Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Μικρή ανθολογία κλασικής νεοελληνικής ερωτικής ποίησης, μέρος Γ΄

Δημοσιεύουμε σήμερα το τρίτο και τελευταίο μέρος της μικρής μας ανθολογίας. Τα μέρη χωρίστηκαν περίπου ισομερώς και περιέχουν ποιήματα κατ' αλφαβητική σειρά των επωνύμων των ποιητών. Δείτε εδώ το πρώτο και εδώ το δεύτερο μέρος, τα οποία στο μεταξύ έχουν εμπλουτιστεί.





Beata Beatrix
(Τ.Κ. (Τάκης) Παπατσώνης, 1895-1976 - απόσπασμα)

Είδα τη Βεατρίκη μου στο δρόμο,
Κι ευθύς ο δρόμος έγινε δρόμος ονείρου
Αντιπαρήλθα πλάι της σα διαβάτης,
Και όλη η ψυχή μου άνθισε ως σε άνοιξη.
Χαθήκαμε κι οι δυο στην κίνηση της πόλης,
Αλλά πλουτίσαν οι ανάμνησές μας
Με την εικόνα του άλλου ζωντανή,
Και συντροφιά τα δυο του μάτια φωτοβόλα. [...]
Μας εδάμασε και τους δυο το μυστήριο
Που καλύπτει την ψυχή του πλησίον.
Μας έφερε αντιμέτωπους, στο χάος του εγκόσμιου βίου,
Πρόσωπο προς πρόσωπο.
Η κοινότατη γένηκε μεμιάς ζωή, για μας, θαύμα ονείρου.
Και τέφρα πολλή συγκάλυψε την πρώτη ανόητη φωτοχυσία. [...]
Όλα ήταν γοητεία, και δώρα ουράνια,
Και ανάπαυση πάρα πολλή.
Αλλά ήρθε ο Χρόνος να σημάνει, ο γήινος, [...]
Ήρθεν η Μέρα. Και η σφραγίδα των πλανήσεών μας.
Και οι δρόμοι να πληθαίνουνε από κίνηση,
Περίσκεψη πολλή, ασχολίες εγκόσμιες.
Μόνο προς την Ανάμνηση
Ανυψώνω τώρα τα χέρια ικετευτικά,
Να μου χαρίζει κάποτε με όλη τη δύναμη
Τις στιγμές των ονείρων,
Τώρα, που εφυγαδεύθηκαν, ίσως για πάντα,
Οι τέτοιες απέραντες νύχτες.


ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΑ
(Ιωάννης Πολέμης, 1862-1924)

Μας εφιλοξένησεν η λεύκα
Κάτω απ’ την τρεμάμενη σκιά της
Και μας ενανούρισαν τα πεύκα
Με φωνή γλυκύτατη, απαλή.
Ερημιά παντού· μήτε διαβάτης,
Μήτε καν πετάμενο πουλί.

Κι’ έχοντας εκεί τη χλόη για στρώμα,
Γείραμε με χάδια και με γέλια,
Και κοντά-κοντά, στόμα με στόμα,
Πήραμ’ έναν ύπνο πρωινό.
Μακριά πρασίνιζαν τ’ αμπέλια,
Πέρα ονειρευόταν το βουνό.

Με τα μεταξόπλεχτα μαλλιά σου
Έπαιζε θεότρελλο τ’ αγέρι,
Έπαιρνε απ’ τα χείλη τα φιλιά σου
Κι’ έφευγε και πάλι ευωδιαστό,
Κι εγώ σε βαστούσ’ από το χέρι
Έτσι όπως και τώρα σε βαστώ.

Κι όταν εξυπνήσαμε και πάλι,
Μού’ πες το όνειρό σου: «Ήμουν τάχα
Σε μια σάλα ολόφωτη, μεγάλη,
Που άλλη δεν θα γίνει σαν αυτή·
Ομορφιά, στολίδια, όλα τάχα,
Κι’ ήμουν μέσα σ’ όλες ζηλευτή».

Μα κι’ εγώ με τα μάτια βουρκωμένα
Σού’ πα τ’ όνειρό μου: «Ήμουν τάχα
Σε καλύβι, κι’ είχα μόνο εσένα,
Κι’ όλα ήταν τριγύρω μας φτωχά,
Κι’ όμως πλούτη, δόξες, όλα τάχα
Μ’ ένα σου φιλάκι μοναχά».

Γέλασες και γελασα, κι η λεύκα
Γέλασε κουνώντας τη σκιά της,
Γέλασαν ολόγυρα τα πεύκα
Με φωνή γλυκύτατη, απαλή.
Ερημιά παντού· μήτε διαβάτης,
Μήτε καν πετούμενο πουλί.


ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ, ΑΝ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ ΔΩΣΩ ΠΙΣΩ...
(Μαρία Πολυδούρη, 1902-1930)

Αγαπημένε, αν τη ζωή σου δώσω πίσω, πε μου,
Τι θα ωφελήσει, αφού δεν θα σε βρω;
Δε λογαριάζω τη ζωή, μα πώς μπορεί, καλέ μου,
Να σβήσει πια η αγάπη μου; Και να μη σ’ αγαπώ,

Ενώ θάναι Άνοιξη παντού που ακούστηκε η φωνή μας
Να επικαλείται τον αιώνιον έρωτα, και μεις
Στεφάνι να του πλέκουμε με μόνο το φιλί μας,
Μέσα στο γιορτασμό λατρείας θερμής.

Ω, δε μου δίνει ο θάντος καμιά, καμιάν ελπίδα,
Και μου τις έσβησε η Ζωή σα μια ψυχρή πνοή.
Τώρα μου μένει στου έρωτα την άγρια καταιγίδα
Να ιδώ να μετρηθούν για με θάνατος και ζωή.

  
ΤΟΤΕ ΠΟΥ Σ’ ΕΙΔΑ ΝΑΡΧΕΣΑΙ...
(Λάμπρος Πορφύρας, 1879-1932)

Τότε που σ’ είδα νάρχεσαι με τ’ άγια χελιδόνια,
Τότε και μόλις ένιωσα για ποια χαρά μιλούσαν
Μέσα στα φύλλα, τα πουλιά, τα πνεύματα στα κλώνια,
Κι’ οι πεταλούδες, που στο φως νιογέννητες ξυπνούσαν.

Το μονοπάτι εδιάβαινες κι’ είχες μια λάμψη τόση,
Μια τέτοιαν άνθινη ομορφιιά στο νοτισμένο χώμα,
Που δίχως άλλο η Άνοιξη θα σ’ είχεν ανταμώσει
Και κάτω απ’ τις αμυγδαλιές σε φίλησε στο στόμα.


Ω, Η ΔΙΠΛΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ
(Παντελής Πρεβελάκης, 1909-1986)

Ω, η διπλή αυταπάτη
Που πηγαίνει κρατώντας
Το χέρι μέσα στο χέρι!
Έρωτας, ταξίδι, τραγούδι,
Ίσκιοι όλο σάρκα!
Δεν είναι πια η ζωή
Κουρασμένη πεταλούδα
Πάνω απ’ το κύμα.
Έρωτας, ταξίδι, τραγούδι!
Σε στιγμές από μάρμαρο
Γράφουμε τη διπλή μας απάτη
Της αιωνιότητας.


ΓΥΜΝΟ ΣΩΜΑ – Ι
(Γιάννης Ρίτσος, 1909-1990 - απόσπασμα)

Είπε:
Ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κι εγώ.

Το σώμα σου ωραίο
Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.

Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.

Όσο απομακρύνεσαι
Σε πλησιάζω.

Ένα άστρο
Έκαψε το σπίτι μου.

Οι νύχτες με στενεύουν
Στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.

Η γλώσσα μου στο στόμα σου
Η γλώσσα σου στο στόμα μου-
Σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
Και τα πουλιά.

Όπου βρίσκεσαι
Υπάρχω.

Τα χείλη μου
Περιτρέχουν τ’ αφτί σου.

Τόσο μικρό και τρυφερό
Πώς χωράει
Όλη τη μουσική;

Ηδονή-
Πέρα απ’ τη γέννηση,
Πέρα απ’ το θάνατο.
Τελικό κι αιώνιο
Παρόν.

   
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
(Βασίλης Ρώτας, 1889-1977 - απόσπασμα)

Ρόδο ωραίο ροδίζει εδώ,
Πώς μου ανάβει τον καημό.
Ρόδο ωραίο εδώ μυρίζει,
Την καρδιά μου σκανταλίζει.

Ρόδο ωραίο, να σε χαρώ,
Πες μου πώς μπορώ κι εγώ
Να ροδίζω, να μυρίζω
Και καρδιές να σκανταλίζω;
Να με ιδεί η πεντάμορφη,
Η άχραντη κι’ ασύγκριτη,
Να σκανταλιστεί η καρδιά της,
Να με πάρει στη δουλειά της,
Δουλευτή στον κήπο της
Στις βραγιές και τ’ άνθια της,
Να της πάω αυγή-αυγή
της αγάπης το κλωνί,
να της πάω το βράδυ-βράδυ
της αγάπης το βοτάνι.


ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΗΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ
(Γιώργος Σαραντάρης, 1908-1940)

J’ai cueilli ce brin de bruyère.
G. Apolinnaire

Ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος της μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σα να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μούλεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα
Νιώθοντας την υγεία της σα δική μου υγεία

Όταν χωρίζουμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη.


OTAN
(Μίλτος Σαχτούρης, 1919-2005)

Όταν κλείνω τα μάτια
ξεκινάει από μακριά
η αγαπημένη έρχεται
και με κοιτάζει

Όταν σβήνω το φως
έρχεται ο θάνατος
και μου φιλά τα χέρια.


ΑΡΝΗΣΗ
(Γιώργος Σεφέρης, 1900-1971)

Στο περιγιάλι το κρυφό
Κι΄άσπρο σαν μεσημέρι
Διψάσαμε το μεσημέρι·
Μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
Γράψαμε το όνομά της·
Ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
Και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
Τι πόθους και τι πάθος
Πήραμε τη ζωή μας· λάθος
Κι αλλάξαμε ζωή.
  

ΦΥΓΗ
(Γιώργος Σεφέρης)

Φυγή
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε

μέσα στη φυγή.


ΤΟ ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ
(Άγγελος Σικελιανός, 1884-1951 - απόσπασμα)

Μου γιόμισ’ ο ουρανίσκος γλύκα·
Κι’ ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
Όλο μου το αίμα ήταν βοή!...
Κι’ έσκυψ’ απάνω από τ’ αμπέλι
Που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
Και τ’ άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου-
Κι’ όπως ανάσαινα, απ’ τα μύρα
Δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Μα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
Και τάπια, ωσάν από τη μοίρα
Λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Τάπια· κι’ ως σ’ άγγιξα τη ζώνη,
Το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
Κι ως τα πολύτρεχα νερά!...


ΑΝΘΟΥΛΑ
(Διονύσιος Σολωμός, 1798-1857)

Αγάπησέ με, Ανθούλα μου, γλυκειά χρυσή μου ελπίδα
Καθώς κ' εγώ σ' αγάπησα την ώρα που σε είδα.
Είχες τα μάτια σου γυρτά 'ς τα πράσινα χορτάρια,
Κ' η λύπη σου τα στόλιζε με δυο μαργαριτάρια.
Τη μάνα σου θυμούμενη εδάκρυζες, Ανθούλα,
Γιατί 'ς τον κόσμο σ' άφησε μονάχη κι' ορφανούλα.
Α, ναι, φυλάξου, αγάπη μου, του κόσμου από την πλάνη,
Οπού με λόγια δολερά τόσα κοράσια χάνει.
Πού πας μονάχη κ' έρημη, αθώα περιστερούλα;
Βρόχια πολλά σου σταίνουνε· έλα μαζί μου, Ανθούλα.


ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

(Αλέξανδρος Κ. Σούτσος, 1803-1863)

Θεέ μου
Ιλαρώτατε,
Μικρέ μου
Κι’ ωραιότατε!
Υμνώ τας χάριτάς σου.
Και λαχταρεί
Το στόμα μου
Και σπαρταρεί
Το σώμα μου
Εις μόνον τ’ όνομά σου.

Ουράνια
Τα κάλλη σου,
Και σπάνια
Η άλλη σου
Μαγεία σου και χάρις.
Αληθινή
Κ’ η δόξα σου,
Και προσκυνεί
Τα τόξα σου
Ο αιμοβόρος Άρης.

Κηρύττουν
Την ισχύν σου,
Και φρίττουν
Την οργήν σου
Τ’ αμέτρητά σου θύματα·
Λατρεύω
Τ΄ όνομά σου,
Πιστεύω
Στα πολλά σου,
Θεέ! Θαυματουργήματα!


ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ
(Ηλίας Τανταλίδης, 1818-1876)

- Φως μου, στάσου.
- Σους!... βουβάσου...
   Τσιμουδιά!
- Να με θάψης!
   Μη μου κάψης
   Την καρδιά.
- Άφησέ με.
- Άκουσέ με,
  Θα 'ς το πω·
  Να με, κτύπα·
  Να 'ς το είπα·
  'Σ αγαπώ.
- Καλέ τρέλλα!
- Γλύτωσ' έλα
  Μ' έν φιλί.
- Σε πειράζει!
- Τι τεριάζει
  Μ' ωφελεί....
  Θα τ' αρπάξω.
- Θα φωνάξω.
- Άι καλό!...
  Βρίσκω κι άλλη
  Νάχη κάλλη
  Και φιλώ...
  Να θυμάσαι!...
- Πάρ' το, σκάσε,
  Μη λαλής·
  Με την κάκια
  Κάμνεις μάκια,
  Και φιλείς.


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
(Αθηνά Ταρσούλη, 1884-1975)

Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ
Για το αίσθημα το τρισαγνό
Που ξύπνησες εντός μου,
Που ομόρφηνέ μου την ψυχή
Και πήρε νόημα η ζωή
Κι’ η όψη αυτού του κόσμου.

Σ’ ευχαριστώ που απ’ το βαθύ
Το λήθαργο κι’ απ’ την οκνή
Μ’ ανάστησες τη ζήση,
Πούμοιαζε θάνατος αργός
Χωρίς να φτάνει λυτρωμός
Στο χάος να με βυθίσει.

Σ’ ευχαριστώ! Τώρα γοργή
Σα μια γαλέρα φτερωτή
Πέλαγα σκίζω,
Μοιάζω με γλάρο ορμητικό
Οπού αψηφάει τον κεραυνό,
Κι’ όνειρα χτίζω.

Σε γαλαζόλευκους αφρούς,
Με γλυκομύριστους ανθούς
Με φως μεθάω,
Νιώθω νέα δύναμη κι΄ορμή
Στο αλαφρωμένο μου κορμί,
Και τραγουδάω...


ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
(Ιούλιος Τυπάλδος, 1814-1883 - απόσπασμα)

Εσύ που πρώτη επρόβαλες σαν όνειρο μπροστά μου,
Κι' άναψες πάθη ακοίμητα στην άδολη καρδιά μου,
Α! πούσαι, πες μου, αγάπη μου, πούσαι, γλυκειά μου ελπίδα;
Τη γην έχει πατρίδα
Ή τάστρα τ' ουρανού;

Εσέ ζητώ στο χάραμα, σαν γλυκοφέγγει η μέρα,
Εις τον αφρό της θάλασσας, στον ήσυχον αιθέρα·
Εσέ στην ανθοστόλιστη του κάμπου πρασινάδα,
Στη μυστικήν αχνάδα
Του έρμου φεγγαριού.

Πόσες φορές μου φαίνεται να σε θωρώ μπροστά μου
Και από τα στήθια στέκεται να πεταχθή η καρδιά μου·
Θωρώ τα ουράνια βλέμματα, ταγγελικό σου στόμα,
Ταέρινο το σώμα,
Τα ολόχρυσα μαλλιά.

Πόσες φορές, αγάπη μου, ζητώντας σε στα ξένα,
Με πόθο γύρω ασήκωσα τα μάτια ερωτεμένα,
Όπου τα κάλλη ελπάμπανε μες τάνθη, τα λουλούδια,
Όπου χοροί, τραγούδια
Μαγεύουν την καρδιά.


ΘΥΣΙΑ
(Ρώμος Φιλύρας, 1898-1942)

Σε καταγάλανη, γαλήνια ημέρα,
Την άφραστη ομορφιά σου πώς ξανοίγω!
Μόλις σ’ αντίκρισα ο δειλός, και πέρα
Μακριά είχα φύγει, - τον καημό μου πνίγω.

Όραμα, θαύμα, Παρουσία Δευτέρα,
Κοντά σου τρέμω, λαχταρώ και μένω λίγο,
Στη μέση αφήνω τη χαρά και την ημέρα,
Προσμένω πάλι να σε δω, πάλι να φύγω...

Στους ρόδακες ας ήταν των μαλλιών σου
Χέρι απαλό κι’ ανάλαφρο ν’ απλώσω,
Κάτω απ’ τις κόγχες των αδρών ματιών σου

Τη μαύρη φλόγα τους να καίει να νιώσω,
Κι’ ύστερα τ’ αλαβάστρινά σου χέρια
Με δίκοπα να μ’ έσφαζαν μαχαίρια!...


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΓΑΠΗΣ
(Κώστας Χατζόπουλος, 1868-1920 - απόσπασμα)

Έτσι ως προβάλλεις, κόρη, στην ερμιά ασπροφόρα,
Ολόχαρη γελάει και λάμπει η πλάση γύρα,
Κι΄ολόγλυκα στο διάβα σου ευωδιάζει η χώρα
Σα να σκορπίζεις του Μαγιάπριλου τα μύρα.
Και μένα η μαύρη μου καρδιά και μαραμένη
Γελάει κι’ αυτή ως περνάς σαν άνοιξη ανθισμένη.

Χαρά σ’ αυτό που παίζοντας φιλιά σου κλέβει
Απ’ τα χρυσόμαλλα το ευτυχισμένο αγέρι,
Χαρά στ’ ολόδροσο νερό που σου χαϊδεύει
Τ’ ωραίο σου πόδι, πιο λευκό από περιστέρι,
Χαρά στις ροδοδάφνες που στο πέρασμά σου
Φιλούν αδερφικά τα ροδομάγουλά σου.

Χαρά και στις λαμπρόχρυσες του ήλιου αχτίνες
Που ταιριασμένες σμίγουν στο ξανθό κεφάλι,
Χαρά στις αγριομέλισσες οπού κι εκείνες
Πετούν, ως γύρω σ’ άνθια, στα λευκά σου κάλλη.
Και μόνο αλίμονο σ’ εμέ, σ’ εμένα μόνο,
Που μαραίνομαι μπρος στη χάρη σου και λιώνω.


ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΣΕ ΜΙΑ ΧΩΡΙΑΤΟΠΟΥΛΑ
(Γιάννης Ψυχάρης, 1854-1929)

Κάποια με μάγεψε Ραλλού,
Αξαδερφούλα μου.
Όχι πως έχασα το νου
Ή την καρδούλα μου.

Είναι το αίστημα γλυκό,
Γαληνεμένο.
Δεν έχει τίποτα κακό
Μήτε κρυμμένο.

Να, πες το αγέρι που λαλεί,
Πες το τραγούδι,
Πες το κουβέντα φιλική
Μ’ ένα λουλούδι.


Ανθολόγηση:
Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου


Σημ. : Ανθολογήθηκαν συνολικά 52 ποιητές, συγκεκριμένα:
Μέρος Α΄, Αθάνας Γεώργιος («Πρωτοβρόχια»), Ανδρέου (Χατζηλαζάρου) Μάτση («Λες κι ήτανε», «Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες»), Βακαλό Ελένη («Μαινάδες»), Βαλαωρίτης Αριστοτέλης («Το φιλί»), Βάρναλης Κώστας («Θύμηση»), Βηλαράς Ιωάννης («Τα χείλη σου»), Βιζυηνός Γεώργιος («Το Μαριώ»), Γκάτσος Νίκος («Απόσπασμα»), Γρυπάρης Ιωάννης («Φλόρα Μιράμπιλις»), Δετζώρτζης Νάσος («Ιώ της απουσίας!»), Δροσίνης Γιώργος («Ουράνια κρίνα»), Εγγονόπουλος Νίκος («Η νέα Λάουρα»), Ελιγιά Γιωσέφ («Όνειρο»), Ελύτης Οδυσσέας («Η πεντάμορφη στον κήπο», «Επίγραμμα»), Ιακωβίδη Λιλή («Τραγουδάκι»), Καβάφης Π. Κώστας («Θυμήσου σώμα»), Καββαδίας Νίκος («Σταυρός του νότου»).
Μέρος Β΄, Κάλβος Ανδρέας («Εις Ψαρά»), Καμπάνης Άριστος («Sehnsucht»), Καράκαλου-Καρανικόλα Λίλα («Νιώθω σαν...»), Καρθαίος («Α, τι ευκαιρία που χάθηκε...»), Καρυωτάκης Κώστας («Όλα τα πράματά μου αναθυμούνται»), Κουτσοχέρας Γιάννης («Αφιέρωση»), Κρυστάλλης Κώστας («Πώς να σε λησμονήσω;»), Λαπαθιώτης Ναπολέων («Αχ, να φιλούσα...»), Λειβαδίτης Τάσος («Αγαπημένη μου»), Μαβίλης Λορέντζος («Σωκράκι»), Μαλακάσης Μιλτιάδης («Κοιτάζοντάς σε»), Μπούμη-Παπά Ρίτα («Θα φύγεις τώρα πάλι...»), Μυρτιώτισσα («Σ΄αγαπώ»), Ουράνης Κώστας («Επίγραμμα»), Παλαμάς Κώστας («Στο πλάι σου»), Παναγιωτόπουλος Ι.Μ. («Φωνή από νιάτα»), Παπανικολάου Μήτσος («Χειμώνας»), Παπαντωνίου Ζαχαρίας («Η γυναίκα στο πάρκο»).
Μέρος Γ΄, Παπατσώνης Τάκης («Beata Beatrix»), Πολέμης Ιωάννης («Κάτω από τη λεύκα»), Πολυδούρη Μαρία («Αγαπημένε μου, αν τη ζωή σου δώσω πίσω...»), Πορφύρας Λάμπρος («Τότε που σ’ είδα νάρχεσαι»), Πρεβελάκης Παντελής («Ω, η διπλή αυταπάτη»), Ρίτσος Γιάννης («Γυμνό σώμα – Ι»), Ρώτας Βασίλης («Τραγούδι του χορού»), Σαραντάρης Γιώργος («Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο»), Σαχτούρης Μίλτος («Όταν»), Σεφέρης Γιώργος («Άρνηση», «Φυγή»), Σικελιανός Άγγελος («Το πρωτοβρόχι»), Σούτσος Αλέξανδρος («Ύμνος εις τον έρωτα»), Τανταλίδης Ηλίας («Το φίλημα»), Ταρσούλη Αθηνά («Ευχαριστία»), Τυπάλδος Ιούλιος («Το πλάσμα της φαντασίας»), Φιλύρας Ρώμος («Θυσία»), Χατζόπουλος Κώστας («Τραγούδι αγάπης»), Ψυχάρης Γιάννης («Τραγουδάκι σε μια χωριατοπούλα»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου