Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Σημειώσεις διαβάζοντας την ποίηση του Σεφέρη

Ο στοχασμός μου πάνω στην ποίηση έλαβε σταθερά με το πέρασμα των χρόνων μια στάση «οικουμενική». Η κατεύθυνση αυτή άρχισε να παίρνει μορφή πίσω στη δεκαετία του ’60, όταν σπούδαζα Αγγλική Φιλολογία στο Καίμπριτζ. Συνεχίστηκε στην Πάντοβα και στη Βενετία υπό την επίδραση του Άγγλου ποιητή και κατοίκου της Πάντοβα Πήτερ Ράσσελ, για να αναπτυχθεί περισσότερο στις αρχές της δεκαετίας τ ου ’70, οπότε και βρέθηκα υπό την επίδραση των Γιώργου Σεφέρη και Οκτάβιο Παζ. Δυστυχώς, ποτέ δεν συνάντησα τον Σεφέρη.

Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, βλέποντας τον Σεφέρη με όρους «οικουμενικούς» μάλλον παρά αμιγώς ελληνικούς, νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι είναι ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές του 20ού αιώνα, στη χορεία των, ενδεικτικά, Καβάφη, Λόρκα, Νερούδα, Βαγιέχο, Ρίλκε, Τσέλαν, Παζ, Μάντελσταμ, Αχμάτοβα, Τσβετάγιεβα, Βαλερύ, Μπρετόν, Γέητς, Πάουντ, Έλιοτ, Ουάλας Στήβενς. (Κάθε αναγνώστης της μοντέρνας ποίησης θα έχει σχηματίσει, φυσικά, έναν κάπως διαφορετικό κατάλογο, αν και υποθέτω ότι μερικά από αυτά τα ονόματα θα επαναλαμβάνονται σε πολλές εκδοχές καταλόγων). Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι οφείλουμε να σκεφτόμαστε τον Σεφέρη εντός του πλαισίου της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όσο για τη δική μου ανταπόκριση στο έργο του, αυτή βεβαίως είναι διαμεσολαβημένη από την αναγνωστική μου θητεία σε άλλους μείζονες ποιητές του 20ού αιώνα. Ωστόσο, ποιες ακριβώς ιδιότητες της ποίησης του Σεφέρη αξιώνουν τη συμπερίληψή του σε έναν κατάλογο όπως ο παραπάνω, ποια εσωτερικά χαρακτηριστικά και όψεις της συνδυάζονται για να συγκροτήσουν τη σπουδαιότητά του –το να είναι μέλος σε αυτή την κλειστή λέσχη ποιητών- είναι σαφώς ζητήματα λεπτότερα και δεν προσδιορίζονται εύκολα. Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να προτείνω μια προσέγγιση αυτού του ζητήματος.

Για αρχή, θεωρώ ότι οι ιδιότητες της ποίησης του Σεφέρη συνδέονται αναπόδραστα με δύο ζεύγη παραγόντων: ένα κυρίως χρονικό (διαχρονικό), και ένα δεύτερο κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) τοπικό (και συγχρονικό). Η καλύτερη ένδειξη για το πρώτο είναι η ακόμη κλασική μελέτη του Έλιοτ «Η παράδοση και το ατομικό ταλέντο». Από πολύ νωρίς η φωνή του Σεφέρη συνδυάζει την παράδοση και την πρωτοπορία κατά έναν τρόπο που είναι πάντοτε δικός του, πάντοτε πρωτότυπος. Αυτή η φωνή ούτε ρηχή είναι ούτε προϊόν μανιερισμού. Κι ούτε η εντύπωση της πρωτοτυπίας του Σεφέρη εδράζεται μόνο στο γεγονός ότι ο ιδιαίτερος τόνος αυτής της φωνής δεν είχε ξανακουστεί προηγουμένως στην ελληνική ποίηση, ή, ως εκ τούτου, ούτε σε καμία άλλη, αλλά οφείλεται μάλλον στο ότι αυτή η φωνή είναι προφανώς άνετη με τον εαυτό της. Ρέει φυσικά, πράγμα που σημαίνει ότι διαθέτει γνήσιο κύρος και αυθεντικότητα. Η πρωτοτυπία είναι έκδηλη και καθαρή σε όλες τις όψεις της σεφερικής γλώσσας: μορφή, έκφραση και τόνο.

Για να μιλήσει κανείς για τις κύριες επιδράσεις στον Σεφέρη, πέρα από ολόκληρη την ελληνική λογοτεχνική παράδοση, από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα και εξής, καθώς και από τον Έλιοτ και τους αγγλόφωνους ποιητές, νομίζω ότι δεν πρέπει να λησμονεί τα πρότυπα που του παρείχαν οι Γάλλοι ποιητές. Όσον αφορά τον Έλιοτ, πιστεύω ότι αξίζει να θυμόμαστε ότι εάν ο Σεφέρης έμαθε πράγματι πολλά από τον αγγλοποιημένο Αμερικανό, δεν ήταν μόνο από τον «Αγγλοσάξονα» Έλιοτ, αλλά επίσης από τον κοσμοπολίτη Έλιοτ, τον Έλιοτ ως λάτρη του γαλλικού συμβολισμού και του Ντάντε, του Έλιοτ που -όπως ο Πάουντ- είχε ανατραφεί με όλη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Επιπλέον, η γνώμη μου είναι ότι ο Σεφέρης, ως Ίων –ως κάποιος με καταγωγή από τη Μικρά Ασία- ήταν ιδιοσυγκρασιακά εξίσου διεθνής όσο και Έλληνας. Ήταν εκ φύσεως κατάλληλος να γίνει διπλωμάτης, γεγονός που επέβαλλε μια ζωή γεμάτη ταξίδια, κυρίως προς την Εγγύς Ανατολή και την Αφρική και, αργότερα, ως πρέσβυς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο διεθνισμός του δεν είναι απλώς εμφανής στην ποίησή του: είναι ένα οργανικό, εγγενές συστατικό.

Όσον αφορά τη δεύτερη ένδειξη, νομίζω ότι αυτή σχετίζεται με εκείνο που θα αποκαλούσα οικουμενική και ενσυναισθητική κατάσταση εκ μέρους του Σεφέρη του τι σημαίνει να είναι ζωντανός και ανθρώπινος, ως άνθρωπος του καιρού του, σε στενή συνάφεια με τα «ελάχιστα στοιχεία» της Ρωμιοσύνης του (της ελληνικότητάς του). Για μένα αυτή η ιδιότητα της ελληνικότητας στην ποίηση του Σεφέρη λάμπει, θα μπορούσε κανείς να πει ότι αστραποβολεί, σε κάθε λέξη που αγγίζει ο στυλογράφος του. Η ελληνικότητά του αποτελεί ένα θεμελιώδες μέρος της ανθρωπινότητάς του, ή μάλλον η ανθρωπινότητά του συγκροτείται, πλήρως και πλούσια, από την ελληνικότητά του. Ωστόσο, αν και η ιδιότητα αυτή είναι στον Σεφέρη καθοριστική και αναγνωρίσιμη, και διαχέεται παντού, δεν είναι στέρεη ή άκαμπτη, αλλά κινητή, υγρή. Όπως το νερό, γεμίζει τα χαμηλότερα μέρη. Όπως το φως, αποκαλύπτει τα πάντα.

Ρίτσαρντ Μπερενγκάρτεν 
(μετάφραση: Μάρα Ψάλτη)



Σημ.: Αναδημοσίευση αποσπάσματος από ομότιτλο άρθρο στην The Athens Review of Books, τεύχος 87, Σεπτέμβριος 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου