Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

"Φοράει τα μάτια του νερού" της Φροσούλας Κολοσιάτου

Στη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο Φοράει τα μάτια του νερού η Φροσούλα Κολοσιάτου καταγράφει, με το δικό της υπερρεαλιστικό τρόπο, τα τραγικά ναυάγια των προσφύγων στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο που σημειώθηκαν τους περασμένους χειμώνες και σηματοδοτούν μια μεγάλη ανθρωπιστική κρίση.

Άνθρωποι ξεχασμένοι, μόνοι, αναλώσιμοι, που έρχονται από τις εμπόλεμες περιοχές, προσπαθούν κατά χιλιάδες να διαπλεύσουν τη Μεσόγειο για να περάσουν στις ακτές της Ε.Ε.. Οι αρμόδιες αρχές δεν βοηθούν στην ασφαλή μετάβασή τους με αποτέλεσμα να βρίσκονται στο έλεος λαθρεμπόρων. Να τους πάρουνε λέει/ Ό,τι πολύτιμο έχουν... Στοιβάζονται σε άθλιες βάρκες που σπάνε στα κύματα και βυθίζονται· πολλοί πνίγονται στη διαδρομή.

Με τα πλοία των τρελών/ τα ναυάγια συνεχίζονται/ Τα δάκρυα διασταυρώνουν/ Λαθραία όνειρα/ Όταν αγρυπνά η θύελλα/ Κάτι σπασμένες βάρκες/ Σε βαθιά μεθυσμένα κύματα/ Το χρονικό του ναυαγίου/ Περιφέρεται μέσα στο σπίτι μας/ Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;/…

Στίχοι που επιστρατεύουν το νερό, τα στοιχεία της φύσης, διαβάζοντας τους νιώθεις πως βρίσκεσαι μέσα στην τρικυμία, στο έλεος του τυφώνα. Βλέπεις τις βάρκες, γεμάτες ανθρώπους, να στροβιλίζονται από τον δυνατό άνεμο, να ανατρέπονται από το πελώριο κύμα. Ακούς θαρρείς τις κραυγές των ανθρώπων που πέφτουν αβοήθητοι στη θάλασσα.

Τα ποιήματα θυμίζουν ταμπλό βιβάν μιας βιβλικής καταστροφής, με τον άνθρωπο να παλεύει μόνος του και αδύναμος με τα κύματα, παραδομένος στο έλεος των στοιχείων της φύσης. Οι σκηνές έχουν έναν άγριο πρωτογονισμό που θυμίζει τις αρχές της ιστορίας της ανθρωπότητας, την αρχέγονη εκείνη πάλη του ανθρώπου με τα στοιχεία της φύσης.

Η αίσθηση που προκαλείται δεν είναι τυχαία, η ποιήτρια την επιδιώκει. Ονόματα από την ελληνική μυθολογία κάνουν την εμφάνισή τους αραιά και που σε κάποιους στίχους, όπως στο ποίημα «Η Μέδουσα»: Άκου σκάβουν το νερό/ Αλλόκοτα/ Με παφλασμό η Μέδουσα/ Τους σαβανώνει/ Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει/ Με δουλεμπόρους/ Θα έχει χαλάσει/ Η αντανάκλαση του φεγγαριού/ Δεμένη με μαύρο σκοινί/ Στην ακτή/ Ένα παιδάκι/ Ικετεύει τα κύματα να ζήσει/ Όταν αγγίζει το βυθό/ Γίνεται κόκκινος/ Μυρίζει φόβο/ Αμετάκλητο κακό/ Άλλαξε η γεύση του νερού/ Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό;

Οι εικόνες θα μπορούσαν να είναι μιας άλλης εποχής, αν δεν υπήρχαν διάσπαρτα εδώ και εκεί σημάδια από τη δική μας δυστοπική πραγματικότητα, π.χ. ένα σωσίβιο βρεγμένο εφιάλτες που επιπλέει στην επιφάνεια του νερού. Όχι, είναι ο Μινώταυρος της παγκόσμιας οικονομίας του εικοστού πρώτου αιώνα που θυσιάζει στη θάλασσα τα παιδιά του.

Όσοι επέζησαν από το χαμό απελπισμένα αναζητούν στις ακτές τους δικούς τους: Να την έρχεται η γυναίκα εκείνη/ Σαν μάνα Τρωαδίτισσα/ Μες στην καταστροφή/ Να ψάχνει τα παιδιά της… Ένας πατέρας/ έχασε όλα τα παιδιά του στη θάλασσα…

Οι στίχοι της Φ. Κ. αντλούν τη δύναμη του λόγου τους από ακραίες αντιθέσεις που αποκαλύπτουν την ειρωνική πλευρά της πραγματικότητας· Όταν στη σύγχρονη εποχή της υψηλής τεχνολογίας και των δορυφόρων, χιλιάδες άνθρωποι παλεύουν αβοήθητοι με τα στοιχεία της φύσης σε συνθήκες πρωτόγονες. Η παντοδυναμία της φύσης και η αδυναμία του ανθρώπου είναι ένα ακόμα παράδειγμα, όπως εξάλλου και η αθωότητα της φύσης όταν παίρνει τη μορφή του τυφώνα, σε αντίθεση με τα άγρια ένστικτα του ανθρώπου που βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους όταν ξεσπούν με τα νεφελώματα του πολέμου.

Η άγρια μοναξιά και ο καημός των προσφύγων ταιριάζει απόλυτα με τα γυμνά τοπία, τον άγριο αέρα, το σκοτεινό ουρανό και την καταιγίδα που σαν ατμόσφαιρα επικρατεί σε όλα σχεδόν τα ποιήματα. Μέσα στον καταυλισμό είναι πάντα χειμώνας/ Το λιωμένο φεγγάρι βάφει/ Τα παιδικά δάκρυα/ Για να χωρέσει και άλλη θλίψη...

Η Φ. Κ. αντιστέκεται με τις λέξεις της, τους δίνει ένα σταθερό καμβά για να μην δραπετεύσουν από τη συνείδηση σαν ξεχασμένες ειδήσεις, βρίσκουν ένα χώρο στο μυαλό του αναγνώστη δικό τους, χαράσσονται στη μνήμη. Η ποίησή της μας κάνει να συμμετέχουμε στην αγωνία για επιβίωση αυτών των ανθρώπων, τους ξαναδίνει πίσω την ταυτότητά τους, τους επιτρέπει να ξαναγίνουν πρόσωπα. Μεταμόρφωση πολύ εύκολη όπως φαίνεται, όταν είναι παρούσα η αγάπη, όπως στο ποίημα «Η γάτα των προσφύγων», ίσως το πιο αισιόδοξο της συλλογής που φέρνει την ελπίδα για το μέλλον… Με ένα χάδι από βαθιά/ Η γάτα των προσφύγων/ Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους/ Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει/ Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο/ Σε αυτούς που δεν είναι τίποτα/ Μα και κανένας/ Στο βηματισμό της τρυφερότητας/ Αντιφεγγίζει τα όνειρα/ Σαν βροχή καθαρίζει το τοπίο/ Φέρνει αποθέματα αγάπης…

Γιατί αυτό είναι η λειτουργία της ποίησης και της τέχνης σε καιρούς χαλεπούς, να δίνει ελπίδα, να αφυπνίζει συνειδήσεις, να θυμίζει την αγάπη, να δημιουργεί εντέλει εστίες αντίστασης κατά της αναλγησίας και του θανάτου. Να γίνονται οι λέξεις συγκοινωνούντα δοχεία ευαισθησίας στις συνειδήσεις, σαν ένας νέος Περσέας, να κόψουν τα πλοκάμια του φόβου...
Λέξεις ταξιδεύουν 

Θα πιάσει η ευχή; 


Κατερίνα Τσιτσεκλή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου