Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

"Εξόριστα καλοκαίρια" του Ιωάννη Παπουτσάκη

Ποίηση που εξυμνεί ένα παρελθόν ιδανικό, τόσο απρόσιτο και μακρινό όσο τα σύννεφα που ταξιδεύουν ψηλά στον ουρανό. Σαν άλμπουμ από παλιές φωτογραφίες, πρόσωπα και τοπία περνούν από το καλειδοσκόπιο της μνήμης, τόσο μακρινά που διακρίνονται μόνο τα περιγράμματά τους, τόσο δυσδιάκριτα που οι αναμνήσεις αυτές θα μπορούσαν να ανήκουν στον καθένα.

Ο ποιητής επιστρέφει στην αιώνια πατρίδα του, την παιδική ηλικία για να ξορκίσει με τις ολόφωτες θύμησες την ερημιά και την γκρίζα καταχνιά του σήμερα, για να ανάψει ένα κερί στη μνήμη αγαπημένων προσώπων, που έφυγαν και δεν είναι πια μαζί του, για να ξαναπερπατήσει πάλι στα χνάρια των βημάτων που χάραξαν την πορεία της ζωής του. Προπάντων επιστρέφει στις μνήμες για να μας μιλήσει για τα ιδανικά μιας εποχής που τον χάραξαν, μιας εποχής ομοψυχίας, αλληλεγγύης και συντροφικότητας. Τότε που περίσσευαν τα χαμόγελα/ κι η περηφάνια ήταν σημαία/ Οι άνθρωποι κάνανε τραγούδι τον καημό τους/ τον πόνο τους γιορτή/ Γιομίζανε φωνές οι γειτονιές/ γλυκόλογα οι νύχτες/

Η ποίηση του Ιωάννη Παπουτσάκη αποπνέει ένα στοχαστικό λυρισμό, έχει για κεντρικό της άξονα τον άνθρωπο και είναι αφιερωμένη στην αναζήτηση των αξιών εκείνων που συνθέτουν την εσωτερική μας αλήθεια, την ανθρωπινότητά μας. Πρόκειται για ένα ταξίδι στη μοναξιά της ασυμβίβαστης ψυχής όπου το Εγώ αναζητάει το Εμείς για να νιώσει δικαιωμένο. Ένας ποταμός, ένας χείμαρρος από λέξεις και εικόνες αφιερώνονται σε μια νοσταλγική αναπόληση της ζωής στις παρυφές της μελαγχολίας.
Ο ποιητής εγκλωβισμένος στην ερημιά του παρόντος, σε αυτή τη φυλακή του σήμερα όπου αλυσοδεμένα πεθαίνουνε τα όνειρα, δεν παύει να αναζητά το φως… Η υπαρξιακή κρίση και η απομόνωση του ατόμου που συνήθως συνοδεύει τη μεγάλη ηλικία, στην ποίησή του αποκτά μια καθολικότητα που εκφράζει την παθογένεια της εποχής μας· κάνει το μέλλον να μοιάζει δυσοίωνο. …ένας αδιάκοπος χειμώνας με τη μοναξιά να απλώνει τα δίχτυα της στα κρύα δωμάτια της ψυχής...

Ο ποιητής μοιράζεται μαζί μας τον πόνο του για τα ιδανικά που χάνονται και για τις γενιές που θα’ ρθουν και θα ζήσουν χωρίς αυτά. Τα ξερίζωσαν από τις ψυχές μας, τα θυσίασαν στους βωμούς της ισοπέδωσης που την είπαν παγκοσμιοποίηση, θα πει.

Μιλάει για τη ζωή του, για τα δύσβατα μονοπάτια που πέρασε, για τα πέτρινα χαμόγελα της εξουσίας, τους προσκυνητές του χρήματος που προσπέρασε και για τους ανθρώπους με τα αληθινά ιδανικά που ακολούθησε· ταπεινούς προσκυνητές/ με τη γαλήνη ζωγραφισμένη στα μάτια/ να διαβαίνουν/ τα δικά τους ολόφωτα μονοπάτια/ του άγιους τόπους της καρδιάς/ με ένα σακίδιο στους ώμους/ όπου μέσα του είχαν στοιβάξει/ την πίστη, την ελπίδα/ τη γλυκιά προσμονή/ Βάδιζαν σίγουροι για πού τραβούσαν/ κρατώντας άσβεστη τη φλόγα της αγάπης/ Τους ακολούθησα/ ξέροντας ότι κοντά τους/ θα έφτανα στον ήλιο, στο φως… «Άγιοι Τόποι».

Ο ήλιος, το φως της καρδιάς, η ιερότητα της φιλίας, η αγάπη, η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων είναι τα θέματα που απασχολούν τον ποιητή στη ποιητική του διαδρομή. Όλα αυτά τα συμβολίζει για κείνον ένα γνήσιο χαμόγελο που φωτίζει με τη λάμψη του σχεδόν κάθε ποίημα της συλλογής και φέρνει ελπίδα.

«Τα εξόριστα καλοκαίρια» δεν αναφέρονται μόνο στο πέρασμα του χρόνου, την αναγκαστική εξορία μας από την παιδική και τη νεανική ηλικία, στις μνήμες. Εξόριστα καλοκαίρια είναι τα χαμόγελα που μας στέρησαν, που τα εξόρισαν μακριά μας άπονες εξουσίες που δεν συγχωρούν τους ασυμβίβαστους και τους αγωνιστές, όπως μας εξομολογείται ο ποιητής. Χαμόγελα που προσδοκούν κάποια στιγμή να επιστρέψουν στους κήπους της καρδιάς μας

Η ποίησή του σκιαγραφεί μια στάση ζωής, μιλάει για εκείνους που λένε τα μεγάλα όχι στη ζωή όταν οι στιγμές το απαιτούν... Σε εκείνους τους ασυμβίβαστους ανθρώπους αφιερώνει την ποιητική συλλογή του. Στους ανθρώπους που πορεύονται χωρίς να προδόσουν ποτέ τις ιδέες, τις αρχές, τα όνειρα και τα ιδανικά τους. Στους πραγματικούς μαχητές της ζωής.

Κατερίνα Τσιτσεκλή


Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΣΤΗ ΔΥΣΗ…

Βαδίζει στη δύση του κι αυτό το καλοκαίρι
Το μαρτυρούν η νύχτα
που αμφισβητεί την κυριαρχία της μέρας,
η σιωπή στην ακροθαλασσιά
εκεί όπου πρώτα ακούγονταν
οι ψίθυροι των ερωτευμένων
στα νυχτέρια της καρδιάς
κι οι ξένοιαστες φωνές των παιδιών
Το μαρτυρά και η ψυχρούλα
που τυλίγει τα κορμιά μας
σαν ρίξει δίχτυα η νυχτιά
Το μαρτυρούν οι άνεμοι
και το άσπλαχνο κύμα
που καθώς δεν ξέρει
Από έρωτες και όρκους στ’ ακρογιάλια
σβήνει τις καρδιές
που είχαν χαραχτεί στην άμμο
Ήρθαν κι οι πρώτες στάλες της βροχής
πρελούδιο στο ρέκβιεμ
ακόμα ενός καλοκαιριού
σαν υπενθύμιση
ότι το φθινόπωρο δεν αργεί
Όλα τα ωραία τελειώνουν
για να ξαναρχίσουν
Τούτη η προσμονή είναι η αντίστασή μας
στους αβάσταχτους χειμώνες

./..

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

Ατενίζεις τη θάλασσα του πρωϊού
ωραία και γαλήνια
σαν τις συνειδήσεις των τίμιων ανθρώπων
και συλλογάσαι όλους εκείνους
που χάνονται στη θάλασσα της λησμονιάς
Άνθρωποι δικοί μας
απλοί, ταπεινοί μα και ολόφωτοι
που πέρασαν απ’ τη ζωή μας
και την ομόρφυναν
Κι ύστερα έφυγαν σαν κύματα
γι’ άλλα πελάγη, αλαργινά
προσμένοντας κάποιο χέρι
να τους ανάψει το καντήλι
πριν χαθούν οριστικά
και τα τελευταία κύτταρα της μνήμης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου