Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Έλληνες ποιητές-δημοσιογράφοι στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα

Η σχέση λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας είναι όχι μόνο πολύπλευρη, αλλά και διαρκώς μεταβαλλόμενη: πρόκειται για μια σχέση πότε ανταγωνιστική (όπου η λογοτεχνία στερεοτυπικά αξιολογείται ως υψηλή τέχνη και η δημοσιογραφία ως αγοραία τεχνική[1]) και πότε διαδραστική και αλληλοτροφοδοτούμενη. Άλλωστε, η προσπάθεια του δημοσιογράφου «να συλλάβει την αλήθεια της τρέχουσας ιστορίας» έχει θεωρηθεί per se πράξη «βαθύτατα ποιητική» σύμφωνα με ορισμένες απόψεις,[2] την ίδια στιγμή που αφθονούν τα παραδείγματα λογοτεχνών οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη δημοσιογραφία, για βιοποριστικούς λόγους ή λόγω του prestige που χαρίζει η απεύθυνση σε ένα διασφαλισμένο, ευρύ αναγνωστικό κοινό. Όχι ότι στις μέρες μας δεν εξακολουθούν να ασχολούνται, όμως επειδή τα όρια της λογοτεχνικότητας σήμερα έχουν αποδειχθεί περισσότερο ελαστικά από ό,τι σε παλαιότερες εποχές, στο παρόν άρθρο θα εστιάσουμε στο χρονικό διάστημα από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ού και μάλιστα θα περιορίσουμε το εύρος ακόμη πιο πολύ, απομονώνοντας μόνο τους ποιητές που ασχολήθηκαν με τη δημοσιογραφία.

Στην αλλαγή του 19ου προς τον 20ό αιώνα, με άλλα λόγια στη δεύτερη 50ετία της ζωής του νεότερου ελληνικού κράτους, η χώρα διένυε την εποχή της «εφημεριδοκρατίας»,[3] όπου ο Τύπος ήταν ανανεωμένος και καθημερινής πλέον κυκλοφορίας και το ζητούμενο ήταν η ποιοτική πλαισίωση της είδησης,[4] ενώ ενδιέφερε και η λογοτεχνία του Τύπου, στο πλαίσιο της οποίας γράφονταν και φιλοξενούνταν στις εφημερίδες επιφυλλιδικά λογοτεχνικά έργα (πρωτότυπα ή σε μετάφραση), σύμφωνα και με τις αντίστοιχες τάσεις που είχαν αναπτυχθεί ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα στην Ευρώπη.[5]

Με αλφαβητική σειρά, από τους Έλληνες ποιητές αυτής της περιόδου που ασχολήθηκαν με τη δημοσιογραφία πρώτο σημειώνουμε τον Γιώργο Αθάνα (κατά κόσμον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, 1893-1987). Ο Αθάνας, ο οποίος φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία επί εικοσιπέντε χρόνια, ως συνεργάτης των εφημερίδων Ακρόπολις, Πολιτεία, Αθηναϊκή και Νέος Κόσμος. Σταδιοδρόμησε όμως ως πολιτικός και διετέλεσε μέχρι και πρωθυπουργός τον Ιούλιο του 1965, για να παραιτηθεί ωστόσο λίγες μέρες αργότερα, όταν η κυβέρνησή του καταψηφίστηκε από τη Βουλή.

Δεύτερο κατά σειρά απαντούμε τον Κώστα Βάρναλη (1884-1974), ο οποίος απομακρύνθηκε από την εκπαίδευση λόγω του μεταρρυθμιστικού πνεύματος που σηματοδότησαν τα «Μαρασλειακά»[6] και άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες το 1926, γράφοντας κυρίως χρονογραφήματα για την Αθήνα. Μάλιστα ορισμένα από τα χρονογραφήματα αυτά, εκείνα της περιόδου 1939-58, συγκεντρώθηκαν από τον Νίκο Σαραντάκο σε μία έκδοση, η οποία τιτλοφορήθηκε Αττικά και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο το 2016. Στα χρονογραφήματά του ο Βάρναλης μιλούσε για την Αθήνα της εποχής του ως ενήλικα, αλλά και για την Αθήνα των παιδικών του χρόνων (και όταν λέμε «Αθήνα» δεν εννοούμε μόνο την πόλη, αλλά και τις γύρω εξοχές μέχρι τη Ραφήνα και τον Μαραθώνα).

Έπεται ο Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951), ο οποίος άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες όπως οι Καλησπέρα σας (το 1879), Σημαία (1880) και Άστυ (1890-91), ενώ ανέλαβε από τον Παύλο Διομήδη και τη διεύθυνση του εβδομαδιαίου λογοτεχνικού περιοδικού Η Εστία, το οποίο μετέτρεψε σε καθημερινή εφημερίδα το 1894.

Ακολουθεί ο Κ.Π. Καβάφης (1863-1933), για τον οποίο γνωρίζουμε μόνο ότι συνεργαζόταν με την εφημερίδα Τηλέγραφος από το 1886 και εξής. Δεν γνωρίζουμε πολλά ούτε για τον Δημήτρη Καμπούρογλου (1852-1942), παρά μόνο ότι  από το 1873 έως το 1881 ανέλαβε την αρχισυνταξία της Εφημερίδος του εκδότη Δημήτριου Κορομηλά. Το 1881, διαφωνώντας με τον Κορομηλά, αποχώρησε από την Εφημερίδα και ίδρυσε δική του, που την ονόμασε Νέα ΕφημερίςΛίγα γνωρίζουμε και για τον Μιλτιάδη Μαλακάση (1869-1943), ο οποίος από το 1893 αρθρογραφούσε, μεταξύ άλλων, στις εφημερίδες Εστία, Άστυ και Ακρόπολις.

Αντιθέτως, για τον Τίμο Μωραϊτίνη (1875-1952), ο οποίος ονομάστηκε «εφοπλιστής λόγιος» λόγω και των μεγάλων αμοιβών που έπαιρνε από τις συνεργασίες του με εφημερίδες της εποχής – έως και πέντε, ορισμένες φορές, ημερησίως[7] - ξέρουμε σαφώς περισσότερα. Πρωτοεμφανίστηκε, έφηβος ακόμη, στη Σκριπ το 1893 και στην Εμπρός το 1896. Αργότερα και στην Ακρόπολη, της οποίας έγινε διευθυντής το 1905. Επί μισό αιώνα έγραφε το καθημερινό πρωτοσέλιδο χρονογράφημα σε ημερήσιες εφημερίδες: την Εστία, την Καθημερινή, την Αθηναϊκή, τους Καιρούς, τον Χρόνο, την Εφημερίδα, τη Βραδυνή κ.ά. Το 1912 εξέδωσε δική του εφημερίδα, τα Αθηναϊκά Νέα, μια προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε λόγω της στράτευσής του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου ωστόσο συνέχισε την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία, πλέον ως πολεμικός ανταποκριτής. Το 1925 ξεκίνησε η 25ετής συνεργασία του με το Έθνος και το 1938 ανέλαβε πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συντακτών.

Γνωστή περίπτωση ποιητή-δημοσιογράφου είναι και εκείνη του Παύλου Νιρβάνα, κατά κόσμον (ιατρού) Πέτρου Κ. Αποστολίδη (1866-1937), ο οποίος ήδη σε νεαρή ηλικία δημοσίευε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια.[8] Το 1884 άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα στις εφημερίδες Ακρόπολις και Άστυ και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο «κύριος Άσοφος».

Με τη δημοσιογραφία ασχολήθηκε και ο Κώστας Ουράνης, κατά κόσμον Κλέαρχος Νιάρχος (1890-1953). Όταν το 1908 ήρθε στην Αθήνα από την Κωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκε και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, έγραφε για κάποιο διάστημα στην εφημερίδα Ακρόπολις, μια συνεργασία που σταμάτησε όταν εκείνος αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Όταν αυτές τελείωσαν και επέστρεψε στην Αθήνα, συνεργάστηκε με το Ελεύθερο Βήμα, τον Εθνικό Κήρυκα της Αμερικής κ.ά. εφημερίδες, ενώ διετέλεσε και διευθυντής του Ελεύθερου Λόγου. Διετέλεσε επίσης διευθυντής και ανταποκριτής της μεγάλης εφημερίδας του Καΐρου Αλ Αχράμ στην Ελλάδα, ενώ, όπως ο Μωραϊτίνης, ήταν και εκείνος πολεμικός ανταποκριτής.

Ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943) συνεργάστηκε και αυτός με διάφορες εφημερίδες από το 1875 και μετά, χρησιμοποιώντας κατά καιρούς ψευδώνυμα, όπως τα «Κώστας», «Διαγόρας», «Ονολουλού», «W» ή «Φλόρα Μιράμπιλης». Από το 1878 συνεργάστηκε και με πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες, όπως οι Ραμπαγάς και Μη χάνεσαι. Σε απόσπασμα επιστολής του προς τον Βλάση Γαβριηλίδη (εκδότη της εφημερίδας Ακρόπολη), διαβάζουμε: «Ποιητή βέβαια με κράτησε να λογίζομαι το κυρίαρχο είδος της εργασίας μου, μα ποτέ δεν ξεχώρισα και ποτέ δεν το διέκρινα από την άλλη μου και από την όλη μου… δημοσιογραφική εργασία… Είμαι δημοσιογράφος και δεν το παρατρέχω, ούτε μπορώ να λησμονήσω το γένος μου… Γνωρίζουμε κι από την ιστορία πως οι δεινότεροι που συμβολίζουν τον πνευματικό κόσμο περάσανε συχνά από τη δημοσιογραφία».[9]

Ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911), ο οποίος κατατάσσεται εδώ βάσει του ποιητικού του έργου (παρ’ όλο που ήταν ήσσον), συνεργάστηκε, δημοσιεύοντας ιδίως μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά και τα γαλλικά,  με διάφορες εφημερίδες – μεταξύ αυτών και με την Ακρόπολη έναντι υπέρογκης για τα δεδομένα της εποχής του αμοιβής (200-250 δρχ./μήνα). Δημοσίευε επίσης διηγήματα, μυθιστορήματα συνεχείας, επετειακά κείμενα και έγραφε ενίοτε και τον Καζαμία.[10] Παρ’ όλα αυτά, λόγω του πενιχρού ταλέντου του στην οικονομική διαχείριση παρέμενε φτωχός, χωρίς χρήματα ούτε για ρούχα, γι’ αυτό κυκλοφορούσε κουρελής. Ενδεικτικό της σύγχυσής του όσον αφορούσε τα οικονομικά είναι ένα περιστατικό που διασώζεται από τον Π. Νιρβάνα: ο διευθυντής της εφημερίδας Άστυ του προσέφερε μισθό 150 δρχ., για να λάβει από τον Παπαδιαμάντη την απάντηση: «Πολλές είναι 150. Με φτάνουν 100»![11]

Και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940), που επίσης δεν έμεινε γνωστός για το ποιητικό του έργο, ήταν όμως υπαρκτό, έφερε την ιδιότητα του δημοσιογράφου. Μάλιστα σε αυτόν αποδίδεται η φράση «για να βγει η εφημερίδα πρέπει να φάει λογοτέχνη», η οποία αντανακλά τη διαδεδομένη τότε (αν όχι ακόμη σήμερα) πεποίθηση ότι η δημοσιογραφία ως επαγγελματική συνθήκη αποτελούσε βωμό, στον οποίο θυσιαζόταν η λογοτεχνικότητα.[12] Ωστόσο, ο ίδιος συνεργαζόταν από το 1898 με εφημερίδες όπως Η εφημερίδα των συζητήσεων, Χρόνος και Σκριπ. Μάλιστα στη Σκριπ διετέλεσε αρχισυντάκτης από το 1900 έως το 1905. Την περίοδο 1908-10 βρέθηκε στο Παρίσι, ως ανταποκριτής της εφημερίδας Εμπρός, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε σε γαλλικές εφημερίδες. Πολλά από τα κείμενα των ανταποκρίσεών του δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό του στο βιβλίο Παρισινά Γράμματα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας και, σε άλλη έκδοση, με τον τίτλο Αλήθεια είναι εκείνο που δεν πρέπει να λέγεται - 90 παρισινά γράμματα από τις εκδόσεις Αρμός (2010). Επιστρέφοντας από το Παρίσι, ο Παπαντωνίου συνέχισε να εργάζεται ως ανταποκριτής, αρθρογράφος και αρχισυντάκτης για άλλα τρία χρόνια στην Εμπρός.


Ακολουθεί ο Σωτήρης Σκίπης (1881-1952), ο οποίος έγραφε σε πολλές εφημερίδες. Μάλιστα, πυροβολήθηκε(!) έξω από μία, στην οποία εργαζόταν τότε, τη Σκριπ, όταν ένας άλλος ποιητής, ο Ηλίας Κουλουβάτος, ο οποίος αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα, θεώρησε το θεατρικό έργο του Σκίπη Ξεφαντώματα προσβλητικό για τον ίδιο. Αποτέλεσμα της επίθεσης ήταν ο Σκίπης να μεταφερθεί, βαριά τραυματισμένος, στο Αρεταίειο. Η δίκη του Κουλουβάτου στο Κακουργιοδικείο ήταν από τις σημαντικότερες φιλολογικού χαρακτήρα δίκες και έληξε με την αθώωση του δράστη λόγω ακαταλόγιστου.

Επόμενος είναι ο Γεώργιος Σουρής (1853-1919), ο γνωστός σε όλους για τους πολιτικούς-σατιρικούς του στίχους. Σε ηλικία 30 ετών (συγκεκριμένα στις 2.4.1883), ο Σουρής εξέδωσε το πρώτο φύλλο μιας εφημερίδας, την οποία ο Δροσίνης βάπτισε Ο Ρωμηός. Επρόκειτο για μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα που κυκλοφόρησε αδιαλείπτως έως τις 17.11.1918, εκδίδοντας συνολικά 1.444 τεύχη και δύο παραρτήματα.

Τελευταίος στη λίστα, για την οποία διατηρείται η επιφύλαξη ότι δεν είναι εξαντλητική, είναι ο Ρώμος Φιλύρας, κατά κόσμον Ιωάννης Οικονομόπουλος (1888-1942). Από το 1903, μαθητής του Γυμνασίου ακόμη, άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά της εποχής (ΝουμάςΔιάπλαση των ΠαίδωνΑκρόπολιςΠρόοδοςΝέα ΕλλάςΠατρίς κ.ά.), όπου δημοσίευε  ποιήματα, χρονογραφήματα και παρουσιάσεις βιβλίων.

Οι περισσότερες δημοσιογραφικές συνεργασίες  των ποιητών αφορούσαν, αν όχι τη δημοσίευση ποιημάτων ή άλλων λογοτεχνικών έργων σε πρωτότυπο ή από μετάφραση, όπως επισημάνθηκε στην αρχή, τη συγγραφή χρονογραφημάτων, ταξιδιωτικών κειμένων και ημερολογίων,[13] που αναπόδραστα δανείζονται από την επικαιρότητα με συνέπεια να προσεγγίζουν καλύτερα το δημοσιογραφικό ιδίωμα. Η εικόνα πάντως είναι σαφής: η λογοτεχνία ενσωματώθηκε με ποικίλους τρόπους στη δημοσιογραφία, μαρτυρώντας την «πορώδη φύση των ορίων ανάμεσα στις δύο δραστηριότητες».[14] Το είπε γραφικά και ο Μάριος Πλωρίτης: «οι σχέσεις Λογοτεχνίας και Τύπου θυμίζουν τα ζευγάρια εκείνα του Strinberg, που συζούν αλλά μισούνται, που μισούνται αλλά δεν μπορούν να κάνουν ο ένας χωρίς τον άλλον».[15]

Δεν εξετάσαμε βέβαια το αντίστροφο: τις στιγμές που η δημοσιογραφία εισδύει στη λογοτεχνία, επιδρώντας στην ιδιοσυγκρασία της. Αλλά αυτό θα ήταν το αντικείμενο ενός άλλου άρθρου.[16]


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 39 του ηλεκτρονικού περιοδικού vakxikon.gr.



[1] Χατζησαββίδης, Σ. (1999), Ελληνική γλώσσα και δημοσιογραφικός λόγος, Αθήνα: Gutenberg.
[2] Βερβεροπούλου, Ζ. (2008), «Τρόποι της δημοσιογραφίας στο σώμα της λογοτεχνίας», Δια-κείμενα, τεύχ. 10, Θεσσαλονίκη: Εργαστήριο Συγκριτικής Γραμματολογίας, 43-56. Διαθέσιμο στο: https://auth.academia.edu/ZoeVerveropoulou.
[3] Μουλλάς, Π. (1993), Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Αθήνα: Σοκόλης.
[4] Γιώτη, Α. (2015), «Δημοσιογραφική λογοτεχνία ή λογοτεχνική δημοσιογραφία» στο Βασίλης Βασιλειάδης & Κική Δημοπούλου (επιμ.), Σελιδοδείκτες (για την ανάγνωση της λογοτεχνίας), Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 32–42. Διαθέσιμο στο www.academia.edu.
[5] Enkemann, Jurgen (1983), Journalismus und Literatur. Zum Verhältnis von Zitungwesen, Literatur unt Entwicklung bűrgerlicher Őffentlichkeit in England im 19. und 18. Jahrhundert, Tübingen: Niemeyer.
[6] Πρακτορείο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «Ο Κώστας Βάρναλης αθηναιογράφος», ανάρτηση της 21.12.2016: http://www.amna.gr/article-pagination.php?id=136095. Ημ/νία πρόσβασης: 29.8.2017.
[7] http://www.timos-moraitinis.gr/.
[8] http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=295.
[9] http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1081/973.
[10] Καραβία, Μ. (1991), «Δημοσιογραφία και λογοτεχνία», , γραμμένο στο πλαίσιο αφιερώματος με τίτλο «Λογοτεχνία και δημοσιογραφία» στο περ. Η λέξη, τχ. 104.
[11] http://kourdistoportocali.com/news-desk/3614/.
[12] Γιώτη, Α. (2015), ό.π.
[13] Για αναλυτικότερη μελέτη των λογοτεχνικών ειδών που ενσωματώθηκαν στο δημοσιογραφικό πεδίο, βλ. Γιώτη, Α. (2015), ό.π.
[14] Βερβεροπούλου, Ζ. (2008), ό.π.
[15] Πλωρίτης, Μ. (1991), «Love-Hate», περ. Η λέξη, ό.π.
[16] Στην πραγματικότητα, ένα τέτοιο άρθρο έχει ήδη γραφτεί από τη Ζωή Βερβεροπούλου, επικ. καθηγήτρια στο ΑΠΘ. Είναι το Βερβεροπούλου, Ζ. (2008), ό.π.

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Τέσσερα ποιήματα του σύγχρονου Αμερικανού ποιητή Stephen Dunn

Ο Στήβεν Νταν (Stephen Dunn, 1939-) είναι Αμερικανός ποιητής και επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Richard Stockton. Έχει εκδώσει 18 ποιητικές συλλογές. Έλαβε το βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή Different Hours,  έχει βραβευθεί από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων και ήταν στη βραχεία λίστα για το εθνικό βραβείο βιβλιοκριτικών (National Book Critics Circle Award). Ζει στο Φρόστμπουργκ του Μέριλαντ. Τα ποιήματα προέρχονται από την πιο πρόσφατη συλλογή του, Whereas (NY: W.W.Norton & Company, 2016), στην οποία ο ποιητής εξετάζει τις δυσκολίες του να λέμε την αλήθεια, καθώς και τους μύθους με τους οποίους επιλέγουμε να ζούμε.


MOON SONG

The moon’s silence was an invitation to invent its powers,
so when in love we spoke about its influence,
how, even when it was on the other side
of the world, we felt it urging us toward each other.
We’d known for years it could move oceans, cause catastrophes,
but these days it seemed more powerful than ever–

leeves broken, towns under water, heartrending diminutions.
It happened with and without us, was never our fault.
Once we might have blamed a vengeful god,
long since forsaken. Now we looked to meteorologists
for explanations, and with visible excitement

they gave us what we needed, those daily portals into havoc,
which allowed us to be elsewhere, on a couch, say,
in a distant living room with an alibi, as if someone else
were responsible. Nighttime or daytime, the moon rewired
our universe. Words came to us, and we turned
them into song. We even learned to believe them.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Η σιωπή της σελήνης ήταν μια πρόσκληση να επινοήσουμε τις δυνάμεις της,
έτσι όταν ήμασταν ερωτευμένοι μιλούσαμε για την επίδρασή της,
το πώς, ακόμη κι όταν βρισκόταν στην άλλη πλευρά
του κόσμου, τη νιώθαμε να μας σπρώχνει τον έναν προς τον άλλον.
Ξέραμε από παλιά πως μπορούσε να κινήσει ωκεανούς, να προκαλέσει καταστροφές
όμως εκείνες τις μέρες έμοιαζε πιο ισχυρή από ποτέ–

σπασμένοι κυματοθραύστες, πόλεις κάτω από το νερό, σπαραξικάρδιες απογοητεύσεις.
Συνέβη με και χωρίς εμάς, δεν ήμασταν ποτέ υπεύθυνοι.
Κάποτε ίσως να κατηγορήσαμε έναν εκδικητικό θεό,
που όμως εγκαταλείψαμε. Έπειτα αναζητήσαμε στους μετεωρολόγους
τις εξηγήσεις κι εκείνοι με φανερό ενθουσιασμό

μας έδωσαν αυτό που χρειαζόμασταν, τις ημερήσιες πύλες προς την πανωλεθρία,
που μας επέτρεψαν να είμαστε αλλού, σε έναν καναπέ, ας πούμε,
σε ένα μακρινό καθιστικό με ένα άλλοθι, σαν κάποιος άλλος
να ήταν υπεύθυνος. Νύχτα ή μέρα, η σελήνη εφεύρισκε εκ νέου
το σύμπαν μας. Λέξεις ήρθαν σε μας κι εμείς τις μετατρέψαμε
σε τραγούδι. Μάθαμε ακόμη και να τις πιστεύουμε.

*

 IF IT’S TRUE

If it’s true that objects retain their memories
of being handled, used, even properly admired
for their efficiency, like a spoon, or diminished,
like a toothpick that once was part of something
grand, like a pine or a sequoia,

                then it’s no wonder that some objects
carry themselves with a kind of stainless dignity,
while others seem to enjoy revenge, become splinters
under our fingernails, never forget their capacity
                to right a misuse.

                                                And if it’s true that all objects
made by us soon take on their own personalities,
yet also are driven by what we can’t conceal in ourselves,
this may account for the kind of Frankensteinian power–
meltdowns, monstrous behavior–our children,

no matter how loved, develop to withstand our willfulness.
And if it’s true that they remember being treated
like cogs or toothpicks, or even machines that work perfectly
in public, let us not be surprised when, years later,
they break down in private.


ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Αν είναι αλήθεια ότι τα αντικείμενα κρατούν τη μνήμη
της μεταχείρισης, της χρήσης, ακόμη και της λατρείας
για την αποτελεσματικότητά τους, όπως ένα κουτάλι, ή τη χάνουν,
όπως η οδοντογλυφίδα που κάποτε ήταν μέρος από κάτι
μεγαλειώδες, όπως ένα έλατο ή μια σεκόια,

                τότε δεν είναι απορίας άξιον που ορισμένα αντικείμενα
φέρονται και άγονται με ένα είδος ανοξείδωτης αξιοπρέπειας,
ενώ άλλα μοιάζουν να απολαμβάνουν την εκδίκηση, γίνονται σκλήθρες
μέσα στα δάχτυλά μας, δεν λησμονούν την ικανότητά τους
                να διορθώσουν μια κακομεταχείριση.

                                                Κι αν αληθεύει ότι όλα τα αντικείμενα
που φτιάχνουμε σύντομα αποκτούν δικές τους προσωπικότητες,
ωστόσο ωθούνται επίσης από αυτό που δεν μπορούμε να κρύψουμε μέσα μας,
αυτό ίσως να εξηγεί το είδος της Φρανκενστάνειας δύναμης–
εκρήξεις θυμού, τερατώδη συμπεριφορά–των παιδιών μας,

που όσο κι αν τα αγαπήσαμε, μεγαλώνοντας αντιστέκονται στην ισχυρογνωμοσύνη μας.
Κι αν είναι αλήθεια ότι θυμούνται πως τα μεταχειριστήκαμε
σαν γρανάζια ή οδοντογλυφίδες, ή ακόμη και σαν μηχανές που λειτουργούν τέλεια
μπροστά στον κόσμο, ας μην νιώσουμε έκπληξη όταν, χρόνια μετά,
                                καταρρεύσουν όταν είναι μόνα.

 *

THE ARCHITECT

loved the Mőbius, and the sky’s big suggestion
                of a universe, and now and then
would imagine a heaven as if it were his

to construct and manage, death just a pause
                before the real work would begin.
In truth, and in his practice, he preferred things

that had endings, was sure anything
                that goes on and on
was destined to mislead, be shapeless,

false. But still the idea appealed to him
                the way feelings appeal
to those who feel they should be thinking.

Some, the innocent, would call him the architect
                of infinity, which he wouldn’t correct,
while the rest of us kept as quiet as we could.


Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ

αγαπούσε τον Μέμπιους και το πώς ο ουρανός υποδήλωνε μεγαλοπρεπώς
ένα σύμπαν, και τώρα και τότε
φανταζόταν έναν παράδεισο σα να ήταν δικός του

να τον κατασκευάζει και να τον διαχειρίζεται, ο θάνατος μόνο μία παύση
                προτού αρχίσει η αληθινή δουλειά.
Στην πραγματικότητα, και στο επάγγελμά του, προτιμούσε πράγματα

που είχαν όρια, ήταν σίγουρος πως όλα όσα
                συνεχίζονται αέναα
ήταν προορισμένα να παραπλανούν, να είναι άμορφα,

λάθος. Μα η ιδέα εξακολουθούσε να τον γοητεύει
                όπως γοητεύουν τα αισθήματα
αυτούς που αισθάνονται πως πρέπει να σκέφτονται.

Ορισμένοι, οι αθώοι, τον αποκάλεσαν τον αρχιτέκτονα
του απείρου, το οποίο εκείνος δεν θέλει να διορθώσει,
ενώ εμείς οι υπόλοιποι μείναμε όσο πιο ήσυχοι μπορούσαμε.

 *

 THE REVOLT OF THE TURTLES

On gray forgetful mornings like this
sea turtles would gather in the shallow waters
of the Gulf to discuss issues of self-presentation
and related concerns like, If there were a God
would he have a hard shell and a retractable head,
and whether speed on land
was of any importance to a good swimmer.

They knew that tourists needed to placate
their children with catchy stories, and amuse
themselves with various cruelties
such as turning turtles over on their backs
and watching their legs wriggle.
So the turtles formed  a committee to address

How to Live Among People Who Among
Other Atrocities Want to Turn You into Soup.

The committee was also charged with wondering
if God would mind a retelling of their lives,
one in which sea turtles
were responsible for all things
right-minded and progressive, and men
and women for poisoning the water.

The oldest sea turtle among them knew
that whoever was in control of the stories
controlled all the shoulds and should-nots.

But he wasn’t interested in punishment,
only ways in which power could bring about
fairness and decency. And when he finished speaking
in the now memorable and even deepening

waters of the Gulf, all the sea turtles
began to chant Only Fairness, Only Decency.


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΕΛΩΝΩΝ

Κάτι γκρίζα γεμάτα λήθη πρωινά όπως ετούτο
οι θαλάσσιες χελώνες μαζεύονται στα ρηχά
του Κόλπου για να συζητήσουν θέματα αυτό-εκπροσώπησης
και συναφείς ανησυχίες όπως, Εάν υπάρχει Θεός
θα έχει σκληρό κέλυφος και κεφάλι που τραβιέται,
και αν η ταχύτητα στη γη
έχει καθόλου σημασία για έναν καλό κολυμβητή.

Ήξεραν ότι οι τουρίστες έπρεπε να ησυχάζουν
τα παιδιά τους με συναρπαστικές ιστορίες, και να διασκεδάζουν
τους εαυτούς τους με ποικίλες αγριότητες
όπως με το να αναποδογυρίζουν χελώνες
και να παρακολουθούν τα πόδια τους να στριφογυρίζουν.
Έτσι οι χελώνες σύστησαν επιτροπή που θα διερευνούσε

Πώς να Ζει Κάποιος Ανάμεσα σε Ανθρώπους που Μεταξύ
Άλλων Θηριωδιών Θέλουν να Τον Μετατρέψουν σε Σούπα.

Η επιτροπή ήταν επίσης επιφορτισμένη να αναρωτηθεί
Εάν θα πείραζε τον Θεό μία εκ νέου αφήγηση της ζωής τους,
Μία στην οποία οι θαλάσσιες χελώνες
θα ήταν υπεύθυνες για όλα τα πράγματα
τα σωστά και προοδευτικά, και οι άνδρες
και οι γυναίκες για τη μόλυνση των υδάτων.

Η αρχαιότερη θαλάσσια χελώνα ανάμεσά τους γνώριζε
πως όποιος ήταν υπεύθυνος για τις αφηγήσεις
έλεγχε όλα τα πρέπει και δεν πρέπει.

Αλλά δεν την ενδιέφερε η τιμωρία,
μόνον οι τρόποι με τους οποίους η δύναμη μπορεί να φέρει
δικαιοσύνη και ευπρέπεια. Και όταν σταμάτησε να μιλάει
στα αξιομνημόνευτα πλέον και ολοένα βαθύτερα

νερά του Κόλπου, όλες οι θαλάσσιες χελώνες

άρχισαν να ψάλλουν Μόνο Δικαιοσύνη, Μόνο Ευπρέπεια.

μετάφραση:
Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ. Οι μεταφράσεις πρωτοδημοσιεύθηκαν στο τεύχος 39 του ηλεκτρονικού περιοδικού vakxikon.gr.

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

"ΜιΚΡά αΝΘΟΛΟΓία ΓαΛΛιΚήΣ ΥπερΠΡΑγμΑτικής ΠοιήΣεως" με Πρόλογο-Μετάφραση-Σημειώσεις του Ζ.Δ. Αϊναλή

Η μικρά ανθολογία γαλλικής υπερπραγματικής ποιήσεως σε μετάφραση- ανθολόγηση Ζ. Δ. Αϊναλή περιλαμβάνει ποιήματα της δεκαετίας του 1920 που αποτυπώνουν την πιο γοητευτική και τολμηρή περίοδο του γαλλικού σουρεαλισμού. Τότε που αποτελούσε κίνημα με αίσθηση συλλογικότητας και οι οπαδοί του συγκεντρώνονταν στο γραφείο υπερπραγματικών ερευνών της οδού Γκρενέλ 15, για να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους και να γράψουν – συχνά από κοινού - τα επαναστατικά κείμενα τους. Οι σουρεαλιστές επιτίθεντο σε ό,τι θεωρούνταν πολιτικές, κοινωνικές και καλλιτεχνικές συμβάσεις. Οι θεωρίες και τα πειράματά τους προπαγανδίστηκαν εκείνη την εποχή με όλα τα μέσα, με κυριότερα το Μανιφέστο του Σουρεαλισμού και το περιοδικό «La Revolution Surréaliste».

Στην παρούσα ανθολογία, από τους σουρεαλιστές που αποτελούσαν τότε τον πυρήνα του κινήματος, ανθολογούνται και μεταφράζονται ποιήματα των: Λουί Αραγκόν, Αντονέν Αρτώ, Ρομπέρ Ντεσνός, Πωλ Ελυάρ, Φιλίπ Σουπώ, Ρενέ Σαρ.

Οι σουρεαλιστές επηρεασμένοι από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ εξερεύνησαν το φαντασιακό των ονείρων, των εκστάσεων και του αυτοματισμού για να κατακτήσουν την ελευθερία του πνεύματος από κάθε είδους συμβάσεις. Το κίνημα ήταν στρατευμένο στη συμφιλίωση των έλλογων και μη έλλογων όψεων της ύπαρξης, της συνειδητής και της ασυνείδητης σκέψης του ατόμου. Οι σουρεαλιστές πίστευαν στη μελλοντική συγχώνευση αυτών των δύο τόσο αντιφατικών φαινομενικά καταστάσεων, του ονείρου και της πραγματικότητας, σ’ ένα είδος απόλυτης πραγματικότητας, την υπερπραγματικότητα. Ο σουρεαλισμός για τους οπαδούς του δεν ήταν μόνο ένα κίνημα λογοτεχνικό, ήταν τρόπος ζωής. Οι σουρεαλιστές αγωνίστηκαν για να επιτραπεί σε κάθε άνθρωπο να ερευνήσει τις διαδικασίες απελευθέρωσης που προτείνει.

Αυτό διαφαίνεται και στη διακήρυξη του Γραφείου Υπερπραγματικών Ερευνών της 27ης Ιανουαρίου 1925, την οποία συνέταξε ο Αρτώ και συμπεριλαμβάνεται μεταφρασμένη στην ανθολογία. Οι υπερπραγματιστές δήλωναν μεταξύ άλλων:

…Ο Υπερπραγματισμός δεν είναι μια μορφή λογοτεχνική. Είναι η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του αποφασισμένο να συνθλίψει απελπισμένα τις αλυσίδες του, εν ανάγκη χτυπώντας τες με υλικότατα σφυριά.

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής θέλει να παρουσιάσει τα κοινά στοιχεία της ποιητικής έκφρασης αυτών των συγγραφέων κατά το διάστημα που αποτελούσαν μια ποιητική κοινότητα. Τα ποιήματα της περιόδου εκείνης είναι καταθέσεις πάθους μιας νεότητας που έζησε τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και που επιζητούσε να αλλάξει τα δεδομένα να εμπλουτίσει με μαγεία τον ορθολογισμό της πραγματικότητας. Η ανθολογία δεν είναι συστηματική και δεν διεκδικεί δάφνες εξαντλητικότητας, αναφέρει ο Ζ. Δ. Αίναλής στο εισαγωγικό του σημείωμα. Έτσι υπάρχουν απουσίες, με εκκωφαντική εκείνη του Μπρετόν, για την οποία εξηγεί τους προσωπικούς του λόγους.

Το γεγονός ότι αντανακλά το γούστο και τις προτιμήσεις του μεταφραστή προσδίδει στην ανθολογία μοναδικότητα. Τα ποιήματα συνδυασμένα για πρώτη φορά μαζί και μεταφρασμένα στα ελληνικά με κάποιους ιδιωματισμούς της γλώσσας και με το πάθος που τους αναλογεί, ανανεώνονται και εμβαπτίζονται στο σήμερα, σαν μια νέα εμπειρία.

Ποιήματα που προέρχονται από ένα κύμα ονείρων· θαρρείς πως οι λέξεις τους κάποια στιγμή θα ξεγλιστρήσουν από το χαρτί, θα ξεφύγουν, για να κολυμπήσουν σαν ψάρια στον ουρανό.

Ποιήματα που φαντάζουν εκκεντρικά ακόμα και σήμερα μετά από τόσα και τόσα ποιήματα που έκτοτε έχουν γραφτεί, μετά από τόσους και τόσους ποιητές που έχουν ζήσει και έχουν περάσει. Διασχίζουν το χρόνο, συναντάνε το παρόν, προκαλούν πάλι με τις ανήσυχες λέξεις τους που μοιάζουν με το ανήσυχο πνεύμα των δημιουργών τους.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

* Ο μεταφραστής ανανεώνει την απόδοση στα ελληνικά του όρου "surréalisme", μεταφράζοντάς τον ως "υπερπραγματισμό", αντί του όρου "υπερρεαλισμός" που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα. Η πρωτοβουλία του ταιριάζει με το ύφος και το πνεύμα της ανθολογίας.

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από τα ποιήματα που ανθολογούνται:

LOUIS ARAGON
(1897-1982)
Από τη συλλογή Η αέναη κίνηση (1926)

Ύπνος Μολύβδου
(στον Philippe Soupault)

Ο αγουροξυπνημένος κοιμώμενος αντικρίζει τη ζωή με μάτια
Μικρού παιδιού
Κοιμώμενε ποιο σύννεφο σκιάζει το γαλάζιο του μετώπου σου
Ο άνθρωπος κουνάει ένα κεφάλι πιο βαρύ κι από την καταιγίδα
Θα ήθελε να παίξει μήλα μα δεν μπορεί Είν’ ολομόναχος
Η μπάλα του ήλιου ματαίως του δίνεται
Ματαίως οι στεφάνες των γεφυρών
Ματαίως….

Ποίημα μπέρτας και ξίφους
Οι καβαλάρηδες της καταιγίδας κρεμιούνται απ’ τα ρολά των μπακάλικων
Αναποδογυρίζουν τα κιβώτια με το γάλα σαν κορυδαλλοί
Γυρνούν τριγύρω απ’ τα κεφάλια
Πάνε νοσταλγικά και κάθονται στην γενειοφόρα μπάλα των μπαρμπέρηδων
                                                         Καβαλάρηδες της καταιγίδας
                                                         Τι κάνατε τα γάντια σας…
ROBERT DESNOS
(1900-1945)

Τα τοπία του ύπνου
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν βέβαια τα επτά θαύματα του κόσμου,
Η γοητεία, το μεγαλείο κι η τραγικότητα.
Τα δάση συγκρούονται σύγχυση τα πλάσματα των θρύλων
κρυμμένα στα ρουμάνια.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα υπάρχει το βήμα του μακρινού στρατολάτη
κι εκείνο του δολοφόνου
κι εκείνο του λοχία της πόλης και το φως των φανοστατών
και του φαναριού του ρακοσυλλέκτη.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα περνάνε τα τρένα και τα βαπόρια
και οι αντανακλάσεις των χωρών που ξημερώνει.
Οι τελευταίες ανάσες του λυκόφωτος κι οι πρώτες ανατριχίλες της αυγής.
Yπάρχεις εσύ.
Ένας ήχος πιάνου, μια έκρηξη φωνής.
Η πόρτα που κλείνει. Ένα ρολόι.
Και όχι μόνο τα πλάσματα και τα πράγματα και οι ένυλοι ήχοι.
Αλλά ακόμα κι εγώ που με καταδιώκω αδιάκοπα δίχως ποτέ να με ξεπερνώ.

[…]


PAUL ELUARD
(1895-1952)

Από τη συλλογή Τ΄απόκρυφα μιας ζωής ή η ανθρώπινη πυραμίδα
                                (1926)

…Βλέπω τα χέρια της να ξαναβρίσκουν το φως τους και ν’ αργοσηκώνονται σα λουλούδια μετά τη βροχή. Οι φλόγες των δακτύλων της ψηλαφούν τις φλόγες τ΄ουρανού κι η αγάπη που μεταφέρουν κάτω απ’ τα φύλλα, κάτω απ΄τη γη, μέσα στα ράμφη των πουλιών, μ΄επαναφέρει στον εαυτό μου, σ΄εκείνο που κάποτε ήμουν.

Ποιο να’ναι αυτό το πορτρέτο που συνθέτω; Η ζωή που εμψυχώνω, δεν είναι η ανακτημένη μνήμη μου, όλοι οι παλιοί μου πόθοι, τ' άγνωστά μου όνειρα, μια ολόκληρη, πραγματική πάλλευκη δύναμη που αγνοούσα, που είχα λησμονήσει;

Πίστευα πια πως δεν την αγαπώ και γινόμουν ένα με τη νύχτα. Ήταν ελεύθερη, μπορούσε να περιπλανιέται. Έλα όμως που την ξαναβρίσκω, έλα που περιορίζω, ξανά τον ορίζοντά της.


Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Οι Έλληνες ποιητές της διασποράς

Με αφορμή την εκδήλωση για τους σύγχρονους Έλληνες ποιητές της διασποράς, που διοργανώνεται σε λίγες μέρες στον Ιανό από το blog Στίγμα Λόγου, κάναμε ορισμένες σκέψεις και τις παραθέτουμε:

1.) Δεν νοείται να μιλάμε για ελληνική ποίηση και να μην συμπεριλαμβάνουμε τους ποιητές της διασποράς. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο πιο πολυδιαβασμένος, ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας ποιητής είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, που γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Και αν δεν μας φτάνει ο Αλεξανδρινός ποιητής, έχουμε την πιο σύγχρονη περίπτωση του ποιητή και μεταφραστή Νίκου Σπάνια, που μετανάστευσε από την Ελλάδα στη Νέα Υόρκη, όπου έζησε όλα τα υπόλοιπα χρόνια μέχρι την αυτοκτονία του.

2.) Το ερώτημα, που προκύπτει σήμερα είναι: Γνωρίζουμε τους σύγχρονους Έλληνες ποιητές της διασποράς; Δυστυχώς, η απάντηση είναι αρνητική. Εδώ, δεν γνωρίζουμε καλά-καλά τους Έλληνες ποιητές, που ζουν στην Ελλάδα. Το πλατύ κοινό έχει πλήρη άγνοια και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο διαφημίζει ό,τι πιο δυσνόητο και απόμακρο υπάρχει στην σύγχρονη ελληνική ποίηση, απομακρύνοντας ακόμα και τους πιο καλοπροαίρετους αναγνώστες. Έτσι, έχουμε το φαινόμενο να προβάλλονται ορισμένοι ποιητές με διογκωμένο τρόπο και στημένες κριτικές, που μόνο κριτικές δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται και όταν κάποιος από τους πολυδιαφημισμένους ποιητές πεθαίνει, περνάει στη λήθη και οι αυτοαποκαλούμενοι κριτικοί λογοτεχνίας, είτε τον ξεχνάνε τελείως, είτε λένε πως τον υπερεκτιμήσανε.

3.) Στις μέρες μας, οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές της διασποράς δεν είναι λίγοι και ορισμένοι από αυτούς είναι αρκετά ποιοτικοί. Δεν είναι λίγοι, γιατί υπάρχουν αρκετοί, που μετανάστευσαν τα προηγούμενα χρόνια και γιατί υπάρχει και μια γενιά νέων ποιητών, που μετανάστευσαν σχετικά πρόσφατα, είτε λόγω σπουδών, είτε λόγω της οικονομικής κρίσης. Είναι αρκετά ποιοτικοί γιατί έχοντας βιώσει τόσο την ελληνική πραγματικότητα, όσο και την κουλτούρα των χωρών, στις οποίες μετανάστευσαν, κατάφεραν να αποκτήσουν μια πολυπολιτισμική συνείδηση με ανοιχτούς ορίζοντες και διευρυμένες εμπνεύσεις. Σε μια εποχή, που παραδεχόμαστε ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτιστική, οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές της διασποράς είναι οάσεις μέσα στην έρημο των πολιτιστικών σκουπιδιών, που μας περιβάλλει.

Άρα οι εκδηλώσεις, που έχουν σκοπό να μας γνωρίσουν τους σύγχρονους Έλληνες ποιητές της διασποράς, δίνουν ένα ελπιδοφόρο μήνυμα και αντιμάχονται την πολιτιστική ισοπέδωση κόντρα στα σημεία των καιρών.


Θεοχάρης Παπαδόπουλος


Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

“Γονυπετείς” της Τζούλιας Γκανάσου

Παίρνοντας στα χέρια του τους Γονυπετείς, ο αναγνώστης είναι αδύνατο να μην παρατηρήσει ότι το οπισθόφυλλο και το δεξί αυτάκι είναι γεμάτα διθύραμβους από διάφορες πηγές, ραδιοφωνικές και διαδικτυακές.Το γεγονός αυτό από μόνο του ενδέχεται να κάνει δύσπιστο τον αναγνώστη. Πόσο δε μάλλον που, ξεκινώντας την ανάγνωση, μπορεί να βρεθεί να αναρωτιέται, στις πρώτες σελίδες, αν όλο το βιβλίο θα αναλωθεί στον εσωτερικό μονόλογο της πρωταγωνίστριας με τα συχνά flash back και τις αόριστες αναφορές σε κάποιον πρώην σύζυγο ή στη διαρκή υπενθύμιση του πόσο κοπιαστική και επώδυνη για το σώμα είναι η διαδικασία της ανάβασης στα γόνατα.  

Αυτά μέχρι τη μέση περίπου του -μικρού σε έκταση- βιβλίου. Εκεί, στη μέση, σχεδόν ανεπαίσθητα, η αφήγηση αρχίζει να παίρνει διαφορετική τροπή, μια τροπή που, διαρκώς κλιμακούμενη, δημιουργεί αφόρητη ένταση μέχρι το τέλος – ένα τέλος που μένει ανοικτό γιατί, ακόμη και στις πορείες που φαίνονται προδιαγεγραμμένες, πάντα υπάρχει μια ελπίδα, ακόμη κι η προσμονή για το θαύμα.

Η νουβέλα λοιπόν εξελίσσεται, από τη μέση και μετά, σε ένα δυνατό αφήγημα, από αυτά που δίνουν γροθιά στο στομάχι. Η γυναίκα που ανεβαίνει με τα γόνατα προς την εκκλησία της Παναγίας της Τήνου, προσμένοντας το θαύμα (αφού όλα τα άλλα μέσα έχουν αποτύχει), αυτοψυχογραφείται, καθώς ο πόνος του σώματος κατά την ανάβαση την οδηγεί σε ενδοσκόπηση και την επικεντρώνει στα πιο σημαντικά συναισθήματά της.

Υπάρχουν βέβαια, όχι λίγα, σημεία που ο αναγνώστης θα νιώσει ότι τα πράγματα τραβιούνται από τα μαλλιά, όπως εκεί που περιγράφονται οι απάνθρωπες επιδράσεις της πειραματικής θεραπείας που ακολουθεί ο ασθενής σύζυγος ή οι ακραίες ορμές της προσκυνήτριας οι οποίες την καταλαμβάνουν, καθώς ανεβαίνει προς την εκκλησία. Οι περιγραφές αυτού του είδους δεν ήταν απαραίτητες: το βιβλίο θα ήταν εξίσου δυνατό και χωρίς αυτές. Η παρουσία τους μάλιστα ενδεχομένως υποδηλώνει και έναν βαθμό ανασφάλειας της συγγραφέως: είναι σαν να βρίσκονται εκεί για να σιγουρευτεί ότι το σοκ που θα προκαλέσουν τα γραφόμενά της θα είναι μεγάλο.

Ακόμη κι έτσι, όμως, η νουβέλα παραμένει ένα ισχυρό ανάγνωσμα, που αντικρίζει με βαθύ και διεισδυτικό τρόπο το ζήτημα της ασθένειας και της θεραπείας, αλλά και της ψυχολογίας των ασθενών και των ανθρώπων που ζουν μαζί τους και τους φροντίζουν. Ειδικά όσον αφορά τους τελευταίους, το βιβλίο διατρέχει όλο το φάσμα από την ταύτιση με τον ασθενή, τη συμπόνια, την ανάγκη της επιβίωσης, τον πειρασμό της εκμετάλλευσης, μέχρι τη λαχτάρα για ζωή. Στον αντίποδα, κινούνται η ελπίδα του ασθενή, η επιμονή παρά τις απανωτές διαψεύσεις, η ματαίωση και η τελική απόφαση της παράδοσης. Και βέβαια, το σημείο χωρίς επιστροφή: εκεί που ο ασθενής γίνεται η σκιά του εαυτού του, έχοντας πια χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

Το βιβλίο ισοδυναμεί λοιπόν με μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής υπό συνθήκες ακραίου στρες και υπό τη σκιά του θανάτου. Πρόκειται για μια ανατομία η οποία δανείζεται στοιχεία από την επιστημονική φαντασία, καθώς η ιατρική πρόοδος και το πείραμα βρίσκουν τρόπο να μπουν στη ροή, αντιμέτωπα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια – κι, επομένως, να κατακριθούν δεόντως.

Συνολικά, ωστόσο, οι Γονυπετείς είναι – έστω και εν τη υπερβολή τους – μια οδυνηρή εξομολόγηση που δεν κρατά τίποτα κρυφό, μια πυκνή και βαθιά καταγραφή στοιχείων της πραγματικότητας που δεν αντέχονται. Αλλά, ποιος είπε ότι λογοτεχνία γράφεται μόνο γι’ αυτά που αντέχονται; 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Ποιητών έρημη χώρα

(© Aquasixio on DeviantArt)
Ποιητών έρημη χώρα. Αυτή η χώρα. Η άλλη χώρα. Γεμάτη δρόμους μαστιγωμένους, με απόκρυφες πτυχές και αναπάντεχα κοιμητήρια. Που λησμόνησε την καταγωγή της. Την ψυχή της. Πικρή, παγιδευμένη, γονατισμένη, με τον άνεμο να φυσά ξεριζώνοντας εικόνες και λέξεις, με το ρόγχο του μέλλοντός της στα πατώματα.

Χώρα πνιγμένη στο σάλιο και στις εκκρίσεις. Λιώνει μεθοδικά στο μυαλό των ανθρώπων, το κούφιο γέλιο της σε καθηλώνει, σε φέρνει στο στόμα της καταιγίδας, θολώνοντας το δρόμο του πουλιού, σκορπίζοντας τα δάκρυα των ειλώτων, τα δάκρυα των σκοτωμένων.

Ταξιδεύει με τους ώμους σκυφτούς, χωρίς μάτια, χωρίς γλώσσα, χωρίς αφή. Το φιλί της αιωρείται στο βάθος αδιάφορων καιρών. Αναπνέει βαριά, σέρνεται επιδέξια σαν φίδι άλλης εποχής. Καμώνεται διαρκώς την παρεξηγημένη και την ανήξερη. Σε ναρκώνει με πατήματα κρυφά και ψιθύρους εγγαστρίμυθους, σε στερεύει, σ’ εκμηδενίζει. Σε πλησιάζει, προσποιείται ένα χαμόγελο από λαχτάρα και φως, ξεθαρρεύεις και σε καρφώνει πισώπλατα.

Απρόσιτη χώρα, μονωμένη σε τοίχους ορόφους, σ’ αχανή ποτήρια σφηνάκια και κονσέρβες υπολογιστών. Συμπαγής. Στέκει εκεί, ανάμεσα σε ήχους αγνώστων γειτόνων και περαστικών, φτύνοντας εξατμίσεις, κεραίες και κέρματα.

Μια μαζική ασθένεια την κατατρώει ποντικών κι αναμορφωτών, εδραιώνοντας την τάξη του χρήματος, αλέθοντας τα όνειρα. Αποκομμένη από κείμενα διδασκάλων, δεν έχει κήπο, μήτε τραγούδια. Μονάχα συνθήματα παλιά, κώδικες και κωδικούς που λίγδιασαν με τα χρόνια, λόγια κολλαριστά που ξεπουλήθηκαν στα μπαλκόνια. Με τη μνήμη της να σκαλίζει διαρκώς το φόβο, απλώνοντας συρματοπλέγματα, αριστεύοντας ανθρωποφύλακες, ξεσηκώνοντας ανέμους και θύελλες.

Παντέρημη χώρα, διαβρωμένη σαν όστρακο από την παλίρροια και την άμπωτη, οξειδωμένη από τη φτέρνα ως τον κρόταφο. Σαλεύει σε θάλασσες από κάρβουνο. Σβήνει σαν κάρβουνο. Ακούς το βουητό της σαν από φωτιές και ποδοβολητά νικημένης περιπέτειας, σαν από τριγμούς μακρύ σιδηρόδρομου που λοξοδρομεί στο τίποτα. Υπάρχει και δεν υπάρχει.

Μια τελειωμένη χώρα ποιητών που παραδέρνουν στην απέναντι όχθη της, φορτωμένοι λαίλαπες και λιγωμένους λυγμούς, δονούμενοι από υπόκωφες αντηχήσεις και πνευστές συγχορδίες του σώματος. Ριζικά μόνοι, σκηνίτες περιπλανώμενοι να πορεύονται στην τραχιά τυραννία της σκέψης, προς την Ιδέα. Παμπάλαιο χιόνι, αθέατο, στρώνει το δρόμο τους. Παμπάλαια φεγγάρια τους οδηγούν σ’ επικίνδυνες αναρριχήσεις και κατακρημνίσεις. Κακοί ανεμοστρόβιλοι τους παρασέρνουν μαζί με τα παλιόχαρτα, με τη σκόνη και τ’ αερικά. Με ποια γλώσσα ν’ αντιπούν, ποια προσευχή να πουν μπροστά στο θεό για τη χώρα τους;

Κάθε απώλεια τους προκαλεί. Προκαλεί την ψυχή τους, τη δοκιμάζει, την καταπίνει. Σηκώνονται. Πέφτουν. Ξανασηκώνονται. Κάθε τους πτώση μοιάζει ατέρμονη, μια συνεχής περιδίνηση στο κενό. Στο γόο του τέλους. Στην αρχική τους μήτρα.

Ποιητών έρημη χώρα. Που πορεύονται μες στα πουκάμισα της καταιγίδας μετρώντας και περιμένοντας. Τους αρκεί το βορινό παράθυρο προς τη νύχτα με τη μισή σελήνη να τους γυρίζει μέσα στο χρόνο. Τους αρκεί που μιλούν μέσα τους, ακούγοντας άλογα κι άλογα να καλπάζουν. Σκύβοντας στην ψυχή των παιδιών, των παιδιών με τη μεγάλη απορία στα μάτια.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης



Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

"Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας" του Χρυσόστομου Τσαπραϊλή

Είναι κάτι βιβλία που δεν τα βρίσκεις εσύ. Σε βρίσκουν εκείνα. Σε ψάχνουν, γιατί ξέρουν πως είσαι λιγάκι ελαφροΐσκιωτος, γιατί η πραγματικότητα δεν είναι για σένα πανάκεια, γιατί πολύ θα ήθελες να είσαι δίπλα στο τζάκι με μια γιαγιά που θα ήταν και λιγάκι μάγισσα και να ακούς ιστορίες, όχι από αυτές με το καλλωπισμένο τέλος του Disney, αλλά από εκείνες που θα σε αφήσουν ξάγρυπνο να μετράς τις σκιές που καραδοκούν. Ιστορίες για αυτούς που, όταν πάνε βόλτα στο δάσος, δεν φορούν ποτέ κόκκινα ρούχα και εκλιπαρούν να δουν το ξωτικό που θα τους πείσει ότι το τρίγωνο κεντητό φυλακτό που τους φορέσανε στο φανελάκι, όταν ήταν μωρά ακόμα, έχει περισσότερη δύναμη από την ψυχρή επιστήμη. Και όχι, δεν είναι από αυτές που μπορεί να πεις στα παιδιά, παρά μόνο αν ξέρουν τι θα πει να βλέπεις πράγματα που οι άλλοι δεν βλέπουν.

Μυθοπλόκος και λεξιπλάστης, ο Χρυσόστομος Τσαπραϊλής μοιάζει να έχει φτιάξει μία συλλογή σύντομων ιστοριών από αυτές που διαβάζουμε στα βιβλία λαογραφίας. Όμως γρήγορα συνειδητοποιούμε ότι η ομοιότητα σταματά στον τίτλο. Οι ιστορίες στοιχειώνουν όνειρα και παραποιούν πραγματικότητες, τριγυρνούν σε μέρη καθημερινά και τα μεταλλάσσουν σε μέρη που τα βρίσκει κανείς στα παραμύθια του Άντερσεν, όχι τα γνωστά όμως, αλλά εκείνα τα σκοτεινά που δεν θες να τα διαβάζεις ποτέ βράδυ.

Η φρίκη και ο τρόμος είναι σύντροφοι σε κάθε βήμα, αλλά δεν σε κάνουν ούτε να φρίττεις ούτε να τρομάζεις. Σε κάνουν να θεωρείς απόλυτα φυσιολογική και δικαιολογημένη την εκεί παρουσία τους. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από παλαιϊκά βιβλία και ξεχασμένες φράσεις που τις ακούγαμε μόνο από παππούδες και γιαγιάδες. Αυτούς που τους επισκεπτόμασταν σπανίως σε χωριά μακρινά, επειδή πιστεύαμε ότι εκεί θα βαριόμασταν συνεχώς. Τελικά διαπιστώναμε ότι η μαγεία τους ήταν τόσο ισχυρή, ώστε τίποτα εκεί δεν διατηρούσε για πολύ την τρισδιάστατη υπόστασή του ούτε τη σύνδεσή του με τον παρόντα χρόνο και όλα ήταν ένα ατέλειωτο παραμύθι συνδεδεμένο άρρηκτα με έναν άχρονο χώρο.

Στις ιστορίες του Τσαπραϊλή δεν χρειάζεται ντουλάπα ή άλλου είδους πύλη για να περάσεις στις άλλες διαστάσεις, χρειάζεται απλά το βλέμμα σου να πάψει να δέχεται τα πάντα ως δεδομένα. Και να είσαι ένας αποφασισμένος ταξιδιώτης που θα έχει αποδεχτεί τον κίνδυνο που συνοδεύει πάντα αυτού του τύπου τα βιβλία. Να αφήσεις εκεί ένα τμήμα του εαυτού σου, το οποίο μετά θα αναζητάς συνεχώς...

Μαρία Γενιτσαρίου


Σημ.: Οι Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2014 ως σελίδα στο Facebook, η οποία σύντομα έγινε εξαιρετικά δημοφιλής - ιδιαίτερα στους φίλους της λογοτεχνίας του φανταστικού. Η σελίδα συνεχίζει να εμπλουτίζεται με καινούρια διηγήματα μέχρι σήμερα.



Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Oι "Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές της διασποράς" και μια αντίδραση της τελευταίας στιγμής


Αναφορικά με την επικείμενη εκδήλωση του blog μας στον ΙΑΝΟ στις 30 Ιανουαρίου, ενημερώνουμε τους φίλους του blog μας ότι ο Δημήτρης Τρωαδίτης εξέφρασε, δύο εβδομάδες πριν από την εκδήλωση, ένσταση για τον χώρο στον οποίο θα διεξαχθεί η εκδήλωση και απέσυρε τη συμμετοχή του:

"...γιατί ο “Ιανός” είναι αυτός που είναι, των απολύσεων, των εκβιασμών, της κυριακάτικης εργασίας, του ξεζουμίσματος και της εκμετάλλευσης, του ξεπλύματος ναζιστών, της συμμετοχής των αφεντικών του σε σκάνδαλα… 

Επειδή, όμως, εγώ τάσσομαι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με την πλευρά των καταπιεσμένων και των απόκληρων αυτού του κόσμου, επειδή τάσσομαι με αυτούς που αγωνίζονται, επειδή δεν θα ήθελα με την παρουσία μου και τη συμμετοχή μου στην εκδήλωση αυτή να νομιμοποιήσω τα “ανομήματα” των αφεντικών του, οπότε αποφάσισα να μην πάρω μέρος.

Όποιος θέλει να ακούσει την ποίησή μου, παρακαλείται να έρθει στις άλλες εκδηλώσεις, τις οποίες θα συμμετάσχω.

Ή η ποίηση θα συντάσσεται με τους αγώνες ή θα είναι ένα τίποτα…
".


Όσον αφορά τα παραπάνω, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Η επιλογή του χώρου έγινε αποκλειστικά με κριτήριο την παροχή από τον ΙΑΝΟ τεχνολογικού εξοπλισμού και τεχνικής υποστήριξης που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση της εκδήλωσης από τους ποιητές οι οποίοι δεν θα βρίσκονται στον χώρο, αλλά θα συμμετέχουν στην εκδήλωση από το εξωτερικό.

Στον ΙΑΝΟ πραγματοποιούνται καθημερινά εκδηλώσεις με περιεχόμενο που καλύπτει όλο το φάσμα των πολιτικών ιδεολογιών.

Τέλος, είναι γνωστό σε όλους τους συμμετέχοντες ποιητές τουλάχιστον από το τέλος Νοεμβρίου 2017 ότι η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί σε αυτόν τον χώρο και κανείς, ούτε ο Δημήτρης Τρωαδίτης, δεν εξέφρασε κάποια επιφύλαξη ή δυσαρέσκεια για τη συγκεκριμένη επιλογή. Εφόσον αυτό είχε γίνει εγκαίρως, οι διοργανωτές θα μπορούσαν να είχαν ενεργήσει ανάλογα.

Λυπόμαστε για την ακύρωση της συμμετοχής του Δημήτρη Τρωαδίτη, αλλά την παρούσα χρονική στιγμή δεν υπάρχει δυνατότητα αλλαγής ημερομηνίας και χώρου πραγματοποίησης της εκδήλωσης.

Για το στίγμαΛόγου


Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

"Ο μοναχικός αναγνώστης και η τρύπα του Νίκου Φωκά"* του Αντώνη Ζέρβα

Νίκος Φωκᾶς
Ἐδῶ μιὰ μέρα θὰ πεθάνω, μ’ ἀφρὸ στὸ στόμα **
Ν.Φ

 Ἂν καὶ διασταυρωθήκαμε γραπτῶς σὲ διάφορα λογοτεχνικὰ ἔντυπα, τὸν Νίκο Φωκᾶ δὲν ἔτυχε νὰ τὸν γνωρίσω προσωπικά. Τὸ 2004, ἐπρόκειτο νὰ μιλήσω ἀμέσως μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνον κατὰ τὴν ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου «Θρησκεία και Ποίηση» στὸν Βόλο. Ἀσθένησε βαρέως ὅμως∙ ἔτσι ἀνέθεσε στὸν τότε διευθυντὴ τῆς Νέας Ἑστίας καὶ συνδιοργανωτὴ τοῦ συνεδρίου, νὰ ἐκφωνήσει τὴν εἰσήγησή του.
Δὲν γνωρίζω λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ συνεπῶς δὲν διακατέχομαι ἀπὸ πάθος προσωποληψίας, θετικῆς ἢ ἀρνητικῆς. Ξέρω ὅμως ὅτι ἡ συμπάθεια μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε πράγματα ποὺ δὲν βλέπει τὸ οὐδέτερο μάτι ἢ ποὺ παραθεωροῦνται ἀπὸ τὴν ἀντιπάθεια, κι ἐγὼ συμπαθῶ τὰ ποιήματα τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ἔστω κι ἂν ἡ πρώτη ἐπαφὴ μὲ δικό του γραπτό ἦταν ἡ Παρτούζα τοῦ 1981, στὸ περ. Σπείρα τῆς πρώτης περιόδου.
Εἶναι ἐντυπωσιακὴ ἡ ταχύτητα μὲ τὴν ὁποία ἄλλαξε σὲ μερικὲς δεκαετίες μέσα ὣς καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ πρέποντος, ὥστε νὰ ἐκφέρεται μὲ τόση ἄνεση σήμερα μιὰ λέξη ἀπαγορευμένη, ξενικὴ καὶ χυδαία. Καίτοι μεταξὺ φίλων, ἡ βωμολοχία εἶναι συχνὰ ἐξυγιαντική, ἐγὼ ταλαιπωρήθηκα χρόνια γιὰ νὰ ἐπιτρέψω στὸν ἑαυτό μου τὴν ἀκριβὴ μετάφραση μιᾶς ἐξίσου χυδαίας λέξης τοῦ Τζὼν Μπέρρυμαν 

... ποὺ τόλμησε νὰ γράψει
αὐτὸ ποὺ δὲν ἀνθολογεῖται,
συγκρίνοντας μιὰ χαρωπὴ ἀνάμνηση
μ’ ἕνα καλὸ καὶ μοιχικὸ κρεββάτι 
(Τὰ Ἄκτα 1996)

Τὸ ποιητικὰ μασκαρεμένο «καλὸ καὶ μοιχικὸ κρεββάτι» ἀποδίδει περιφραστικῶς τὴν ἀφοπλιστικὴ κυριολεξία good fucking (καλὸ γαμήσι) τοῦ ἀμερικανοῦ, τὰ ποιήματα τοῦ ὁποίου ἐκδόθηκαν ἀπὸ τοὺς Faber τὴν ἐποχὴ τοῦ ὑπερσυντηρητικοῦ Τ.Σ. Ελιοτ.
Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 2000, ὁ ραμπελαιϊκὸς βέλγος ποιητὴς Jean-Pierre Verheggen θὰ ἐνθουσίαζε τὸ ἀκαδημαϊκὸ ἀκροατήριο μὲ τὸν ἰδιοφυῆ σατιρικὸ οἶστρο τῶν γλωσσικῶν του παιγνίων, ὅπως : «La poésie sera fête, partouze»: («ἡ ποίηση θά ‘ναι γιορτή, μιὰ παρτούζα) ποὺ κατὰ τὴν προφορικὴ ἐκφορὰ τῆς φράσης, σημαίνει: «ἡ ποίηση θὰ γίνεται ἀπ’ ὅλους». Ἐδῶ, σ’ ἕνα στίχο σατιρίζονται ὅλα, ἀπὸ τὴ μοναρχικὴ αὐθεντία τοῦ δημιουργοῦ ἕως τὸ δημοκρατικὸ αἴτημα τῆς πάγκοινης συμμετοχῆς στὴ μεγάλη πανήγυρη τῆς Τέχνης. 

Μὲ ἀφοπλιστικὴ κυριολεξία, ἡ Παρτούζα τοῦ Νίκου Φωκᾶ τραγουδάει σὲ δεκαπεντασυλλάβους τὸν Ἔρωτα ἀπὸ τὴ ζωϊκὴ καὶ βρώμικη σκοπιὰ τοῦ σώματος.  Πρόκειται γιὰ ἐμπειρία πανανθρώπινη, ἀλλὰ κατώτατη στὶς ἠθικὲς ἱεραρχήσεις, καὶ συνεπῶς ἀπαράδεκτη στὸ ἐπίπεδο τῆς σοβαρῆς ρηματικῆς ἀπεικόνισης. Τὸ ἔμμετρο ποίημα λοιπὸν ἐμπίπτει μᾶλλον στὴν κατηγορία τῆς σάτιρας καὶ ἡ σάτιρα, σύμφωνα μὲ τὸν καθιερωμένο ὁρισμό,  «χρησιμοποιεῖ τὸ χιοῦμορ, τὴν εἰρωνία, τὴν ὑπερβολὴ ἢ τὸν γελοιασμὸ γιὰ νὰ ἐκθέσει καὶ στιγματίσει τὴ βλακεία ἢ τὴν κακοπραγμοσύνη τῶν ἀνθρώπων». Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, στὸ πρόσωπο τοῦ ἥρωα-ἀφηγητῆ σατιρίζονται χοντρὰ τὸ ἱστορικὸ ρεῦμα τῆς σεξουαλικῆς ἀπελευθέρωσης, ἡ αἰσθητικὴ καλλιέργεια τοῦ ἀμοραλισμοῦ, ἡ ἀνειλικρίνεια τῶν ἐκφραστικῶν πειθαναγκασμῶν ἢ τῆς βωμολοχικῆς ρητορικῆς (ἑνὸς Ἐμπειρίκου φερ’εἰπεῖν;). Αὐτὸ ὑπονοεῖ ἄλλωστε ὁ ἐπεξηγηματικός, καὶ κάπως ἄγαρμπος ὑπότιτλος ‘Ἕνα κλείσιμο ματιοῦ’: - «Μὴ κοροϊδεύεστε, δὲν πρόκειται γιὰ μένα τὸν ἴδιο». Ἐπειδὴ ὅμως στὸ ποίημα ἀφηγητὴς καὶ ἥρωας συνταυτίζονται, ἡ δὲ σάτιρα στοχεύει συγκεκριμένα ἄτομα, ἡ Παρτούζα εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἀφηγηματικὸ ποίημα σκωπτικοῦ χαρακτήρα, ἐξοῦ καὶ οἱ πολλὲς ἀπορίες.
Νομίζω πὼς θὰ κέρδιζε πάντως, ἂν ὑπακούοντας στὴ μακρὰ ἑλληνικὴ παράδοση τῶν ἐρωτικῶν λόγων, ἔφερε ὡς τίτλο Τὰ κατὰ Παρασκευὴν καὶ Νίκο ἢ ἁπλούστερα Εὔη καὶ Νίκος. Μὰ ὁ προκλητικὸς τίτλος εἶναι καθ’ ὅλα ἐμπρόθετος, Ἢ ἀναλαμβάνεις τὴν πνευματικὴ εὐθύνη σὰν τὸν Ἐμπειρίκο,  ποὺ μεταλλεύθηκε τὴ γλωσσικὴ παράδοση γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνατρεπτικοῦ του ἔργου, ἢ δὲν τὴν ἀναλαμβάνεις, ὅπως ὁ διακριτικὸς ἡδονοβλεψίας Φίλιπ Λάρκιν.
 Ἡ βωμολοχικὴ σάτιρα καὶ παρωδία σὲ ἰάμβους δὲν εἶναι ἀσφαλῶς κάτι τὸ καινοφανὲς στὴν παλαιότερη γραμματολογία μας. Kαινοφανὴς εἶναι ἡ ἀπόφαση ἑνὸς σύγχρονου ποιητῆ νὰ ἀψηφίσει κάθε ἔννοια αἰδημοσύνης καὶ νὰ παίξει δημόσια μὲ τὸν ἑαυτό του, δίνοντας φωνὴ στὴν οὐ φωνητὴ ἐμπειρία τῆς σωματικῆς σχέσης δύο ἐραστῶν καὶ στὰ αἰσχρὰ συναπτόμενα τῆς ἐλευθεριάζουσας ἀφροδίσιας ὁρμῆς. Ἡ σάτιρα ἀποτελεῖ εἶδος κατ’ἐξοχὴν κοινωνικῆς κριτικῆς. Ὑπερασπίζει συγκεκριμένες ἠθικὲς ἀρχές, φωτίζοντας τὶς δόλιες δυνάμεις, ἐσωτερικὲς ἢ ἐξωτερικές, ποὺ τὶς ἀπειλοῦν, ὅπως ὁ Λύκος τοῦ 1963, 
                        Ἀμέριμνος ὁ λύκος μας πορεύεται –
                        Τὸ σκοτάδι του μόνο, μὰ πάλι
                        Ἐραστὴς ἀκόλαστος, ὅσο ποτέ∙
                        Διαφθορέας δεινὸς τῆς ἀγάπης του∙
                        Μή σὲ γελάσει ἡ μοναξιά του ἡ πικραμένη.  (99)*

Σύμβολο κατὰ παράδοση μιᾶς πλευρᾶς τοῦ κακοῦ, ὁ Λύκος εἰκονίζει τὴν πλεονεξία, ἡ δὲ πλεονεξία εἶναι ἡ ἀλλη πλευρὰ τῆς σαρκικῆς ἀκολασίας ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θέμα τῆς Παρτούζας.
Παραδόξως ὅμως, ὁ ποιητὴς ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀρχικὴ σατιρικὴ διάθεση μετατράπηκε σὲ ἀπελευθερωτικὴ τέρψη. Καὶ πράγματι, παρὰ τὴν περιπαικτικὴ μουσικὴ ὑπόκρουση τοῦ κρητικοῦ δεκαπεντασύλλαβου μὲ τὶς πλεκτὲς ὁμοιοκαταληξίες ποὺ πολλὲς φορὲς σὲ κάνει νὰ τσινᾶς, ἡ ἔμμετρη ἀφήγηση ἀνεβάζει στὴν ἐπιφάνεια μιὰ σοβαρὴ πραγματικότητα, ἡ ὁποία φαίνεται τελικῶς νὰ στρέφεται ἐναντίον τῆς ἴδιας τῆς ἀρχικῆς πρόθεσης
Αὐτοχλευαζόμενος, ὁ ἀφηγητὴς χλευάζει τὴν «πνευματικὴ συμβατικότητα» τῆς ἐποχῆς του, σὲ σιωπηρὴ συνεννόηση μὲ τὸν «μοναχικὸ ἀναγνώστη» του. Ὁ τελευταῖος, ἂν δὲν γελάσει, θὰ μειδιάσει ἀσφαλῶς μὲ τὸν πολυπόρευτο στοὺς εὐρωπαϊκοὺς λογοτεχνικοὺς τόπους ἥρωα-ἀφηγητή, τοῦ ὁποίου οἱ φιλικὲς σχέσεις στὴν Ἀσφάλεια τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ἐκβιάζει γιὰ τὶς δικές του ἀσέλγειες ἔναν ἀριστερὸ πορνόγερο. Καὶ ὁπωσδήποτε μειδιᾶ, ὄχι τόσο ἀπὸ τὶς κωμικὲς σωματικὲς στάσεις τῶν ἐρωτικῶν συνευρέσεων, ὅσο ἀπὸ τὴ συνευτελιστικὴ μεταχείριση τοῦ καλλιεργημένου ἡδονοθήρα καὶ τῶν συνεισάκτων του. Κι ἄν ὁ ἐξευτελισμὸς εἶναι προϋπόθεση τῆς ἀλήθειας τοῦ ἠθικοῦ προσώπου, ὅπως λ.χ. στὸν ἄσεμνο Κάτουλλο; Ὅπως κι ἄν ἔχει, οἱ σοβαρὲς ποιητικὲς στιγμὲς τῆς ἀφηγηματικῆς οἰκονομίας ἐμποιοῦν τὴν αἴσθηση πὼς ἀλλοιῶς ξεκίνησε τὸ ποίημα καὶ ἀλλοῦ πῆγε τελικῶς χωρὶς νὰ πολυθέλει. 
Τὰ ἐρωτικὰ μπορεῖ νὰ ἐκβαρβαρίζουν καὶ νὰ ἐξαγριώνουν, ὅπως ἔλεγε ὁ Σωκράτης, εἶναι ὅμως μέρος τῆς σκοτεινῆς, δαιμονικῆς ἀλήθειας τοῦ σώματος. Στιγμὲς τῆς ἀλήθειας αὐτῆς παρακολουθεῖ ὁ ἀναγνώστης μὲς ἀπὸ τὶς ἄγριες περιπτύξεις τῆς ξεδιάντροπης ἐπιθυμίας ποὺ μεταμορφώνει τὸ ἄτομο πότε σὲ ζῶο καὶ πότε σὲ θεό, καθὼς παραδέρνει, ἐλευθερωμένο πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς συνείδησης. Οἱ ὁρμὲς τῆς πολύσχημης συνουσίας εἶναι συναρπαστικές, ἄκρως ἐπιλήψιμες, μὰ καὶ ἄκρως φωταγωγικές. 
Ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ πρόσχημα, φουσκώνει σιγὰ σιγὰ καὶ ξεχειλίζει ἕνα θέμα ποὺ δὲν δαμάζεται εὔκολα. Τὰ δέκα χρόνια ποὺ μεσολάβησαν μεταξὺ τῆς δημοσίευσης (Σπείρα 1981) καὶ τῆς ἔκδοσης τοῦ ποιήματος (Ἑστία 1991), μιλοῦν πλαγίως γιὰ μιὰ ἐκ τῶν ὑστέρων συνειδητοποίηση, ποὺ ἔμεινε χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενη ἐμβάθυνση.
Πράγματι, ἡ ἔμμετρη ἀφήγηση τῆς πορνικῆς ἀφροσύνης μὲ ὅσα ἠθικὰ ντράβαλα συνεπάγεται στὴν κλίμακα τῶν ἀνθρώπινων ἀξιῶν θὰ ἔπρεπε εἴτε νὰ πάει μέχρι τέλους χωρὶς νὰ μειώνει τὴ δαιμονικὴ διάσταση τοῦ «μυστηρίου τῆς ἀνομίας» (Πρὸς Θεσ. ΙΙ, 2,, 7.), εἴτε νὰ μείνει στὸ λίγο-πολὺ κωμικό της περίγραμμα μὲ φυσιολογικὴ ἔκβαση τὸν κορεσμό, διότι ὡς ἐσωτερικὴ δοκιμασία τοῦ ἥρωα δὲν πείθει. Μολονότι εἶναι διάχυτο ἕνα αἴσθημα ἀνησυχίας, ρύπου καὶ παράβασης ποὺ ἀναζητοῦν κάθαρση καὶ ἐξαγνισμό, δὲν ἐπιτελεῖται κανένα εἶδος βαθύτερου μεταφωτισμοῦ, ὅπως λ.χ. στὴν χριστιανικὴ παράδοση τῶν Ἐξομολογήσεων (οἶστρος ἁμαρτίας ἢ «πάθη ἀτιμίας»). Οὔτε συνάγεται ἕνα κάποιο παγερὸ Ἴδε ὁ Ἄνθρωπος στὴν προοπτικὴ τοῦ Μαρκησίου. Ἐὰν τότε ἦταν γνωστὸς ὁ Μέγας Ἀνατολικός, θα μποροῦσε ἴσως νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι τὸ ποίημα παρωδεῖ τὸν ἀπελευθερωτικὸ παράδεισο τοῦ Ἐμπειρίκου, ἀποκαλύπτοντας τὴν κόλαση τῆς ἡδονῆς. Τίποτε ἄλλο ὅμως. Διότι ἐξ ἀρχῆς, ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς ἀφήγησης, ὡς ἔκδοτα στὴν ἡδονή, εἶναι σιχαμερὰ ἀνθρωπάκια, ὅπως καὶ ὁ μεταμελημένος ἥρωας - ἀφηγητής  
Ποὺ κι ἂν ἡ στύση του τό ‘κανε ν’ἀντριεύεται, ν’ἀγριεύει
Εἶχε τὴν ἥττα μέσα του καὶ τὴν ντροπὴ στὰ χείλη (Ἑστία, σ. 56).

