Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

“Γονυπετείς” της Τζούλιας Γκανάσου

Παίρνοντας στα χέρια του τους Γονυπετείς, ο αναγνώστης είναι αδύνατο να μην παρατηρήσει ότι το οπισθόφυλλο και το δεξί αυτάκι είναι γεμάτα διθύραμβους από διάφορες πηγές, ραδιοφωνικές και διαδικτυακές.Το γεγονός αυτό από μόνο του ενδέχεται να κάνει δύσπιστο τον αναγνώστη. Πόσο δε μάλλον που, ξεκινώντας την ανάγνωση, μπορεί να βρεθεί να αναρωτιέται, στις πρώτες σελίδες, αν όλο το βιβλίο θα αναλωθεί στον εσωτερικό μονόλογο της πρωταγωνίστριας με τα συχνά flash back και τις αόριστες αναφορές σε κάποιον πρώην σύζυγο ή στη διαρκή υπενθύμιση του πόσο κοπιαστική και επώδυνη για το σώμα είναι η διαδικασία της ανάβασης στα γόνατα.  

Αυτά μέχρι τη μέση περίπου του -μικρού σε έκταση- βιβλίου. Εκεί, στη μέση, σχεδόν ανεπαίσθητα, η αφήγηση αρχίζει να παίρνει διαφορετική τροπή, μια τροπή που, διαρκώς κλιμακούμενη, δημιουργεί αφόρητη ένταση μέχρι το τέλος – ένα τέλος που μένει ανοικτό γιατί, ακόμη και στις πορείες που φαίνονται προδιαγεγραμμένες, πάντα υπάρχει μια ελπίδα, ακόμη κι η προσμονή για το θαύμα.

Η νουβέλα λοιπόν εξελίσσεται, από τη μέση και μετά, σε ένα δυνατό αφήγημα, από αυτά που δίνουν γροθιά στο στομάχι. Η γυναίκα που ανεβαίνει με τα γόνατα προς την εκκλησία της Παναγίας της Τήνου, προσμένοντας το θαύμα (αφού όλα τα άλλα μέσα έχουν αποτύχει), αυτοψυχογραφείται, καθώς ο πόνος του σώματος κατά την ανάβαση την οδηγεί σε ενδοσκόπηση και την επικεντρώνει στα πιο σημαντικά συναισθήματά της.

Υπάρχουν βέβαια, όχι λίγα, σημεία που ο αναγνώστης θα νιώσει ότι τα πράγματα τραβιούνται από τα μαλλιά, όπως εκεί που περιγράφονται οι απάνθρωπες επιδράσεις της πειραματικής θεραπείας που ακολουθεί ο ασθενής σύζυγος ή οι ακραίες ορμές της προσκυνήτριας οι οποίες την καταλαμβάνουν, καθώς ανεβαίνει προς την εκκλησία. Οι περιγραφές αυτού του είδους δεν ήταν απαραίτητες: το βιβλίο θα ήταν εξίσου δυνατό και χωρίς αυτές. Η παρουσία τους μάλιστα ενδεχομένως υποδηλώνει και έναν βαθμό ανασφάλειας της συγγραφέως: είναι σαν να βρίσκονται εκεί για να σιγουρευτεί ότι το σοκ που θα προκαλέσουν τα γραφόμενά της θα είναι μεγάλο.

Ακόμη κι έτσι, όμως, η νουβέλα παραμένει ένα ισχυρό ανάγνωσμα, που αντικρίζει με βαθύ και διεισδυτικό τρόπο το ζήτημα της ασθένειας και της θεραπείας, αλλά και της ψυχολογίας των ασθενών και των ανθρώπων που ζουν μαζί τους και τους φροντίζουν. Ειδικά όσον αφορά τους τελευταίους, το βιβλίο διατρέχει όλο το φάσμα από την ταύτιση με τον ασθενή, τη συμπόνια, την ανάγκη της επιβίωσης, τον πειρασμό της εκμετάλλευσης, μέχρι τη λαχτάρα για ζωή. Στον αντίποδα, κινούνται η ελπίδα του ασθενή, η επιμονή παρά τις απανωτές διαψεύσεις, η ματαίωση και η τελική απόφαση της παράδοσης. Και βέβαια, το σημείο χωρίς επιστροφή: εκεί που ο ασθενής γίνεται η σκιά του εαυτού του, έχοντας πια χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

Το βιβλίο ισοδυναμεί λοιπόν με μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής υπό συνθήκες ακραίου στρες και υπό τη σκιά του θανάτου. Πρόκειται για μια ανατομία η οποία δανείζεται στοιχεία από την επιστημονική φαντασία, καθώς η ιατρική πρόοδος και το πείραμα βρίσκουν τρόπο να μπουν στη ροή, αντιμέτωπα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια – κι, επομένως, να κατακριθούν δεόντως.

Συνολικά, ωστόσο, οι Γονυπετείς είναι – έστω και εν τη υπερβολή τους – μια οδυνηρή εξομολόγηση που δεν κρατά τίποτα κρυφό, μια πυκνή και βαθιά καταγραφή στοιχείων της πραγματικότητας που δεν αντέχονται. Αλλά, ποιος είπε ότι λογοτεχνία γράφεται μόνο γι’ αυτά που αντέχονται; 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου