Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Ποιητών έρημη χώρα

(© Aquasixio on DeviantArt)
Ποιητών έρημη χώρα. Αυτή η χώρα. Η άλλη χώρα. Γεμάτη δρόμους μαστιγωμένους, με απόκρυφες πτυχές και αναπάντεχα κοιμητήρια. Που λησμόνησε την καταγωγή της. Την ψυχή της. Πικρή, παγιδευμένη, γονατισμένη, με τον άνεμο να φυσά ξεριζώνοντας εικόνες και λέξεις, με το ρόγχο του μέλλοντός της στα πατώματα.

Χώρα πνιγμένη στο σάλιο και στις εκκρίσεις. Λιώνει μεθοδικά στο μυαλό των ανθρώπων, το κούφιο γέλιο της σε καθηλώνει, σε φέρνει στο στόμα της καταιγίδας, θολώνοντας το δρόμο του πουλιού, σκορπίζοντας τα δάκρυα των ειλώτων, τα δάκρυα των σκοτωμένων.

Ταξιδεύει με τους ώμους σκυφτούς, χωρίς μάτια, χωρίς γλώσσα, χωρίς αφή. Το φιλί της αιωρείται στο βάθος αδιάφορων καιρών. Αναπνέει βαριά, σέρνεται επιδέξια σαν φίδι άλλης εποχής. Καμώνεται διαρκώς την παρεξηγημένη και την ανήξερη. Σε ναρκώνει με πατήματα κρυφά και ψιθύρους εγγαστρίμυθους, σε στερεύει, σ’ εκμηδενίζει. Σε πλησιάζει, προσποιείται ένα χαμόγελο από λαχτάρα και φως, ξεθαρρεύεις και σε καρφώνει πισώπλατα.

Απρόσιτη χώρα, μονωμένη σε τοίχους ορόφους, σ’ αχανή ποτήρια σφηνάκια και κονσέρβες υπολογιστών. Συμπαγής. Στέκει εκεί, ανάμεσα σε ήχους αγνώστων γειτόνων και περαστικών, φτύνοντας εξατμίσεις, κεραίες και κέρματα.

Μια μαζική ασθένεια την κατατρώει ποντικών κι αναμορφωτών, εδραιώνοντας την τάξη του χρήματος, αλέθοντας τα όνειρα. Αποκομμένη από κείμενα διδασκάλων, δεν έχει κήπο, μήτε τραγούδια. Μονάχα συνθήματα παλιά, κώδικες και κωδικούς που λίγδιασαν με τα χρόνια, λόγια κολλαριστά που ξεπουλήθηκαν στα μπαλκόνια. Με τη μνήμη της να σκαλίζει διαρκώς το φόβο, απλώνοντας συρματοπλέγματα, αριστεύοντας ανθρωποφύλακες, ξεσηκώνοντας ανέμους και θύελλες.

Παντέρημη χώρα, διαβρωμένη σαν όστρακο από την παλίρροια και την άμπωτη, οξειδωμένη από τη φτέρνα ως τον κρόταφο. Σαλεύει σε θάλασσες από κάρβουνο. Σβήνει σαν κάρβουνο. Ακούς το βουητό της σαν από φωτιές και ποδοβολητά νικημένης περιπέτειας, σαν από τριγμούς μακρύ σιδηρόδρομου που λοξοδρομεί στο τίποτα. Υπάρχει και δεν υπάρχει.

Μια τελειωμένη χώρα ποιητών που παραδέρνουν στην απέναντι όχθη της, φορτωμένοι λαίλαπες και λιγωμένους λυγμούς, δονούμενοι από υπόκωφες αντηχήσεις και πνευστές συγχορδίες του σώματος. Ριζικά μόνοι, σκηνίτες περιπλανώμενοι να πορεύονται στην τραχιά τυραννία της σκέψης, προς την Ιδέα. Παμπάλαιο χιόνι, αθέατο, στρώνει το δρόμο τους. Παμπάλαια φεγγάρια τους οδηγούν σ’ επικίνδυνες αναρριχήσεις και κατακρημνίσεις. Κακοί ανεμοστρόβιλοι τους παρασέρνουν μαζί με τα παλιόχαρτα, με τη σκόνη και τ’ αερικά. Με ποια γλώσσα ν’ αντιπούν, ποια προσευχή να πουν μπροστά στο θεό για τη χώρα τους;

Κάθε απώλεια τους προκαλεί. Προκαλεί την ψυχή τους, τη δοκιμάζει, την καταπίνει. Σηκώνονται. Πέφτουν. Ξανασηκώνονται. Κάθε τους πτώση μοιάζει ατέρμονη, μια συνεχής περιδίνηση στο κενό. Στο γόο του τέλους. Στην αρχική τους μήτρα.

Ποιητών έρημη χώρα. Που πορεύονται μες στα πουκάμισα της καταιγίδας μετρώντας και περιμένοντας. Τους αρκεί το βορινό παράθυρο προς τη νύχτα με τη μισή σελήνη να τους γυρίζει μέσα στο χρόνο. Τους αρκεί που μιλούν μέσα τους, ακούγοντας άλογα κι άλογα να καλπάζουν. Σκύβοντας στην ψυχή των παιδιών, των παιδιών με τη μεγάλη απορία στα μάτια.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου