Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

"ΜιΚΡά αΝΘΟΛΟΓία ΓαΛΛιΚήΣ ΥπερΠΡΑγμΑτικής ΠοιήΣεως" με Πρόλογο-Μετάφραση-Σημειώσεις του Ζ.Δ. Αϊναλή

Η μικρά ανθολογία γαλλικής υπερπραγματικής ποιήσεως σε μετάφραση- ανθολόγηση Ζ. Δ. Αϊναλή περιλαμβάνει ποιήματα της δεκαετίας του 1920 που αποτυπώνουν την πιο γοητευτική και τολμηρή περίοδο του γαλλικού σουρεαλισμού. Τότε που αποτελούσε κίνημα με αίσθηση συλλογικότητας και οι οπαδοί του συγκεντρώνονταν στο γραφείο υπερπραγματικών ερευνών της οδού Γκρενέλ 15, για να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους και να γράψουν – συχνά από κοινού - τα επαναστατικά κείμενα τους. Οι σουρεαλιστές επιτίθεντο σε ό,τι θεωρούνταν πολιτικές, κοινωνικές και καλλιτεχνικές συμβάσεις. Οι θεωρίες και τα πειράματά τους προπαγανδίστηκαν εκείνη την εποχή με όλα τα μέσα, με κυριότερα το Μανιφέστο του Σουρεαλισμού και το περιοδικό «La Revolution Surréaliste».

Στην παρούσα ανθολογία, από τους σουρεαλιστές που αποτελούσαν τότε τον πυρήνα του κινήματος, ανθολογούνται και μεταφράζονται ποιήματα των: Λουί Αραγκόν, Αντονέν Αρτώ, Ρομπέρ Ντεσνός, Πωλ Ελυάρ, Φιλίπ Σουπώ, Ρενέ Σαρ.

Οι σουρεαλιστές επηρεασμένοι από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ εξερεύνησαν το φαντασιακό των ονείρων, των εκστάσεων και του αυτοματισμού για να κατακτήσουν την ελευθερία του πνεύματος από κάθε είδους συμβάσεις. Το κίνημα ήταν στρατευμένο στη συμφιλίωση των έλλογων και μη έλλογων όψεων της ύπαρξης, της συνειδητής και της ασυνείδητης σκέψης του ατόμου. Οι σουρεαλιστές πίστευαν στη μελλοντική συγχώνευση αυτών των δύο τόσο αντιφατικών φαινομενικά καταστάσεων, του ονείρου και της πραγματικότητας, σ’ ένα είδος απόλυτης πραγματικότητας, την υπερπραγματικότητα. Ο σουρεαλισμός για τους οπαδούς του δεν ήταν μόνο ένα κίνημα λογοτεχνικό, ήταν τρόπος ζωής. Οι σουρεαλιστές αγωνίστηκαν για να επιτραπεί σε κάθε άνθρωπο να ερευνήσει τις διαδικασίες απελευθέρωσης που προτείνει.

Αυτό διαφαίνεται και στη διακήρυξη του Γραφείου Υπερπραγματικών Ερευνών της 27ης Ιανουαρίου 1925, την οποία συνέταξε ο Αρτώ και συμπεριλαμβάνεται μεταφρασμένη στην ανθολογία. Οι υπερπραγματιστές δήλωναν μεταξύ άλλων:

…Ο Υπερπραγματισμός δεν είναι μια μορφή λογοτεχνική. Είναι η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του αποφασισμένο να συνθλίψει απελπισμένα τις αλυσίδες του, εν ανάγκη χτυπώντας τες με υλικότατα σφυριά.

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής θέλει να παρουσιάσει τα κοινά στοιχεία της ποιητικής έκφρασης αυτών των συγγραφέων κατά το διάστημα που αποτελούσαν μια ποιητική κοινότητα. Τα ποιήματα της περιόδου εκείνης είναι καταθέσεις πάθους μιας νεότητας που έζησε τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και που επιζητούσε να αλλάξει τα δεδομένα να εμπλουτίσει με μαγεία τον ορθολογισμό της πραγματικότητας. Η ανθολογία δεν είναι συστηματική και δεν διεκδικεί δάφνες εξαντλητικότητας, αναφέρει ο Ζ. Δ. Αίναλής στο εισαγωγικό του σημείωμα. Έτσι υπάρχουν απουσίες, με εκκωφαντική εκείνη του Μπρετόν, για την οποία εξηγεί τους προσωπικούς του λόγους.

Το γεγονός ότι αντανακλά το γούστο και τις προτιμήσεις του μεταφραστή προσδίδει στην ανθολογία μοναδικότητα. Τα ποιήματα συνδυασμένα για πρώτη φορά μαζί και μεταφρασμένα στα ελληνικά με κάποιους ιδιωματισμούς της γλώσσας και με το πάθος που τους αναλογεί, ανανεώνονται και εμβαπτίζονται στο σήμερα, σαν μια νέα εμπειρία.

Ποιήματα που προέρχονται από ένα κύμα ονείρων· θαρρείς πως οι λέξεις τους κάποια στιγμή θα ξεγλιστρήσουν από το χαρτί, θα ξεφύγουν, για να κολυμπήσουν σαν ψάρια στον ουρανό.

Ποιήματα που φαντάζουν εκκεντρικά ακόμα και σήμερα μετά από τόσα και τόσα ποιήματα που έκτοτε έχουν γραφτεί, μετά από τόσους και τόσους ποιητές που έχουν ζήσει και έχουν περάσει. Διασχίζουν το χρόνο, συναντάνε το παρόν, προκαλούν πάλι με τις ανήσυχες λέξεις τους που μοιάζουν με το ανήσυχο πνεύμα των δημιουργών τους.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

* Ο μεταφραστής ανανεώνει την απόδοση στα ελληνικά του όρου "surréalisme", μεταφράζοντάς τον ως "υπερπραγματισμό", αντί του όρου "υπερρεαλισμός" που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα. Η πρωτοβουλία του ταιριάζει με το ύφος και το πνεύμα της ανθολογίας.

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από τα ποιήματα που ανθολογούνται:

LOUIS ARAGON
(1897-1982)
Από τη συλλογή Η αέναη κίνηση (1926)

Ύπνος Μολύβδου
(στον Philippe Soupault)

Ο αγουροξυπνημένος κοιμώμενος αντικρίζει τη ζωή με μάτια
Μικρού παιδιού
Κοιμώμενε ποιο σύννεφο σκιάζει το γαλάζιο του μετώπου σου
Ο άνθρωπος κουνάει ένα κεφάλι πιο βαρύ κι από την καταιγίδα
Θα ήθελε να παίξει μήλα μα δεν μπορεί Είν’ ολομόναχος
Η μπάλα του ήλιου ματαίως του δίνεται
Ματαίως οι στεφάνες των γεφυρών
Ματαίως….

Ποίημα μπέρτας και ξίφους
Οι καβαλάρηδες της καταιγίδας κρεμιούνται απ’ τα ρολά των μπακάλικων
Αναποδογυρίζουν τα κιβώτια με το γάλα σαν κορυδαλλοί
Γυρνούν τριγύρω απ’ τα κεφάλια
Πάνε νοσταλγικά και κάθονται στην γενειοφόρα μπάλα των μπαρμπέρηδων
                                                         Καβαλάρηδες της καταιγίδας
                                                         Τι κάνατε τα γάντια σας…
ROBERT DESNOS
(1900-1945)

Τα τοπία του ύπνου
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν βέβαια τα επτά θαύματα του κόσμου,
Η γοητεία, το μεγαλείο κι η τραγικότητα.
Τα δάση συγκρούονται σύγχυση τα πλάσματα των θρύλων
κρυμμένα στα ρουμάνια.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα υπάρχει το βήμα του μακρινού στρατολάτη
κι εκείνο του δολοφόνου
κι εκείνο του λοχία της πόλης και το φως των φανοστατών
και του φαναριού του ρακοσυλλέκτη.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα περνάνε τα τρένα και τα βαπόρια
και οι αντανακλάσεις των χωρών που ξημερώνει.
Οι τελευταίες ανάσες του λυκόφωτος κι οι πρώτες ανατριχίλες της αυγής.
Yπάρχεις εσύ.
Ένας ήχος πιάνου, μια έκρηξη φωνής.
Η πόρτα που κλείνει. Ένα ρολόι.
Και όχι μόνο τα πλάσματα και τα πράγματα και οι ένυλοι ήχοι.
Αλλά ακόμα κι εγώ που με καταδιώκω αδιάκοπα δίχως ποτέ να με ξεπερνώ.

[…]


PAUL ELUARD
(1895-1952)

Από τη συλλογή Τ΄απόκρυφα μιας ζωής ή η ανθρώπινη πυραμίδα
                                (1926)

…Βλέπω τα χέρια της να ξαναβρίσκουν το φως τους και ν’ αργοσηκώνονται σα λουλούδια μετά τη βροχή. Οι φλόγες των δακτύλων της ψηλαφούν τις φλόγες τ΄ουρανού κι η αγάπη που μεταφέρουν κάτω απ’ τα φύλλα, κάτω απ΄τη γη, μέσα στα ράμφη των πουλιών, μ΄επαναφέρει στον εαυτό μου, σ΄εκείνο που κάποτε ήμουν.

Ποιο να’ναι αυτό το πορτρέτο που συνθέτω; Η ζωή που εμψυχώνω, δεν είναι η ανακτημένη μνήμη μου, όλοι οι παλιοί μου πόθοι, τ' άγνωστά μου όνειρα, μια ολόκληρη, πραγματική πάλλευκη δύναμη που αγνοούσα, που είχα λησμονήσει;

Πίστευα πια πως δεν την αγαπώ και γινόμουν ένα με τη νύχτα. Ήταν ελεύθερη, μπορούσε να περιπλανιέται. Έλα όμως που την ξαναβρίσκω, έλα που περιορίζω, ξανά τον ορίζοντά της.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου