Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

«Γρα-Γρου» των Τ. Ζαφειριάδη, Γ. Παλαβού, Θ. Πέτρου

Το Γρα-Γρου είναι ένα εξαιρετικό εικονογραφημένο μυθιστόρημα (graphic novel) που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ίκαρος, στις οποίες οφείλονται συγχαρητήρια για το εγχείρημα.

Πρόκειται για εικονογραφημένο μυθιστόρημα και όχι κόμικ, παρόλο που δανείζεται τις συμβάσεις του δεύτερου, επειδή έχει διαφορετικά τυπογραφικά χαρακτηριστικά (δέσιμο με ράχη και όχι με καρφίτσα, πολλές σελίδες, βαρύ χαρτί), αλλά και εμπορικά (είναι αυτοτελές και δεν κυκλοφορεί σε συνέχειες). Κυρίως, όμως, επειδή εμβαθύνει πολύ στους χαρακτήρες και την πλοκή και έχει τον ρυθμό του γραπτού λόγου. Με ασφάλεια λογίζεται, επομένως, κανονικό μυθιστόρημα - απλώς έχει πολλές εικόνες.

Τον ιδιαίτερο τίτλο του το βιβλίο τον δανείστηκε από το όνομα που είχε ένα χάνι έξω από την Καστανιά Ημαθίας, στον δρόμο που οδηγούσε από την Κεντρική στη Δυτική Μακεδονία. Το όνομα αυτό το πήρε από το μουγκρητό των μηχανών των αυτοκινήτων στην ανηφόρα του Βερμίου. Το χάνι, το οποίο είχε στο μεταξύ μετατραπεί σε εστιατόριο, έκλεισε λίγες μέρες αφότου άρχισε να λειτουργεί η Εγνατία Οδός, το 2004, για να κατεδαφιστεί λίγο αργότερα. Παρόλο που σήμερα οι Βορειοελλαδίτες ελάχιστα περνούν από το σημείο, το θυμούνται ακόμη. Πρόκειται επομένως για ένα τοπόσημο.

Την ιστορία αυτού του τοπόσημου πάντρεψαν ευρηματικά οι Τάσος Ζαφειριάδης και Γιάννης Παλαβός με τον θρύλο για τη γέφυρα Καραχμέτ της Βέροιας. Εξύφαναν έτσι το μυθιστόρημά τους πάνω στη βάση της ύπαρξης μιας μυστηριώδους γέφυρας που το μισό της είναι μονίμως αθέατο, αφού είναι χαμένο στην ομίχλη, και που λειτουργεί σαν πύλη από και προς το ανεξήγητο. Η ύπαρξη και μόνο της πύλης αυτής μετατρέπει αυτοστιγμεί το παρακείμενο χάνι σε ένα φυλάκιο που έχει ανάγκη από κάποιον που θα το κατοικεί. Η ένταση που δημιουργεί το ανεξήγητο της άλλης πλευράς του γεφυριού διαποτίζει αυτό το, πολύ ενδιαφέρον για το πάντρεμα παράδοσης, θρύλου και σύγχρονης συνθήκης, μυθιστόρημα από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία.

Ο λόγος είναι λιτός (βοηθάει ασφαλώς και η εικόνα, που απαλλάσσει από την ανάγκη για περιγραφές) και ενσωματώνει σποραδικούς διαλόγους στα «κουδαρίτικα» ή «μαστορικά», τη γλώσσα των τεχνητών της πέτρας. Η βαθιά ατμοσφαιρικότητα που διακρίνει την ιστορία, η οποία ας σημειωθεί ξεκινά in medias res και δεν συνεχίζεται απολύτως γραμμικά, αφού γίνονται σποραδικά flash back ακόμη και σε άλλες εποχές, επιτείνεται από την πολύ ιδιαίτερη μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη (που είναι ενσωματωμένη στο βιβλίο με έναν σύγχρονο τρόπο), η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα υβρίδιο παραδοσιακών ήχων και τζαζ. Όσο για τα υπέροχα σχέδια του Θανάση Πέτρου, αυτά δημιουργούν ένα θαυμάσιο σκηνοθετικό κλίμα που θα μπορούσε να δανείσει το σκηνικό, όπως είπε ένας φίλος μου, σε ταινία του Lars von Trier ή του Jim Jarmusch.

Και, φυσικά, δεν υπάρχει τέλος στην ιστορία, όπως δεν υπάρχει τέλος και στους θρύλους. Όλα μένουν ανοικτά, ιδίως το μυστήριο. Χάρη σε αυτό άλλωστε έχουμε τις πιο αξιομνημόνευτες εμπειρίες.


Χριστίνα Λιναρδάκη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου