Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

"Στο Χριστό στο κάστρο" - μια διασκευή του διηγήματος του Αλ. Παπαδιαμάντη

Λίγες μέρες πριν από τα φετινά Χριστούγεννα, το στίγμαΛόγου σας αποχαιρετά για τις γιορτές με μια διασκευή του κλασικού διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη "Στο Χριστό στο κάστρο" από τον συνεργάτη του ιστολογίου μας, Απόστολο Σπυράκη. Ραντεβού εδώ στις 8 Ιανουαρίου. 


Χρόνια πολλά!!!


Στο Χριστό στο κάστρο

Στο πρώτο λυκόφως της ημέρας, οι επιβάτες της βάρκας κοιτούσαν ο ένας τον άλλον σα να βλέπονταν για πρώτη φορά. Τα πρόσωπά τους ήταν ωχρά, τα χείλη μελανιασμένα, τα χέρια τους είχαν κοκαλιάσει. Η θάλασσα έφριττε από την πνοή του βορρά και στα κύματα που ακούγονταν να σκάνε στην ακτή απαντούσε ο φλοίσβος που χτυπούσε την πλώρη της μεγάλης και δυνατής βάρκας. Ευτυχώς είχε πάψει να χιονίζει, αλλά ο άνεμος έπνεε παγερός. Η σελήνη είχε δύσει προ πολλού, τα άστρα έτρεμαν εκεί ψηλά στο στερέωμα όπου στέκονταν στη μέση του ουρανού, ο πήχης, η άρκτος και ο πολικός αστέρας έλαμπαν με τη βαθιά τους λάμψη. Ο κυρ Αλεξανδρής ονειρεύονταν ότι βρισκόταν ακόμα στην κλίνη του κι απορούσε πως αυτή τραμπαλιζόταν σα να ήταν παιδικό κρεβατάκι, ενώ ο γιος του παπά, ο Σπύρος, έκανε μετάνοιες όλη την ώρα και η κόκκινη μύτη του ήταν το μόνο ορατό σημείο του σώματος του.

Όταν έφτασαν στο ύψος της κοιλάδας, την ώρα που ο ήλιος έγερνε στη δύση του, τα κύματα άρχισαν να διογκώνονται κατάπρωρα του μικρού σκάφους και η βάρκα με το λευκό πανί της, τον φλόκο και την αντένα της άρχισε να σκιρτά πάνω στο κύμα, πότε ανερχόμενη στα ψηλά όρη που σχηματίζονταν πότε κατερχόμενη τις ρευστές κοιλάδες, τη μια φορά έτοιμη να καταποντιστεί στην άβυσσο, την άλλη έτοιμη να κατασυντριβεί πάνω στην απόκρημνη ακτή. Ο παπάς μουρμούριζε μέσα του την παράκληση κι μπάρμπα Στεφανής, ο παλιός ναυτικός, έπνιγε την οργή του, καθώς δεν μπορούσε να ξεσπάσει σε καμιά βλαστήμια του τύπου: «Σκύλιασε ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θα σκάσεις αντίχριστε Τούρκο! Το μουχαμέτη σου μέσα!», εξαιτίας της παρουσίας του παπά. Τα κύματα χτυπούσαν την πλώρη, έσκαγαν πάνω στα πλευρά του σκάφους και εισορμώντας στο κύτος έπλητταν τα πρόσωπα κα μαστίγωναν τα χέρια των επιβατών. Η βαρκούλα κινδύνευε να αφανιστεί κι ο βυθός της θάλασσας έμοιαζε να φιλονικεί με την βραχώδη ακτή για το ποιος θα κερδίσει πρώτος τη λεία του.

Τη στιγμή ακριβώς που θα έβλεπαν το κάστρο, απ’ το οποίο απείχαν πλέον δύο ακόμη μίλια, άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα σύννεφα που είχαν μαζευτεί στην ανατολή εμπόδιζαν να φανεί το παρήγορο φως της σελήνης, ο άνεμος αντί να πέσει δυνάμωνε, αγρίευε, θέριευε κι η πορεία του σκάφους γινόταν αδύνατη. Πλέον δεν έβλεπαν τίποτε ούτε εμπρός ούτε δεξιά εκτός από δύο σκοτεινούς, χλωμούς όγκους. Ευτυχώς ο μπάρμπα Στεφανής γνώριζε απ’ έξω όλους τους κάβους, τις ξέρες και τις αμμουδιές: «Εδώ, εδώ είν’ ένα λιμανάκι, παπά, κάτω απ’ το πρωί από κατ’ απ’ την Αγιά Αναστασία στα Μποστάνια»

Η παπαδιά έψαχνε να ψηλαφίσει τον μικρό γιο της, τον Σπύρο, που τουρτούριζε παρά την βαριά περιβολή του. Είχε κρίνει ότι όφειλε να τον πάρει μαζί της κι έτσι τον είχε ξυπνήσει απότομα, τον έντυσε με διπλά πουκάμισα, φανέλες, ένα χοντρό μάλλινο γιλέκο, διπλό σακάκι και πανωφόρι ενώ είχε τυλίξει τον λαιμό του μ’ ένα μάλλινο, χνουδωτό μαντήλι. Όπως καθόταν στην αριστερή μεριά της πρύμνης, η παπαδιά ζητούσε να ψηλαφήσει τα χέρια και το στήθος του παιδιού, αλλά δεν έβρισκε σάρκα κάτω απ’ το βαρύ ντύσιμο.

«Να, για τον γιόκα σου τα παθαίνουμε αυτά, παπαδιά!», της φώναξε ο παπάς που καθόταν όλη την ώρα  στο πηδάλιο, φορώντας τη γούνα του, και που, παρά την κρισιμότητα των στιγμών, δεν είχε χάσει την καλή του διάθεση.

Πράγματι ο γιος του παπά, ο δωδεκαετής Σπύρος, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Λαμπράκη, εξαιτίας της ισχνότητας και της αδυναμίας απ’ τις οποίες έφεγγε το προσωπάκι του, είχε κινδυνεύσει να πεθάνει πέρσι τις μέρες των Χριστουγέννων. Η παπαδιά, που έφτανε πλέον τα πενήντα και τον είχε στερνοπαίδι και μοναχογιό ύστερα από τέσσερα επιζώντα κορίτσια και οχτώ γέννες, είχε τάξει, αν γλύτωνε το αγόρι της, να το πάει του χρόνου να λειτουργήσει τον Χριστό στο Κάστρο. Θυμόταν το τάξιμό της από την πρώτη στιγμή που ο παπάς άρχισε να μιλά για το παράτολμο σχέδιο του, αλλά έβλεπε ότι φέτος το εγχείρημα θα ήταν δυσκολότατο και φοβερό, εξαιτίας τους βαρύ χειμώνα και πίστευε ότι ο Χριστός θα τη συγχωρούσε και θα της έδινε καινούρια προθεσμία.

Όμως ο παπά-Φραγκούλης του Σακελάριου, ένας ιερέας κοντά στα πενήντα, ψηλός κι ακμαίος με φυσιογνωμία αγαθότατη, καθώς ήταν τολμηρός κι ακάματος, πήρε την απόφασή του, όταν άκουσε το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου του έτους 186… ότι ο Γιάννης ο Νυφιώτης μαζί με τον Αργύρη της Μυλωνούς είχαν κλειστεί απ’ το χιόνι στο Κάστρο στο Στοιβωτό, τον ανήφορο κατά πως λέγανε εκείνο το μέρος. Είχαν πάει μέσα στη βαρυχειμωνιά να κατεβάσουν ξύλα από ένα σημείο όπου δεν μπορούσε να πατήσει ούτε γίδι. Το Κάστρο δεν ήταν δυνατό να προσεγγιστεί από τη στεριά, καθώς είχε ρίξει χιόνι άφθονο κι ακόμα έριχνε – χρόνια είχε να κάνει τέτοια βαρυχειμωνιά. Αλλά κι απ’ τη θάλασσα δεν ήταν ευκολότερη η προσέγγιση. Με το που έβγαινες απ’ το λιμάνι του νησιού έπιανε γραιγολεβάντες δυνατός, που προκαλούσε φουρτούνα και δεν άφηνε τα καράβια και τις βάρκες να ξεμυτίσουν. Όμως, στο μυαλό του ισχυρογνώμονα ιερέα είχε σφηνωθεί η ιδέα να λειτουργήσει στην εκκλησία της Γέννησης του Χριστού στο Κάστρο κι είχε αρχίσει κιόλας να υπολογίζει τις προμήθειες που θα έπαιρνε μαζί του. Στο σπίτι υπήρχαν μερικά πρόσφορα για τη γιορτή των Χριστουγέννων και λίγα παξιμάδια από το αλεύρι που έφερναν οι πιστοί όλο το σαρανταήμερο πριν τη μεγάλη γιορτή. Κι όταν βρήκε σύμμαχο στο σχέδιό του τον μπάρμπα Στεφανή τον Μπέρκα, έναν παλιό ναυτικό, ψηλό, εξηντάρη, ο οποίος είχε φανεί ενθουσιασμένος με την ιδέα, το τολμηρό εγχείρημά του έμοιαζε πραγματοποιήσιμο. Ο ηλιοκαμένος ναυτικός με το παχύ γκρίζο μουστάκι, μόλις έμαθε το σχέδιο του παπά, πήγε και τον βρήκε την ίδια νύχτα. Ήταν βέβαιος ότι ο καιρός θα καλυτέρευε την άλλη μέρα και θα έπιανε μπουνάτσα που θα καλμάριζε τη θάλασσα, ενώ πίστευε ότι όσο χιόνι κι αν είχε στοιβάξει ψηλά, στις ακρογιαλιές ο τόπος θα μπορούσε να πατηθεί σχετικά άνετα. «Εγώ σας παίρνω απάνω μου!», φώναξε ο γέρο-ναυτικός κι ο παπάς δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του: «Μπράβο, Στεφανή, μ’ έκανες ν’ αποφασίσω, ήπιες ρακί, τράβα κι άλλο ένα!», του πρότεινε. 

Ο παπά-Φραγκούλης ήθελε να έχει μαζί του όσα περισσότερα τρόφιμα μπορούσε, καθώς δεν ήξερε πόσες μέρες θα χρειαζόταν να μείνουν εκεί πάνω μέχρι να καλοσυνέψει εντελώς ο καιρός. Φρόντισε λοιπόν και πήραν μαζί τους, εκτός από τα πρόσφορα και τα παξιμάδια, δύο μεγάλα δοχεία με ελιές και χαβιάρι, καθώς και δύο μποτίλιες που χωρούσαν μέχρι επτά οκάδες κρασί απ’ τη δική του σοδειά. Τύλιξε σε χαρτί μερικά ξηροχτάποδα κι ακόμα φρόντισε να πάρει ένα μικρό κουτί γεμάτο μεγαλόρωγες σταφίδες. Οι κόρες του είχαν βράσει καμιά πενηνταριά αυγά που τα έριξαν σ’ ένα καλάθι το οποίο σφραγιζόταν μ’ ένα σεντόνι, όπου είχαν τυλίξει τα κεριά και το λιβάνι. Ο μπάρμπα-Στεφανής απ’ τη μεριά του είχε κανονίσει να φέρει και δύο τεμάχια πέντε οκάδων από κρέας σαλάδο, αυτό που χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί στα ταξίδια τους, γιατί διατηρούνταν για μεγάλο διάστημα. Ο γέρο-ναυτικός ήθελε να ξεκινήσουν προτού ξημερώσει για να έχουν όλη τη μέρα μπροστά τους κι έτσι μες το βαθύ σκοτάδι είχαν μαζευτεί στο λιμάνι περίπου δεκαπέντε άτομα: κάποιες γειτόνισσες που το είχαν μάθει απ’ την παπαδιά, μια μακρινή συγγενής, η θεια το Μαλαμώ κατά πως την φωνάζανε, που δεν έχανε πανηγύρι και γιορτή, ο κυρ- Αλεξανδρής, ο ψάλτης που είχε κι αυτός προσηλυτίσει στο ταξίδι μερικούς ακόμη προσκυνητές, η οικογένεια του παπά βέβαια, ο δεκαεφτάχρονος γιος του μπάρμπα-Στεφανή που ήταν κι εκείνος ναυτικός, κι ο αδερφός ενός εκ των αποκλεισμένων, ο Βασίλης της Μυλωνούς, που εμφανίστηκε την τελευταία στιγμή  κουβαλώντας μαζί του κι έναν σάκο πλήρη τροφίμων…

Ύστερα από την ολοήμερη, τρομερή ταλαιπωρία μες στην αγριεμένη θάλασσα προσέγγισαν τη στεριά με πολύ κόπο, αγώνα και βάσανα, βρεγμένοι, μισοπαγωμένοι, θαλασσοπνιγμένοι. Υπήρχε σ’ εκείνο το σημείο της ακτής ένα θαλάσσιο μάρμαρο σαν φυσική αποβάθρα, πότε καλυπτόμενο απ’ το κύμα, πότε προβάλλοντας πάνω απ’ τη θάλασσα. «Εκεί, εκεί», φώναξε με όλη του τη δύναμη ο γέρο-ναυτικός. Τη φορά αυτή, το κύμα εκάλυπτε δεν εκάλυπτε τη μαρμάρινη προέκταση, πλησίασαν κι όπως άγγιξαν την στεριά αισθάνθηκαν αμέσως το ευάρεστο αίσθημα της παύσης του σάλου και της προσέγγισης σε στέρεο κι ευλίμενο μέρος. «Πάντα κατευόδιο!», είπε κάνοντας το σταυρό του ο κυρ-Αλεξανδρής, ο οποίος τότε συνήλθε από τη ζάλη και στάθηκε γερά στα πόδια του.

Με το που έπιασαν την ακτή, πήδησαν έξω σε μια μικρή αμμουδιά που υπήρχε ανάμεσα στην απόκρημνη ακτή και τη μαρμάρινη απόληξη και ξεφόρτωσαν τις αποσκευές να ελαφρύνουν τη βάρκα. Έσυραν κατόπι τη λέμβο, άναψαν τα δυο φανάρια που είχαν μαζί τους κι ο Βασίλης της Μυλωνούς πήρε ένα φτυάρι κι άρχισε να κατοπτεύει το μέρος για να βρει ένα μονοπάτι μες το χιόνι απ’ όπου θα μπορούσαν να βγουν στο κάστρο. Απ’ το σημείο που βρίσκονταν, το παλιό φρούριο διακρινόταν στο σκοτάδι σαν ένας πελώριος μαύρος όγκος ψηλά κατά το βορρά. Υπό κανονικές συνθήκες, σε καμιά ώρα θα μπορούσαν να βρίσκονται εκεί πάνω, όμως, με τόσο χιόνι που είχε πέσει, ζήτημα ήτανε αν θα τους έφτανε ο τριπλάσιος χρόνος. Ο Βασίλης βρήκε τελικά το μονοπάτι που είχε σκεπαστεί απ’ το άσπρο πέπλο και με δυο άλλους άνδρες προχώρησαν μπροστά ξεχιονίζοντας, ενώ πίσω οι άλλοι προσκυνητές κρατούσαν τα φανάρια, ελπίζοντας να φτάσουν στον φρούριο γύρω στα μεσάνυχτα. Ο δρόμος ανέβαινε ελικοειδής στον γκρεμό κατ’ αρχάς κι ύστερα κατέβαινε σ’ ένα παραθαλάσσιο κοίλωμα. Κείνη την ώρα η σελήνη έριχνε το κρύο φως της στους ανθρώπους που προσπαθούσαν να αναρριχηθούν σαν μικρό κοπάδι αιγών με κίνδυνο να γκρεμιστούν ανά πάσα στιγμή στην άβυσσο που ανοιγόταν από κάτω τους, καθώς τα γόνατά τους βυθίζονταν στο χιόνι. Γύρω στα μεσάνυχτα έφτασαν στη γέφυρα του κάστρου μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, αλμυροί απ’ τη θάλασσα και λευκοί απ’ το χιόνι. Φωνές ακούστηκαν τότε πίσω απ’ τη σιδερόπορτα: «Ποιοι είστε; Ποιοι είστε;». «Καλοί! Καλοί! Πατριώτες!», απάντησε ο μπάρμπα-Στεφανής.

Μπήκαν επιτέλους στο κάστρο, όπου συνάντησαν τον Αργύρη της Μυλωνούς και τον σύντροφό του τον Γιάννη τον Νυφιώτη. Οι δύο άνδρες τούς αφηγήθηκαν πώς τους είχε αποκλείσει ο καιρός εκεί πάνω στον Στοιβωτό και πώς είχαν τρυπώσει για δυο νύχτες σε μια σπηλιά όταν, για να τους απελευθερώσουν, έβγαλαν σωρούς άφθονους χιονιού δυο αιγοβοσκοί, ο Γιαλής ο Κόνιτζας κι ο Γιώργης ο Μπάντας, που είχαν όλο το κοπάδι τους μέσα στο φρούριο.  

Το εγκαταλειμμένο πια φρούριο ήταν χτισμένο σ’ έναν βράχο γιγάντιο, φυτρωμένο πάνω απ’ το πέλαγο και δέσποζε στο σημείο εκείνο που ορίζονταν από την χερσόνησο της Χαλκιδικής, το Πήλιο, τον Θερμαϊκό και τον Όλυμπο. Σ’ αυτό κλείνονταν οι κάτοικοι τον καιρό των πειρατών μέχρις ότου χτίστηκε η μεσημβρινή μικρή πολιτεία όπου μετοίκησαν. Ο ναός της Γέννησης του Χριστού ήταν η παλιά μητρόπολη του φρουρίου και παρ’ όλο το πέρασμα του χρόνου διατηρούνταν σε καλή κατάσταση. Με το που εισήλθαν στο εσωτερικό του ο παπά Φραγκούλης και η συνοδεία του, η καρδιά τους αισθάνθηκε μια ζέστη και μια γλύκα ανείπωτη. Ο ιερέας ψιθύρισε μέσα του με συγκίνηση το «Εισελέυσομαι εις τον οίκον σου», ενώ οι γυναίκες έφτιαξαν σάρωθρα αυτοσχέδια κι άρχισαν να καθαρίζουν την εκκλησία. Κατόπιν άναψαν επιμελώς όλα τα καντήλια και πλήθος κεριών και ταυτόχρονα παρασκεύασαν μια μεγάλη φωτιά στο προαύλιο κι έφεραν κάρβουνα τόσο στο εσωτερικό του ιερού βήματος όσο και στο κέντρο της εκκλησίας ώστε να θερμανθεί ο χώρος. Μόλις κάηκε το άφθονο λιβάνι που είχαν μαζί τους, το άρωμά του πλημμύρισε την ατμόσφαιρα κι ο θεός οσφράνθηκε οσμήν ευωδίας, ο χώρος έλαμψε κι ακτινοβόλησαν ο Παντοκράτορας στην κορυφή και το παλιό τέμπλο με τη μεγάλη εικόνα της Γέννησης.

 Αν και όλοι ήταν κατάκοποι και νυσταγμένοι, τόση θερμότητα και τέτοια χαρά ένιωσαν στην ψυχή για την εκπλήρωση του σκοπού τους ώστε κάθε κούραση  έφυγε αιφνιδίως από τα σώματά τους. Οι βοσκοί είχαν ξαπλώσει στο προαύλιο δίπλα στις μεγάλες φωτιές, σκεπασμένοι με τις βαριές κάπες τους, ενώ μέσα στο ναό η θερμότητα προσέφερε αγαλλίαση. Ο ιερέας έβαλε τον ευλογητό κι ο κυρ-Αλεξανδρής άρχισε τις αναγνώσεις των ιερών κειμένων που αποκοίμισαν στα στασίδια τούς ταλαιπωρημένους προσκυνητές. Όταν όμως ο παπά-Φραγκούλης άρχισε να ψάλλει τους θαυμάσιους ύμνους «Δεύτε ίδωμεν, πιστοί, που εγεννήθη ο Χριστός», οι εικόνες των αγίων στους τοίχους έμοιαζαν να υπομειδιούν από ευχαρίστηση κι ο κυρ-Αλεξανδρής ενθουσιασμένος πήρε ένα ψηλό καλάμι κι άρχισε να κουνά τον παλιό χάλκινο πολυέλαιο που κρεμόταν απ’ την οροφή, καθώς ο ιερέας συνέχιζε: «Ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο αστήρ». Κι όταν αντιλάλησε η επόμενη στροφή του ύμνου, «Άγγελοι υμνούσιν ακαταπαύστως εκεί» και σείστηκε ο ναός από τη δυνατή φωνή του παπά, οι άγγελοι που κύκλωναν τον παντοκράτορα ψηλά στον θόλο ζωντάνεψαν ξαφνικά σαν άκουσαν τη γνώριμή τους μελωδία.

Ξαφνικά, μέσα απ’ το σκοτάδι ακούστηκαν φωνές κι όλοι οι εκκλησιαζόμενοι πλην του ιερέως και του ψάλτη,  εξήλθαν του ναού να δουν τι συνέβαινε. Οι βοσκοί που είχαν ξαπλώσει έξω απ’ την εκκλησία απαντούσαν στις κραυγές που έρχονταν από τη θάλασσα, από τον φοβερό όρμο του Κουρούπη. όπου σχηματίζονταν ο λεγόμενος Μικρός Γιαλός κι απ’ όπου αντηχούσαν εκκλήσεις αγωνίας που ζητούσαν βοήθεια. Ο ιερέας συνέχιζε ακλόνητος την εκτέλεση των θείων καθηκόντων του, όμως οι άντρες αφού έριξαν στην πυρά όσα κλαδιά είχαν, σχηματίζοντας φλόγα ογκωδέστατη, έσπευσαν κρατώντας δαυλούς και φανάρια στον απόκρημνο γιαλό. Ο παπά-Φραγκούλης συνέχιζε να λειτουργεί, επιβραδύνοντας όμως και μνημονεύοντας ονόματα ζώντων και τεθνεώτων που έρχονταν στη μνήμη του εκείνη τη στιγμή. Έξω, μετά από την ταραχή, ησυχία νεκρική επικρατούσε, σα να είχε συμβεί κάτι κακό και δυο ακόμα άντρες κρατώντας δαυλούς έσπευσαν στο μονοπάτι που οδηγούσε στον όρμο του Κουρούπη.

Μόνο όταν ήρθε η ώρα για το «Μετά φόβου θεού», καθώς οι πιστοί ετοιμάζονταν να κοινωνήσουν, επέστρεψαν οι προσκυνητές από τον Μικρό Γιαλό και μαζί τους τρεις άγνωστοι με ναυτικά πανοφώρια, που ήρθαν ν’ ασπαστούν τις εικόνες. Ενώ έπαιρναν  το αντίδωρο, ο καπετάνιος τους, ο Κωνσταντής ο Λημνιαραίος διηγούνταν με ήσυχη φωνή την περιπέτεια τους. Βρισκόταν προ δύο ημερών προσορμισμένοι στη Δάφνη του Αγίου Όρους, απ’ όπου ο δυνατός βοριάς που λυσσομανούσε έκοψε τις άγκυρες και παρέσυρε μακριά τη δικάταρτη γολέτα τους. Προσπάθησαν να προσεγγίσουν το Πόρτο Κουφό, τον κολπίσκο στο μεσαίο λαιμό της Χαλκιδικής, αλλά ο άνεμος παρέσυρε το πλοίο στο πέλαγο μέχρι τις Σποράδες, όπου το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων βρέθηκαν κάτω απ’ το κάστρο. Βλέποντας τους πυρσούς μέσα στη νύχτα, θεώρησαν ότι κάποιο θαύμα συνέβαινε και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί, κινδυνεύοντας να συντριβούν στα βράχια. Όμως κατάφεραν να εξοκείλουν στην άμμο κι ασφάλισαν εκεί πέρα το καράβι με τις δυο άγκυρες που τους είχαν απομείνει.

Σαν έφεξε ο Θεός τη χαρμόσυνη μέρα, οι βοσκοί φιλοτιμήθηκαν να σφάξουν και να ψήσουν δυο τρυφερά ερίφια, ενώ οι υλοτόμοι έφεραν ένα σωρό κοτσύφια που είχαν παγιδεύσει στο χιόνι και τα είχαν προετοιμάσει με το αλάτι που είχαν μαζί τους. Ο καπετάν Κωνσταντής κατέβηκε στην ακροθαλασσιά για να φέρει από το καράβι του κρασί και κασκαβάλι, το σκληρό κίτρινο τυρί της Αίνου, μαζί με μια δωδεκάδα κοτόπουλα κι ένα δοχείο ψάρια παστά. Κι έφαγαν όλοι κι ευφράνθηκαν, γιορτάζοντας τα Χριστούγεννα με μεγαλοπρέπεια ασυνήθιστη πάνω στην κορυφή εκείνου του έρημου βράχου. Και τη νύχτα κοιμήθηκαν όλοι γύρω απ’ τις μεγάλες φωτιές, σκεπασμένοι με τις βαριές τους κάπες, ενώ οι άγγελοι στους τοίχους της αρχαίας εκκλησίας έμοιαζαν να χαμογελούν έχοντας ακούσει μετά από πολύ καιρό τον αγαπημένο τους ύμνο: «Δόξαν υψίστοις λέγοντες τω σήμερον εν σπηλαίω τεχθέντι». 

Απόστολος Σπυράκης

Διαβάστε το πρωτότυπο διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου