Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

"Πνιγμός / Ανκόρ" του Θωμά Τσαλαπάτη




Και σώμα η λέξη. Να αγκαλιάζει ως τη σιωπή. Και άνεμος σηκώνεται μέσα στη λέξη.[1]

Συχνά-πυκνά στα βιβλία που διαβάζω, είτε είναι ποίηση είτε πεζά, σχολιάζω το αν και κατά πόσο ο εκάστοτε συγγραφέας κινείται σε αναμενόμενα μονοπάτια. Αποφάσισα γι αυτό το βιβλίο του Τσαλαπάτη να κάνω το ίδιο και σε μένα: να βγω από τα περιγράμματα που κινούμαι συνήθως με το άλλοθι της αντικειμενικότητας και να γράψω χωρίς απαραίτητα τα στεγανά της απόδειξης. Έχω διαβάσει (και σχολιάσει εδώ και εδώ) και τα υπόλοιπα βιβλία του, οπότε δεν είμαι στην πρώτη μου απόπειρα. 

Το πρώτο στοιχείο είναι ότι με τον Τσαλαπάτη δεν κινδυνεύεις να βαρεθείς, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Ούτε στον Πνιγμό-Ανκόρ βαριέται κανείς, άλλο αν πολύ συχνά καταλήγει μπερδεμένος με τα γραφόμενα, και γεμάτος με περισσότερα ερωτηματικά από όσες είναι οι διαθέσιμες απαντήσεις. Θα μπορούσε βέβαια να πει κανείς ότι αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, ότι συχνά μάλιστα μπορεί να αποτελεί και το ζητούμενο. Το βιβλίο αποτελείται από δύο κείμενα που δεν θα κατατάξω σε κάποιο είδος για να μην βρω τον μπελά μου, τα οποία παρότι ανεξάρτητα, συνδέονται μεταξύ τους τόσο θεματικά (στην περίπτωση που η έννοια του θέματος έχει κάποιο ρεαλιστικό αντίκρισμα) όσο και από άποψη ατμόσφαιρας. Το Ανκόρ που βρίσκεται δεύτερο, είναι κατά τη γνώμη μου σαφώς ανώτερο του Πνιγμού. Γιατί ανακαλύπτει και εδραιώνει ένα απολύτως καινούριο σύμπαν και το υποστηρίζει απαρέκκλιτα, γιατί έχει έναν ρυθμό που δεν βγαίνει από το κεφάλι μου από την ώρα που το τελείωσα και τελικά γιατί δίνει στην έννοια και την πραγματικότητα της λέξης ένα πλαίσιο που δεν είχε καν περάσει από το μυαλό μου μέχρι τώρα: η λέξη να είναι ένας χωροχρονικός τόπος. Και ήχος, και έννοια, αλλά αυτά τα στοιχεία περνάνε σε δεύτερη μοίρα, άλλωστε αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Δεν ξέρω αν είναι ποίηση ή αν είναι θέατρο, ξέρω ότι είναι θέαμα. Κάτι που βλέπεις σχεδόν να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια σου και το νιώθεις στα σωθικά σου. Κάτι χωρίς αρχή και τέλος, εκτός χρόνου και χωρίς πλοκή, και που παρόλα αυτά στέκεται εδώ μπροστά σου και σε κοιτάζει. 

Οι άνθρωποι και στα δύο κείμενα, και αναφέρομαι στο Εγώ και στο Εσύ, δεν είναι ολοκληρωμένες οντότητες, είναι αποσπασμένοι από μια πραγματικότητα που κατά τα φαινόμενα τους ξεπερνάει. Είναι θραύσματα ανθρώπων και αυτό είναι μια βαθιά θεατρική αντίληψη.
Στίξη, σύνταξη, υποτυπώδης σειρά τεκταινόμενων δεν υπάρχουν ούτε καθ’ υποψίαν, αφού είναι να απορείς που υπάρχουν κόμματα και κάποιες τελείες. Η συμβατική (ίσως και η όποια) κατανόηση δεν ανήκει υποθέτω στις προτεραιότητες. Ας είναι. Αντίθετα, ο Τσαλαπάτης αποδίδει πολύ καλά αυτή την αίσθηση της ακροβασίας, της κίνησης σε ένα ασαφές μεταίχμιο, και η αγωνία που έρχεται ως αποτέλεσμα ακολουθεί τον αναγνώστη κατά πόδας μέχρι το τέλος. Τα όρια, όλων των ειδών τα όρια, έχουν διαρραγεί. Και ο χρόνος όρθιος ακίνητος.[2]

Υπάρχει ένα εντυπωσιακό σφυροκόπημα σε ένα μονολεκτικό πλαίσιο έκφρασης που δουλεύει εξαιρετικά στην παραγωγή συγκίνησης, με αποτέλεσμα να διαβάζω και να μην μπορώ καλά-καλά να ταυτοποιήσω την πηγή της αγωνίας (δεδομένου ότι όπως είπα και πριν η κατανόηση ας πούμε ότι δεν προέρχεται από... αναγνωρίσιμες μεθόδους). Η επανάληψη αφυδατώνει και τελικά διαβρώνει τα πάντα, δημιουργεί ένα απόλυτα σωματοποιημένο κείμενο και βάζει τους πρωταγωνιστές και τον αναγνώστη στην ίδια prima vista πραγματικότητα. 

Ουρλιάζω μέσα στη λέξη.[3] Η λέξη γίνεται (ή αποκαλύπτεται, δεν είμαι σίγουρη) ένας οριοθετημένος χώρος ενώ συνεχίζει να παραμένει ήχος και έννοια. Στο σημείο αυτό για μένα ο Τσαλαπάτης κέρδισε το στοίχημα και το Ανκόρ γίνεται αυτό που μένει όταν ο χώρος διαμελίζεται: μια νέα γη. Η τρυφερότητα που κατακλύζει την τελευταία σελίδα και γεμίζει όλα τα κενά που αιμορραγούν, είναι το τελευταίο συστατικό μιας ισορροπίας που εδραιώθηκε στο τελευταίο δευτερόλεπτο κειμένου. Διαβρώνει τον χρόνο, για να πάψει να είναι βαρίδι. Επιτέλους. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 23
[2] σελ. 26
[3] σελ. 40

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου