τέσσερα συγκεντρώνουν τα καλύτερα στοιχεία του συγγραφέα, δηλαδή την δύναμη της απόδοσης, την μεγαλοπρέπεια της αναπαράστασης, το ξετύλιγμα της πλοκής και τα υψηλά μηνύματα που διατρέχουν την υπόθεση. Πρώτο σημαντικό έργο θεωρείται ο Οθέλος, που πήρε την υπόθεση από το βιβλίο Hecatomithi (Eκατόμυθοι) του G. P.Giraldi, το οποίο τυπώθηκε τo 1565 στη Βενετία. Σ΄ αυτό το έργο εντυπωσιάζει η αναπαράσταση της μεσαιωνικής πόλης της Βενετίας με τους δρόμους που φωτίζονται από πυρσούς τη νύχτα, τις μάσκες και τα φορέματα των πριγκιπισσών, τα λιμάνια και τις αίθουσες συμβουλίου των δόγηδων, τους πύργους και τις καμάρες της πόλης αυτής, που κυριαρχούσε στην μεσόγειο και σ’ όλο τον τότε πολιτισμένο κόσμο. Πολύ δυνατός είναι και ο ρόλος του Οθέλου, αυτού του ατρόμητου Αφρικανού πολεμιστή που σαρώνει τον τουρκικό στόλο σώζοντας το νησί της Κύπρου, αλλά αποδεικνύεται άβουλος εντελώς και καταρρέει μπροστά στις μηχανορραφίες των πολιτισμένων αυλικών. Όπως έχει σημειωθεί, παρά το μεγαλεπήβολο σχέδιο,  το έργο αυτό στο σύνολο του πάσχει και ο κινητήριος μοχλός του, η δόλια σκέψη του σατανικού Ιάγου, λειτουργεί μ’ έναν τρόπο τόσο εγκεφαλικό, ώστε στο τέλος της παράστασης να μην καταφέρνει να πείσει τον θεατή για τη φυσικότητα των συμβάντων και την ομαλή εξέλιξη της πλοκής. Επιπλέον, η πτώση του πρωταγωνιστή είναι κάπως άχαρη σε σχέση με άλλους ήρωες όπως ο Βασιλιάς Ληρ που, παρά την κατακόρυφη πτώση του, διατηρεί το ποιητικό του μεγαλείο.

Δεύτερο μεγάλο έργο του Σαίξπηρ θεωρείται φυσικά ο Άμλετ. Η ιστορία αυτού του λαμπρού βασιλόπουλου της Δανίας ανοίγει με την εντυπωσιακή και μοναδική στην ιστορία του θεάτρου σκηνή του φαντάσματος που έχει απασχολήσει για αιώνες τους σκηνοθέτες και τους κριτικούς. Κάποιοι μάλιστα, όπως ο πρωτοπόρος Ρώσος Βσέβολοντ Μέγιερχολντ, έφτασαν στο σημείο να αφαιρέσουν ολόκληρη την σκηνή από την παράσταση, θεωρώντας ότι λειτουργεί σε βάρος της υπόλοιπης δράσης,  καθώς διαμορφώνει μια ατμόσφαιρα εντελώς εξωπραγματική και μεταφυσική. Αξιοσημείωτη επίσης είναι η γοητεία που εξακολουθεί να ασκεί αυτό το έργο, εξαιτίας της ύπαρξης μια αόρατης δύναμης που μοιάζει να κινείται πίσω από τον ήρωα, εμποδίζοντας τον σκοπό του που είναι η εκτέλεση του σφετεριστή θείου του - τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που κρίνεται ότι έφτασε η ώρα της κρίσης και πρέπει να κλείσει ο κύκλος. Μερικά σημεία του χαρακτήρα του Άμλετ, όπως η αναβλητικότητα και η αδυναμία του να ενεργήσει έξω από αυτό που την εποχή εκείνη οριζόταν ως θεία βούληση, είχαν εντοπιστεί ήδη από τον καιρό του Γκαίτε και παρά τις θαυμάσιες σκηνές ,όπως αυτή με τους μουσικούς κι αυτή με τους κωμικούς που σκάβουν στο κοιμητήριο, σκηνές  που αναδεικνύουν το κωμικό και σαρκαστικό πνεύμα του ποιητή, το έργο χαρακτηρίζεται από τις αστοχίες του πρωταγωνιστή, ο οποίος μοιάζει να έχει θολή κρίση σε κάθε του βήμα: οδηγεί στον θάνατο την άτυχη Οφηλία, αφού έχει σκοτώσει τον πατέρα της, φέρεται με τρόπο αλαζονικό, διστάζει να κινηθεί αποφασιστικά, ο λόγος του είναι φλύαρος και η δικαιοσύνη που καταφέρνει να αποδώσει χάνει την αξία της, καθώς ο ίδιος πεθαίνει άδοξα.

Τρίτο μεγάλο έργο και αντιπροσωπευτικό πραγματικά του τέλους του Μεσαίωνα, ένα από τα πιο σημαντικά δημιουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, είναι ο Βασιλιάς Ληρ, μια επική αναπαράσταση του κόσμου που σβήνει στην αυγή της νέας εποχής. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο White Hall στις 26 Δεκεμβρίου 1606, μπροστά στον βασιλιά Ιάκωβο κι από τότε έχει προκαλέσει τον θαυμασμό και την αγάπη όλων των θεατών και των αναγνωστών του. Μια αξιομνημόνευτη διαμάχη γύρω από τον Βασιλιά Ληρ έχει σημειωθεί ανάμεσα στον Τζωρζ Όργουελ και τον Λέοντα Τολστόι. Ο Τολστόι βρίσκει στο κείμενο μια σειρά από λάθη όπως αναχρονισμούς, ανακρίβειες, αστεία άκομψα, έλλειψη χάρης, βερμπαλισμούς, απουσία σαφούς νοήματος και θρησκευτικής πίστης, ενώ ο Όργουελ υπογραμμίζει το γήινο των χαρακτήρων, την ζωτικότητα, την μουσικότητα και την ενάργεια της γραφής, την αστείρευτη περιέργεια του συγγραφέα, την ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας μέσα από την συμμετοχή στην υπόθεση μιας σειράς λαϊκών τύπων και απλών ηρώων που δίνουν σάρκα και οστά στην αναπαράσταση ενός κόσμου πραγματικά σαγηνευτικού. Είναι αλήθεια ότι ο Βασιλιάς Ληρ είναι ένα έργο περίπλοκο με πολλούς χαρακτήρες και σκηνές, όμως η κρίση για το σύνολό του δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Σκηνές, όπως αυτή της μοιρασιάς της εξουσίας στις κόρες, είναι αληθινά βιβλικές, μερικοί δεύτεροι ρόλοι, όπως αυτός του Κεντ, είναι πραγματικά υπέροχοι, κάποιες άλλες σκηνές, όπως αυτή του πιστού στον βασιλιά δούκα δεμένου στην φάλαγγα να προσπαθεί να βγάλει τη νύχτα,  δεν μπορεί παρά να τις λατρέψει κανείς και δεν είναι τυχαίο ότι η σπουδαία αυτή τραγωδία έχει εμπνεύσει σκηνοθέτες όπως ο Κουροσάβα, που έδωσε την δική του γιαπωνέζικη εκδοχή στο επικό Ran.

Τέλος υπάρχει ο Μακμπέθ, το αγαπημένο μου έργο, ας μου επιτρέπει να πω, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του θεατρικού αριστουργήματος, δηλαδή γερή πλοκή, καταιγιστική ροή, υψηλά νοήματα, ατμόσφαιρα μυστηρίου, πρώτους ρόλους όπως αυτόν της Λαίδης Μακμπέθ, πραγματικά συγκλονιστικούς, μικρότερους ρόλους, όπως αυτούς των φονιάδων, έξοχους, σκηνές ονειρικές, όπως αυτή των μαγισσών μέσα στη σπηλιά και του κινούμενου δάσους που εκπληρώνει μια προφητεία - όλα αυτά απηχούν το μυθικό, μαγικό, παγανιστικό παρελθόν της βόρειας Ευρώπης. Επιπλέον, η απόδοση δικαιοσύνης, η νίκη του καλού και τέλος όλη η κλίμακα της κορύφωσης και της πτώσης ενός ήρωα αδίστακτου και λυσσασμένου για την βασιλεία διαμορφώνουν ένα έργο τέχνης υψηλότατου επιπέδου και, αν ήθελε κανείς να βρει κάποιο ψεγάδι, αυτό θα αφορούσε το κοινότοπο του θέματος, το μανιασμένο δηλαδή κυνήγι της εξουσίας, αυτής της κατάρας του ανθρώπινου είδους που κατατρέχει τον πολιτισμό από τον καιρό της Ορέστειας του Αισχύλου.

Απόστολος Σπυράκης


Βιβλιογραφία:

1. Άπαντα Σαίξπηρ, μτφρ.: Βασίλης Ρώτας - Βούλα Δαμιανάκου, Εκδόσεις Επικαιρότητα, 1997.
2. "Ο Σαίξπηρ προνόμιο της Αγγλίας" – από τη συλλογή κειμένων του Κάρολου Κουν, Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1987.
3. "Lear, Tolstoy and the Fool"– George Orwell, Essays, Penguin Books, 2000.