Τί θὰ συνέβαινε λοιπὸν ἄν δὲν ἦταν ἡττοπαθὴς καὶ δειλός! Ἂν ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀνδρείους τῆς ἡδονῆς!
Ἕνα κρίσιμο θέμα ἀπασχόλησε τὸν δημιουργό, τόσο τὸν τρόμαξε ὅμως, ὥστε νὰ τὸ βάλει σὲ νάρθηκα, χωρὶς νὰ φωτίσει οὔτε τὸν ἱερὸ τρόμο μπροστὰ στὸ ἀρχέγονο βίωμα τῆς ἄναρχης σεξουαλικῆς ἐπιθυμίας καὶ τῶν ἐκστατικῶν μορφῶν της, οὔτε τὴ βαθύρριζη ἠθικὴ ἀρχὴ ποὺ καθυποτάσσει καὶ ποδηγετεῖ ἀπὸ ἀνάγκη κοινωνικῆς ἀσφάλειας καὶ συνοχῆς, καὶ ἄρα γεννάει ἕναν ὁρισμένο σκεπτικισμό.
Μπήκαμε γιὰ νὰ γελάσουμε. Τὸ γέλιο στράβωσε. Βγαίνουμε ἀπὸ τὸ ἔργο μᾶλλον κατηφεῖς. Ἡ ἡδονὴ ταυτίσθηκε μὲ τὸ κακό, ὅπως πάντα. Καὶ κακὸ εἶναι τὸ σῶμα μὲ τὶς ὁρμές του, ὅταν ἀποδεσμεύεται ἀπὸ τὴ συνείδηση καὶ παραδίδεται στὸν τάραχο τοῦ Ἔρωτα ποὺ δὲν γνωρίζει φραγμούς. Ταράζει ἡ ἐξεικόνιση ἄσεμνων, ἀκόλαστων γυναικῶν. Ξεπατώνει τὴν κοινωνία, τὴν ἀσφάλεια, τὴν ἐλπίδα.
Ἔχοντας ξεκινήσει ὡς ἀντικομφορμιστικὴ σφήνα, ἡ Παρτούζα ἔρχεται νὰ δέσει στὰ συναισθηματικὰ νερὰ τῆς ἠθικοπλασίας.  Τὸ ποίημα δὲν μπόρεσε νὰ ὑποβάλει μὲ τὰ οἰκεῖα μέσα τὸ πνευματικὸ ζήτημα τοῦ προσώπου, τῆς ταυτότητας, τῆς ἱστορίας, ὅπως γίνεται στὸν Καβάφη π.χ. μὲ τοὺς ἀντιπλατωνικοὺς  Ἀνδρείους τῆς ἡδονῆς.  Κόλλησε στοὺς κοινοὺς τόπους καὶ πάσκισε νὰ σωθεῖ ἐν εἴδει ψυχωφελοῦς ἀναγνώσματος. Ἡ σάτιρα κατατρόπωσε τὸν ἴδιο τὸν ποιητή.  Οἱ πολύπλοκες σχέσεις ποὺ ὑποφώσκουν μεταξὺ φρικτῆς γοητείας, πρωτογενοῦς θρησκευτικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐξουδετερωτικῆς συγχώνευσης τῆς ἀτομικότητας, ὑποτάχθηκαν στὴν ἁπλοϊκὴ ἀντίληψη τοῦ κοινωνικοῦ δέοντος περί σεξουαλικῶν βίτσιων ἢ διεφθαρμένων ἠθῶν, χωρὶς τὴν ἐπιβαλλόμενη ἐμβρυολόγηση τῆς ἀλήθειας. Ἀντὶ νὰ ἀφεθεῖ στὴν ἐκδίπλωση τῆς ὀργιαστικῆς ἐπιθυμίας - «εἰς Διόνυσον ἀποκορυφοῦται» (Φαίδων) -, ὥστε νὰ καταστήσει τὸ σῶμα «προβολέα» τοῦ ἐρωτήματος τῶν ἀξιῶν, ὁ ποιητής,  ἂν καὶ ἀπὸ τόσο νωρὶς εἶχε νοιώσει πὼς « ὁ ἔρωτας δὲν γίνεται ποτὲ ἐντελῶς ἀνθρώπινος» (52), πάτησε ἠθικολογικὸ φρένο.
Ἐξ ὀνόματος ποιᾶς ἀρχῆς καυτηριάζεται ἡ καταγωγικὴ ὀργιαστικὴ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν μάλιστα ὁμολογεῖται πὼς δὲν ἰσχύει πιὰ ἡ παλαιὰ σωτηριακὴ ἔξοδος κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ταυτίζεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἠθική; Τί ἐπιτρέπεται καὶ τί δὲν ἐπιτρέπεται ὡς πρὸς τὴν αὐθεντικὴ δημιουργία ποὺ συνδυάζει τὸ «γαλάζιο» (94) μὲ τὸ δαιμονικό; Ποιὰ εἶναι ἡ ἀξία τῶν λογῆς ἠθικῶν συμβολαίων, τὰ ὁποῖα ὑμνεῖ ἢ ἀντιστρατεύεται ἡ ποίηση; Καὶ ποιὸς εἶπε ὅτι ἡ βακχεία ἀποκλείει τὸν ἄγριο θάνατο; Ὄχι πάντως ὁ Εὐριπίδης, ὁ ὁποῖος ἀφήνει τοὺς θεοὺς νὰ κρίνουν.
Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, ὁ ποιητὴς θὰ συνειδητοποιήσει ὅτι «ἡ φαντασία εἶναι μιὰ δίχως ἔλεος ἔκθεση»  (266).  Μπορεῖ μὲν ἡ ἔκθεση νὰ στοίχισε τὴν ἀκαδημαϊκή του σταδιοδρομία, ἡ Παρτούζα ὅμως πνευματικῶς μπατάρισε. «Τὸ φῶς» δὲν γιατρεύτηκε «μὲ τὸ σκοτάδι» (123).

Μολαταῦτα,  ὁ Νίκος Φωκᾶς εἶναι γενικότερα ποιητὴς στοχαστικός, πράγμα μᾶλλον σπάνιο στὰ ποιητικά μας πράγματα. Μὲ τὸν ποιητικὸ στοχασμὸ προσπαθεῖ νὰ ἐκθέσει καὶ νὰ σκεφθεῖ τὶς ἀντινομίες του, κι ἂς μὴ φθάνει πάντα στὴ ρίζα τους. Αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς λείπει τὸ πρωτογενές, ἄμεσο αἴσθημα. Ἴσα ἴσα. Πολλὲς φορὲς πραγματεύεται τὰ βιώματά του σὰν νὰ μὴν προϋπῆρχε κὰν ποίηση, στάση ποὺ ὑποδηλώνει τὴν ἄρνησή του νὰ ἐνταχθεῖ στὰ ρεύματα τοῦ καιροῦ του. Καὶ ὅποιος ἀρνεῖται νὰ ἐνταχθεῖ, τὰ παίζει ὅλα γιὰ ὅλα. Μένει ξεκρέμαστος, φράζοντας ψυχολογικὰ κάθε δυνατὴ προσέγγιση τοῦ ἔργου του.
 Οἱ στίχοι του, πνευματικὸ βίωμα τοῦ ἐμπειρικοῦ βιώματος, εἶναι μιὰ συνεχὴς θέση ὑπὸ κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ αἰσθήματος ἀλλὰ καὶ τοῦ στοχασμοῦ πάνω στὶς προσωπικὲς ἐμπειρίες, ἔστω κι ἂν δὲν καταφέρνουν πάντα νὰ σημάνουν τὶς ἀρχὲς ποὺ διέπουν ὅ,τι αἰσθάνεται καὶ σκέπτεται. Τὸ βίωμα ἀναφέρεται πάντα στή συνείδηση, καὶ ἡ συνείδηση παίζει διάφορα τυχερὰ παιχνίδια. Συχνά, ἡ ἀμεσότητα τοῦ αἰσθήματος γεννάει τὴν ἔκπληξη: : «Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ζωή; Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι;» (73), ἀλλὰ χωρὶς θάμβος. Ἡ «προδιάθεση γιὰ θαῦμα» (71) δὲν εἶναι καὶ πίστη στὸ θαῦμα∙  ἀκολουθεῖ ἡ εἰρωνία: «Ἡ ἀπόλυτη ἀναλήθεια ... μοιάζει σὰν μιὰ δεύτερη ἀλήθεια» (96).
Αἰσθάνομαι ἐρωτικὴ διάθεση ἀλλὰ δὲν ξέρω τί ἀκριβῶς εἶναι ἔρωτας. Ἕλκομαι ἀπὸ μιὰ γυναίκα καὶ ταυτοχρόνως ἡ ἕλξη αὐτὴ ἀνοίγει ἔναν κόσμο ποὺ ὑπερβαίνει τὴ γυναίκα. Ὁ ἔρως δὲν ὑπάρχει στὸ κενό, ἀλλὰ σ’ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν ὑποψιαζόμουν προηγουμένως. Εἶναι καλός, κακός, δὲν ξέρω. Ἐνδεχομένως νὰ πονέσω. Πλὴν ὅμως «Τότε ζεῖς μὲ προθυμία», ἐνῶ χωρὶς τὸ ἄνοιγμα τοῦτο «ζεῖς σὰν νὰ μὴ θέλεις». Αὐτὸ ποὺ ζεῖς μὲ προθυμία μοιάζει μὲ αὐτοσκοπό, ὅπως κάθε γνήσια ποίηση. «Τὸ βράδι ἀπολαμβάναμε ταράτσα» (63). Τὴν κάναμε ταράτσα, ἔλεγαν παλιότερα. Στιγμὴ εὐφροσύνης ὡς παρουσία, νοσταλγία πληρότητας ὡς ἀπουσία. 
Ἴσως ὁ κόσμος μιὰ στιγμὴ νὰ χρειάστηκε μονάχα
γιὰ μιὰν ἐρωτικὴ ἐξομολόγηση (65)

ὅταν ξαφνικὰ συνειδητοποιεῖται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀληθινὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο, ἐκτὸς τῆς ἐρωτικῆς ἢ «ἀγαπητικῆς» σχέσης, γιὰ ὅποιον θέλησε «νὰ ὑπάρξει», καὶ ὄχι νὰ κερδίσει, νὰ ὑποτάξει, νὰ κυριαρχήσει : «Τί νὰ προσθέσει στὸν κόσμο δὲν ἔχει» (75). Ἀλλὰ ὁ ποιητὴς προσθέτει τὴ δική του ἐμπειρία τοῦ κόσμου, διότι ἡ ἐρωτικὴ ἢ ἀγαπητικὴ σχέση δὲν παραδίδεται εὔκολα στὴν ἐκλογίκευση. Εἶναι κάτι τὸ μυστηρῶδες, κατὰ πολὺ βαθύτερο ἀπὸ τὸν συναισθηματισμὸ τῶν σχέσεων. Ἔτσι, ἡ καθημερινότητα δὲν στραγγαλίζει τὴν καθημερινὴ ἀναρώτηση, οὔτε τὴν καπακώνει μὲ ἰδεολογίες∙  διαλέγεται μέσω τοῦ ποιήματος μὲ τὸν ἑαυτό της, χωρὶς τὶς συνήθεις μεψιμοιρίες ἢ τοὺς μεγαλοϊδεατισμούς. Ἡ ἀλήθεια τῆς ἔκπληξης, ὅταν δὲν προεκτείνεται στὴν εἰρωνία, μεταλλάσσεται σὲ συγκρατημένη ἀπελπισία: «ἕνας ἀρχαῖος δεσμός ἤμουν κι ἐγώ...» (106).  Παντοῦ, ἡ αἴσθηση μιᾶς χαμένης ἑνότητας ποὺ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκαταστήσει, ἀλλὰ καὶ οὔτε νὰ ὑποκαταστήσει. Αὐτὸς νομίζω εἶναι καλῶς ἢ κακῶς καὶ ὁ πνευματικὸς κανόνας πολλῶν νεώτερων ἔργων.

Ὀπτική γωνία τοῦ ποιητῆ εἶναι ἡ μοναξιὰ μιᾶς τέχνης ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό της στὶς τρέχουσες ἰδεολογίες, ἀποστρέφεται τοὺς συλλογικοὺς φορεῖς καὶ τὶς τραγουδιστικές τους συνήθειες. Στὰ πρῶτα ποιήματα μάλιστα, ἀκούγεται μιὰ φωνὴ πέραν τοῦ τάφου. Γι’ αὐτὸ καὶ καλή του ἐλπίδα εἶναι «τὸ κύρος τοῦ μοναχικοῦ ἀναγνώστη». Ἀρκεῖ ὅμως ἡ μοναχικότητα γιὰ νὰ ἔχει κύρος ἡ γνώμη ἑνὸς ἀναγνώστη; Μᾶλλον ὄχι.  Χρειάζονται πνευματικὲς οἰκογένειες καὶ οἱ πνευματικὲς οἰκογένειες κοινωνιολογικῶς εἶναι δύσκολο νὰ ἀποκτήσουν κύρος στὶς μέρες μας. Ἡ ποίηση εἶναι «μιὰ χαμένη ὑπόθεση» (150), ἐὰν τὴν ἀντιμετωπίσεις μὲ τοὺς σύγχρονους ὅρους ἐπικοινωνίας.
 Δὲν ἔχει ἄδικο λοιπὸν νὰ τιτλοφορεῖ τὴν τελευταία συλλογή δοκιμίων του «Ἡ μοναξιὰ τῆς Ποίησης» (Νεφέλη 2016), ἔστω κι ἂν ὁ τίτλος δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως στὸν θεωρητικὸ καὶ ἐξηγηματικὸ χαρακτήρα τῶν περιεχομένων του. Μόνο μοναξιὰ δὲν ἔχουν τὰ δοκίμιά του. «’Εγὼ μαθήτευσα στὴ σχολὴ...» τοῦ τάδε καὶ τοῦ τάδε, θὰ φωνάξει μιὰ μέρα ὀργισμένος ἐναντίον τῆς ἀνάσκητης δυσπιστίας.  Τί θα συνέβαινε ὅμως ἂν αὐτὸ τὸ βιβλίο γινόταν ἀπροσδόκητα ἕνα μπέστ σέλλερ; Θα διεύρυνε πιθανῶς τὸ ἀναγνωστικό του κοινό. Θὰ τὸ ἔφερνε πιὸ κοντὰ στὰ ποιήματά του. Θὰ ἀνεδείκνυε τὸν κόσμο τῆς ἐκπλήξεως, τῆς εἰρωνίας, τῆς ἤρεμης ἀπελπισίας, τοῦ συγκρατημένου θυμοῦ. Θὰ ἔπαυε τάχα ἡ μοναξιά;  Μᾶλλον ὄχι. Ἁπλῶς, οἱ ἀναγνῶστες θὰ συνειδητοποιοῦσαν ἴσως ὅτι δὲν ὑπάρχει ποίηση στὸ σύγχρονο κόσμο χωρὶς τὴν καταστατικὴ μοναξιά της. Ἵσως τότε νὰ γινόταν πιὸ σεβαστή, ὅπως εἶναι σεβαστοὶ οἱ καλόγεροι ἐκ μέρους πιστῶν καὶ ἀπίστων, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐμμένουν στὴν καλογερική τους. Τίποτε ἄλλο δὲν μιλάει σήμερα ὑπὲρ τῆς ποιήσεως.

Ἐκεῖνος ποὺ εἰσχωρεῖ στὸν κόσμο τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἔχει νὰ κάνει μὲ κάτι ποὺ γενικὰ ἐξωκεανίζει, δὲν θυμίζει καὶ ὅμως συγκρατεῖ, ἂν καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς καθιερωμένες ποιητικὲς ἀρετές. Τὰ ποιήματα τοῦ Νίκου Φωκᾶ δὲν εἶναι ἀβανταδόρικα. Δὲν γοητεύουν μὲ τοὺς μαγικοὺς τρόπους τοῦ λεξιλογίου, τῆς γραμματικῆς ἢ τῆς συντακτικῆς ὀμορφιᾶς. Οὔτε μὲ τὴ μουσικότητά τους.
 Ὅποιος πέρασε τὴ ζωή του μὲ τὰ κείμενα, ξέρει ὅτι μόνον ἀποφατικὰ μπορεῖ νὰ ὁρισθεῖ τὸ καλὸ ποίημα. Καμμιὰ θεωρία, κανένα θετικὸ γνώρισμα δὲν ἐπαρκεῖ, γιατὶ τὸ καλὸ ποίημα εἶναι ἀνώτερο τῶν ἐπιμέρους στοιχείων του. Τὸ ἐπιχείρημα τῆς κοινῆς ἀποδοχῆς αἴρεται αὐτομάτως, μόλις σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι σπουδαῖα ποιητικὰ ἔργα, παλαιὰ καὶ νεώτερα,  εἶναι τόσο δύσβατα ποὺ δὲν διαβάζονται κάν, μόνο μνημονεύονται στὶς ἱεραρχήσεις. Καὶ ναὶ μὲν διασχηματίζουν ἕνας εἶδος θολῆς «ἀνάμνησης» τοῦ ὡραίου, δὲν συνιστοῦν ὅμως τυφλοσούρτη γενικῆς χρήσεως. Ὑπάρχουν ἁπλῶς ἐποχὲς καὶ ἑδραιωμένες προτιμήσεις ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ θὰ ἀντιμετωπίζουν ἐχθρικὰ τὶς εἰσβολὲς τοῦ προσωπικοῦ καὶ παράταιρου. Ὁ ὅρος Ποίηση δίνει τὴν ἐντύπωση μιᾶς αἰώνιας οὐσίας, διότι χωράει τὰ πάντα, ἐνῶ τὰ ἴδια τὰ ἔργα μεταβάλλουν ἀδιάκοπα τὸ νόημά της. Ἔτσι, στὴν ἱστορία της, συναρμονίζονται τὰ πλέον ἀντίθετα καὶ ἀσύμπτωτα. Ὁ στίχος λόγου χάρη ποὺ θεωρεῖται διαχρονικὸ γνώρισμα τοῦ ποιήματος, ἔπαψε νὰ ἔχει καθολικὴ ἰσχύ. Πολλὰ ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπιδραστικὰ ποιήματα τοῦ Μοντερνισμοῦ δὲν γράφηκαν κὰν σὲ στίχους. Ὁ δὲ χαρακτήρας τοῦ στίχου ἔχει πιὰ μεταβληθεῖ σὲ τέτοιο βαθμό,  ὥστε νὰ ἀναγνωρίζεται μόνο στὰ ἁπλὰ τραγούδια.

  Οἱ σκέψεις τοῦ Ν. Φωκᾶ πάνω στὸ ζήτημα τῆς μετάφρασης εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ ἐνδιαφέρουσες στιγμὲς τῶν ἐκλεκτῶν Δοκιμίων του, διότι ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἵδια τὴ μεταφραστική του πρακτικὴ στὴν ὁποία καὶ διαπρέπει. Κατανόησε πόσο σφαλερὸ εἶναι νὰ υἱοθετοῦνται γνωστὲς κανονικότητες γιὰ τὴν ἀπόδοση ἑνὸς ξένου ποιήματος καὶ τί ἀλλοιώσεις προκαλεῖ τὸ κυνήγι τῆς ὁμοιοκαταληξίας. Τὸ σαιξπηρικὸ σονέτο π.χ. εἶναι προσωπικὴ κατάκτηση τοῦ Σαίξπηρ. Ἄρα, εἴτε θα πρέπει νὰ ἀνακαλύψεις μιὰ νέα σονετικὴ μορφή ποὺ δὲν θὰ θυμίζει τίποτε ἀπὸ τήν ἀντίστοιχη  σονετογραφία της γλώσσας σου, ἤ θὰ ἀναζητήσεις ἄλλη λύση, ὅπως ἔκανε φερ’εἰπεῖν ὁ Πιὲρ Ζὰν Ζοὺβ μὲ τὴ ρυθμικὴ παράγραφο. Ὁ μεταφραστὴς δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψει στήν παράδοση τῆς γλώσσας του νὰ καταπνίξει τὸ μεταφραζόμενο. Ὀφείλει νὰ πάει κόντρα στὴν ἴδια του τὴν παράδοση. Τὸ σεφερικὸ «φάσμα τοῦ Σολωμοῦ» εἶναι μἰα ἀπὸ τὶς μείζονες ἰδεολογικὲς παρανοήσεις τοῦ μεταφραστικοῦ φαινομένου. 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως, ἀδικεῖς ὅταν διατείνεσαι ὅτι τὰ μεταφραστικὰ ἀποτελέσματα στὴ γλώσσα μας εἶναι «ἄκρως ἀπογοητευτικά». Εἶναι τάχα τόσο ὰπογοητευτικὴ ἡ Ἔρημη χώρα τοῦ Σεφέρη, ἡ Ἀνάβαση τοῦ Τ. Παπατζώνη, ἡ Κατάη τοῦ Ζ. Λορεντζάτου, τὸ Μαῦρο γάλα τοῦ Τσέλαν ἀπὸ τὴν Ὄλγα Βότση γιὰ νὰ ἀναφέρω ὅ,τι ἔρχεται αὐτοστιγμεί στὸ νοῦ μου; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὁ Φωκᾶς ξέρει ὅτι ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι κατά βάθος μιὰ ἱστορία μεταφράσεων. Καὶ ἐπειδή ξέρει, ἀδικεῖ, ὅπως ἀδικοῦν καὶ ὅλοι, ὅσοι δὲν ξέρουν. Πῶς νὰ μὴ ζηλέψεις ὅμως τὴ μεταμόρφωση τοῦ μπωντελαιρικοῦ θέματος μιᾶς ἄγνωστης, περαστικῆς γυναίκας σὲ ἑλληνικὴ Ξερολιθιά ! (296).

 Ἡ ποίηση δὲν δεσμεύεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑπῆρξε ἱστορικῶς, εἶναι αὐτὸ ποὺ γίνεται. Κάθε προσπάθεια συνέχισης ἢ ἐπιστροφῆς στὴν «παράδοση» εἶναι σκέτη ψευδαπάτη. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ μετάφραση τῶν ποιημάτων. Ἡ γνώση καὶ ἡ καλλιέργεια διαδραματίζουν βεβαίως πρωτεύοντα ρόλο στὴ συγγραφή. Παραταῦτα, κάτι μᾶς λέει ἐπίμονα ὅτι ἡ ποίηση δὲν εἶναι τέχνη, δὲν μαθαίνεται σὰν ἕνα ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα, ὅπως δὲν γίνεσαι φιλόσοφος, ἐπειδή κατέκτησες τὴν ἀπαιτητικὴ γλώσσα τῆς φιλοσοφίας. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὅλα εἶναι σχετικὰ καὶ τὸ ἀσήμαντο μπορεῖ νὰ λάβει ἀνενόχλητα τὴ θέση τοῦ σημαντικοῦ, ἔστω κι ἄν πολὺ συχνὰ ἔτσι γίνεται, ἰδίως στὴν ἐποχή μας, ἀφ’ἧς στιγμῆς ἔπαψε νὰ ὑφίστανται δογματικὲς ἀρχὲς τοῦ καλοῦ γραψίματος. Καὶ γι’αὐτὸ ἄλλωστε  οἱ φιλοδοξίες εἶναι πολὺ περιορισμένες. Ποιὸς ἔχει σήμερα γιὰ πρότυπο τὸν Δάντη ἢ ποιὸς τολμάει νὰ δηλώσει, ἔστω καὶ ὑπορρήτως, ὅτι φιλοδοξεῖ νὰ χαράξει μιὰ νέα ἀρχή; Τὸ πράγμα δὲν εἶναι ἄσχετο ἀσφαλῶς μὲ τὴν κατάσταση τῶν σύγχρονων μεταβιομηχανικῶν κοινωνιῶν, στὶς ὁποῖες ἡ Τέχνη κατὰ κανόνα ἐπιπλώνει, δὲν χτίζει, οὔτε γκρεμίζει. Οἱ ἄγριοι πόλεμοι γύρω ἀπὸ τὸ «γοῦστο», ὁδήγησαν τελικῶς στὴν παράδοξη εἰρήνη τοῦ προσωπικοῦ γούστου. Τὸ «μ’ ἀρέσει δὲν μ’ἀρέσει» εἶναι ἡ τελευταία λέξη στὰ αἰσθητικὰ ζητήματα καὶ τίτλος ἑνὸς ἀπὸ τὰ ὡραῖα δοκίμια τοῦ Νίκου Φωκᾶ.
Εἶναι ὅμως τὸ ποίημα ζήτημα «αἰσθητικῆς ἀξίας» καὶ μόνο; Οἱ δημιουργοὶ συνήθως εἶναι «ὀξύθυμοι ἀναγνῶστες», παρατηρεῖ ὁ Φωκᾶς. Ἀλλὰ καὶ ἐνθουσιώδεις ἐκεῖ ποὺ χρειάζεται, θὰ συμπλήρωνα, ὅπως δὲν εἶναι ὁ Φωκᾶς. Ὁ ὀργίλος ποὺ δὲν ξέρει νὰ θαυμάζει, θὰ παραμείνει ἄδικος σὲ πεῖσμα τῶν ὀξυδερκῶν παρατηρήσεων καὶ τῆς ἐναργοῦς διατύπωσης. Θαυμάζω τοὺς σκεπτικιστὲς ποὺ δὲν κρύβουν τὴ συγκίνησή τους. «Ἡ θρησκεία, ἔγραφε ὁ Benjamin Constant, εἶναι συγκινητικὴ κυρίως γιὰ ὅποιον δὲν πιστεύει» ( Journal, 17 Φεβ. 1804).  Μεγάλη ἀλήθεια. Ὁ πιστὸς πιστεύει, δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὰ θεῖα. Συγκινούμαστε ἀπὸ τὴν εὐσέβεια, τὴν αὐταπάρνηση τῶν ἡρώων του Παπαδιαμάντη, ἔστω κι ἄν δὲν εἴμαστε πιστοί. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ αἰσθητικὴ ἀντιμετώπιση, ἀλλὰ γιὰ κάτι ἀνθρωπολογικῶς βαθύτερο. Ἂν τὸ δέος τοῦ κακοῦ ξεβολεύει, τὸ καλὸ συγκινεῖ, ἐπειδὴ κατὰ βάθος προστατεύει.
Ἀναγνωρίζοντας πὼς «τίποτα δὲν εἴμαστε» (85), ὁ Φωκᾶς νοσταλγεῖ τὶς ἐποχὲς τῆς πίστεως, γνωρίζοντας πὼς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιστρέψουν, τουλάχιστον μὲ τὴν ἱστορικὴ μορφή τους. Πίστη σημαίνει Θεία Πρόνοια. Καὶ ὁ Φωκᾶς, ὅπως καὶ ἡ ἐποχή μας, δὲν φαίνεται νὰ πιστεύει στὴ Θεία Πρόνοια, οὔτε ὅμως ἔχει ἐμπιστοσύνη στὴν Κοινωνικὴ πρόνοια. Ὲξοῦ καὶ ἡ «μοναξιὰ τῆς Ποίησης» ποὺ φιλοδόξησε μιὰ στιγμὴ νὰ λάβει τὴ θέση τῆς θρησκείας.
 Ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Φωκᾶ ἠχεῖ στ’αὐτιά μου σὰν ἀρχαῖος «ἀγὼν» μεταξὺ ἠθικῆς καὶ αἰσθητικῆς ποὺ δὲν καταλήγει ποτὲ σὲ συνθετικὴ ὑπέρβαση τῶν ἀντιθέτων, ἔστω κι ἂν στὸν καιρό του ἀντιτάχθηκε γενναία καὶ πρὸς τὴ μετασουρρεαλιστικὴ καὶ πρὸς τὴν στρατευμένη ποίηση (τῆς ἥττας ἢ ὄχι).
Ἀπὸ μιὰ ἄποψη μάλιστα, ὁ Ν. Φωκᾶς εἶναι ἴσως ὁ μόνος μεταπολεμικὸς «ποιητὴς τῆς ἥττας», ὄχι κατὰ τὴν καθιερωμένη ἔννοια, ἀλλὰ μὲ τὴν πνευματικότερη σημασία τῆς βαθύτερης ἥττας τοῦ σύγχρονου Ἑλληνισμοῦ. Μιὰ ἥττα ποὺ θρέφεται μέσα του ἀπὸ τὰ πρῶτα πρῶτα ἕως τὰ ποιήματα τῆς ὡριμότητας, (πρβ. τὴν  ὡραία Ἐκφορά, (279) ἢ τὸ Ἡ Γενιὰ (288)). Ἥττα προσωπική, γιατὶ ἡ νεώτερη Ἑλλάδα δὲν ἐπιτρέπει τὴν ὕπαρξη αὐτόνομων προσωπικοτήτων, ἥττα τοῦ Ἑλληνισμοῦ γιατὶ δὲν κατορθώνει πλέον νὰ ἀρθρώσει ἴδιον λόγο.
Βασικό γνώρισμα τῆς μεταπολεμικῆς ποίησης εἶναι ἡ παθητικὴ ἔκφραση εἴτε ἑνὸς ψυχολογικοῦ ὑποκειμένου ποὺ δίνοντας τὸ προβάδισμα στὸ ἀνεπεξέργαστο αἴσθημα παραδέρνει, ἀναζητώντας ματαίως μιὰ οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο χωρὶς νὰ τὸν καταλαβαίνει, εἴτε μιᾶς ὀνειρικῆς συλλογικότητας ποὺ προσδοκᾶ ἕνα καλύτερο αὔριο καὶ θρηνεῖ γιατὶ δὲν ὑλοποιήθηκε. Ὁρισμένα ἐξ αὐτῶν ὅμως θὰ συγκινοῦν μὲ τὴν «ἀνθρωπιά» τους.
Στὰ ποιήματα τοῦ Ν. Φωκᾶ δὲν ὑπάρχει παρόμοια «ἀνθρωπιά», ὄχι γιατὶ ὁ ποιητὴς εἶναι ἀπάνθρωπος, ἀλλὰ γιατὶ πασκίζει ἀνέλπιδος νὰ ἐξιχνιάσει τί ἀκριβῶς διέπει τὸ ἴδιο τὸ προσωπικὸ βίωμα. Ὁ σύγχρονος κόσμος αἴρει τὸ ἀπόλυτο τῶν ἀρχῶν, χωρὶς νὰ τὶς καταργεῖ. Χωρὶς τὸ Ἕν ὡς πηγὴ νοήματος, εἴτε αὐτὸ καλεῖται Νόμος, Θεὸς ἢ Λογική, δὲν ὑφίσταται τάξη. Μένει τὸ ἐρωτηματικό,  ὑπαρξιακὸ βίωμα, παραζαλισμένο πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὶς μεταμορφώσεις τοῦ Ἑνός.
Τὸ ποίημα λοιπὸν μπορεῖ μὲν ἐξωτερικῶς νὰ ἠχεῖ ὡς «ἀντιποιητικό», ἐξοῦ καὶ ἡ πεζολογία του, ἔρχεται ὅμως πολὺ κοντὰ σ’αὐτὸ ποὺ ἀναζητᾶ τὸ παρὸν γιὰ νὰ λάβει μορφὴ ποιήματος. Παρὰ τὴν ποικιλία ἀποχρώσεων καὶ ποιοτήτων, ἡ γενικότερη κατεύθυνση μιᾶς ἐποχῆς, εἶναι βεβαίως κοινὴ γιὰ ὅλους. Ἀλλὰ τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ παρόντος ποὺ ἐνσαρκώνει τὸ γνήσιο ποίημα, καθὼς αὐτὸ δὲν ὑπόκειται στὶς χρονικὲς σχέσεις αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ, ἀποτελεῖ πάντα μιὰ ἀδιόρατη διακοπή, μιὰ στιγμὴ ἐκκρεμότητας. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχει ἕτοιμη γλώσσα, ἕτοιμους τρόπους, ἕτοιμα αἰσθήματα. Ὅλα δηλ., ὅσα συγκροτοῦν τὸν μέγα πλοῦτο τῆς ποιητικῆς παράδοσής μας, ἀλλὰ  καὶ τὸ μέγα ἐμπόδιο τῆς γνήσιας ποίησης.
Ἀπέναντι στὶς γενικὲς κατευθύνσεις, ὁ Ν. Φωκᾶς ἐπιλέγει νὰ «μεγεθύνει τὸ μικροσκοπικό» (107) τὶς μικρὲς κλίμακες μὲ τὶς σχεδὸν ἀδιόρατες πλὴν ἠχηρὲς ἐκρήξεις. Ἠχηρές, γιὰ ὅποιον ἀποφασίσει νὰ συρθεῖ μέσα στὴν τρύπα του. Πάσχουμε λίγο πολύ, θὰ ἔλεγα,  ἀπὸ τὸ σύνδρομο τοῦ Γκιούλιβερ στὴ χώρα των Λιλιπουτείων. Δὲν χωρᾶμε πουθενὰ καὶ γι’αὐτὸ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὶς τρύπες. Ἂν ὅμως τὸ ποίημα δὲν ἀνοίγει τρύπα, τότε δὲν χρειάζεται διόλου. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μιὰ χαρὰ σήμερα χωρὶς Θεό, χωρὶς σωτήριες ἰδεολογίες, ἄρα μπορεῖ νὰ ζήσει μιὰ χαρὰ καὶ χωρὶς ποιήματα. Δὲν ξέρω κατὰ πόσο μιὰ τρύπα ἀνάμεσα στὶς ἐπαύλεις καὶ τοὺς οὐρανοξύστες μπορεῖ ν’ἀλλάξει τὴ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, οὔτε ξέρω γιατὶ πρέπει ν’ἀλλάξει, ὅταν ἀλλάζει καθημερινῶς χωρὶς προειδοποίηση. Ἡ συνειδητοποίηση της ἀλλαγῆς του ὅμως, ἀδιάφορο πρὸς ποιὰ κατεύθυνση, ἀποτελεῖ πνευματικὸ μέλημα ποὺ μόνο ἡ σκέψη καὶ ἡ τέχνη μποροῦν νὰ ἱκανοποιήσουν. Ἡ λογοτεχνία ἦταν κάποτε χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ καλλιεργημένου ἀνθρώπου. Δὲν τὸν ἔκανε οὔτε καλύτερο, οὔτε χειρότερο. Στὴν καλύτερη περίπτωση, τὸν εἰδοποιοῦσε γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὸ γνωστό, μὲ τὸ παρόν (βλ. π.χ.  Τα γνωστά, σελ. 250).

Ὠς ἑνιαία, προσωπικὴ διάθεση, ἡ ποίηση τοῦ Ν. Φωκᾶ δὲν ὑπόσχεται, δὲν παραμυθεῖ, συχνὰ μάλιστα δὲν τέρπει κὰν μὲ τὴν πρώτη. Ἔχει ἀποβάλει ἑκουσίως κάθε γλωσσικὴ γοητεία, κάθε προφητικὸ ἐνθουσιασμό. Παρὰ τὴν ἐμμονή του στὴν παραπειστικὴ λέξη «ποιοτικός», τὴν ὁποία ὑψώνει ὡς ἀντίσταση ἐνάντια στὴ χρηστικότητα, ἐνῶ ἀποτελεῖ ἁπλῶς θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ἰδιότητα, συγχέεται ὅμως μὲ τὴ διαφημιστικὴ προβολὴ τοῦ χρηστικοῦ προϊόντος καὶ συνεπῶς ἀπάδει πρὸς τὴν ποίηση, ἡ μαστορικὴ ἐδῶ δὲν ἔχει τὴν πρωτοκαθεδρία. Καλὸς μάστορας δὲν πάει νὰ πεῖ καὶ καλὸς ποιητής. Ἰδοὺ τὶ ψιθυρίζει τὸ παρὸν τῆς τυποποίησης. Καὶ ἐνῶ κρυφίως ἐπιστρατεύονται σύνθετες στιχουργικὲς μορφὲς γιὰ τὴ ρυθμικὴ ὁλοκλήρωση ἑνὸς θέματος, ἰδίως στὶς προχωρημένες, ἂν καὶ πιὸ «καθισμένες» συλλογὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’90, ἡ δική του μαστορικὴ μένει ἀόρατη διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ. Τὸ ἀντιποιητικὸ καὶ ἐν πολλοῖς δημοσιογραφικὸ λεξιλόγιο ἀνήκει στὴν τρεχάμενη γλώσσα. Σχεδὸν μινιμαλιστικὰ avant la lettre στὴ νεοελληνικὴ ποιητική, τὰ ποιήματά του ἀνδρώνονται σιγὰ σιγὰ μορφοποιώντας ἕναν σχεδὸν ἀφιλάρεσκο, εἰρωνικὸ καὶ ἀνέλπιδο στοχασμό. Ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια ἐκεῖ ποὺ πονάει, καὶ σὰν μικροὶ κεραυνοὶ σκᾶνε πάνω στοὺς ἀδιερεύνητους τόπους τῶν πεποιθήσεων, τῶν βεβαιοτήτων, τῆς πνευματικῆς ἀσφάλειας. Ὅποιος ξέρει τὸ σπίτι του, ξέρει τὴ «διαβατικὴ (δηλαδὴ ἰδεολογικὴ) ἀθωότητα» (97) ἀλλὰ καὶ τὰ μιαρὰ μυστικά του. Τέτοια εἶναι καὶ ἡ πνευματική του σχέση μὲ τὴν Ἑλλάδα.
Ὥστε δὲν συνεπαίρνει, σὲ «συμπαίζει», θὰ ἔλεγα, ὅπως συνέπαιζαν, λοιδορώντας τοὺς θεούς τους οἱ ἀρχαῖοι. Παντοῦ ὅμως μυρίζει μιὰ ἰδιάζουσα τρυφερότητα, μιὰ συμπόνια χωρὶς ψευδαισθήσεις καὶ μὲ «ἄρνηση κάθε ταυτότητας» (138). Ἀλλὰ ὅπου ἡ σκέψη εἶναι χωρισμός, ἡ φρίκη του διατυπώνεται μὲ προσωκρατικὴ ἠρεμία, γιὰ νὰ μήν πῶ μὲ ἀπονενοημένο μειδίαμα:

...δὲν καταλάβαινα∙ἔφταιγε ἡ παλιὰ μὲ τὸν κόσμο αὐτὸν οἰκειότητα (147).

Τί μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ θάνατος «χωρὶς σταυρὸ ἢ ἄλλο ἱερὸ σημάδι», ρωτάει τὸ ποίημα Σάτυρος (159). Τί σημαίνει δηλαδὴ θνητὸς σήμερα; Σημαίνει ἄνοιγμα στὴ φρικτὴ ἀλήθεια τῆς φθαρτότητας, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔπαψε νὰ ἰσχύει ὁ σταυρὸς ἢ ἄλλα ἱερὰ σημάδια. Τὸ μόνο ἱερὸ εἶναι ἡ θαρραλέα ἐνατένιση αὐτῆς καθαυτῆς τῆς φθαρτότητας καὶ συνεπῶς ἡ τρύπα τοῦ ποιήματος.  Μιὰ μεταφορὰ τρομακτικῆς φύσεως εἶναι καὶ τὸ εἰρωνικὸ  Ἀπορρυπαντικό (167). Ἀγαθὸ ἄμεσα διαθέσιμο μὲ ἑλκυστικότατη συσκευασία καὶ ἐπωνομασία «Σανλαϊτ» (Ἡλιόφως) ποὺ καθαρίζει ἀπὸ τοὺς ρύπους καὶ κάνει τὰ πάντα νὰ λάμπουν κάτω ἀπὸ τὴν ἀφανιστική του χημεία.

Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ σ’ἔναν κόσμο δῆθεν ἄδολο καὶ καθαρό, οἱ μεταφυσικὲς ἀρχὲς τοῦ ὁποίου ἔκαναν τὴ ζωὴ αὐθεντικότερη. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει πλέον χωρὶς ἀπορρυπαντικά, ὅπως κανεὶς δὲν ζοῦσε χωρὶς Θεοὺς ἢ Θεό. Ἡ ἀόρατη ἀρχὴ ποὺ διέπει τὰ παρόντα εἶναι πλέον ἡ Τεχνολογία, ἡ ὁποία διαμορφώνει καὶ καθοδηγεῖ κάθε πτυχὴ τῆς πραγματικότητας, ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς. Οἱ νοσταλγικὲς ἀντιδράσεις φτωχαίνουν τὴν ποίηση. Πάντως, στὴ μικρὴ ἢ πιὸ μείζονα κλίμακα τοῦ καθημερινοῦ βιώματος, οἱ ποιητικὲς παρατηρήσεις τοῦ Ν. Φωκᾶ φωτίζουν κάτι ἀπὸ τὴ φύση τῶν ἀποκαλούμενων φώτων : «Τὸ φῶς, τὸ φῶς ὁ μόνος ἅδης !» (171).  Μιὰ τραγωδία δηλαδή, ἀπαράλλακτη προϋπόθεση τῆς σύγχρονης ποίησης.

ντώνης Ζέρβας


--------------------------------------------------
Ἀφιέρωμα στὸν Νίκο Φωκᾶ, περ. Μανδραγόρας, τχ. 56, Ἰούνιος 2017.
** Τὸ Ἐκκρεμές (86). Οἱ ἀριθμοὶ σὲ παρένθεση παραπέμπουν στὴ σελιδαρίθμηση τοῦ τόμου Νίκος Φωκᾶς, Ποιητικὲς συλλογές 1954 – 2000, Ὕψιλον 2002.