Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

«Λιγοστεύουν οι λέξεις» της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

(στίχοι από το ομότιτλο ποίημα)


Η ανθρώπινη συνθήκη είναι πολύ ιδιαίτερη: συνήθως αντιμετωπίζει τα γεγονότα του βίου με αλαζονεία, σα να ‘ταν άτρωτη. Ώσπου έρχεται, αναπόφευκτα, η στιγμή που θα τρωθεί, αποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Τις στιγμές του τραύματος πραγματεύονται «οι λέξεις» της Δέσποινας· τις ρωγμές στις ζωές των ανθρώπων, μέσα από τις οποίες γλιστρούν η αίσθηση της παντοδυναμίας, η υγεία, το παρελθόν, ενίοτε και η αξιοπρέπεια. Πραγματεύονται επίσης τα τσιρότα που βάζει ο καθένας στις πληγές του: τη μνήμη, τη δυνατότητα της επιστροφής, τη φαντασία, την αγάπη.

Το βιβλίο περιέχει μια σειρά από θέματα που έχουν προσλάβει αυξημένη επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια: μιλά για τον μετανάστη, τον απόκληρο, τον περιθωριοποιημένο («αθώο αίμα παφλάζει/ σε μετρό και σε πλατείες», «ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες»), την παιδική ηλικία και την εστία («τα σπίτια μιλάνε/ μιλάνε και περιμένουν [...] χάσκουν οι πόρτες και τα παράθυρα/ οι ξεφτισμένοι σοβάδες»), μεταξύ άλλων. Επιστρατεύει μια σειρά από εικόνες και σύμβολα, όπως είναι τα δέντρα, οι ρίζες και τα κλαδιά τους («είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά/ φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας»), αλλά και οι νύμφες – συμβολικές ή προσωποποιημένες σε αληθινά άτομα που κατακλύζουν τη μνήμη («...στα μάτια μεταξωτές κλωστές/ λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες/ λουσμένες στο βόρειο σέλας»).

Περισσή τρυφερότητα και άλλη τόση περισυλλογή διαπνέουν τη συλλογή, η οποία, ενώ περιέχει μεγάλο βαθμό συναισθηματικής εμπλοκής («...απ’το βορρά/ έρχονται ψίθυροι απαλοί/ και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία»), καταφέρνει παράλληλα να δώσει και μια εικόνα όσων αφηγείται από πιο μακριά – όχι αποστασιοποιημένα, αλλά μέσα από μια ματιά πιο σφαιρική: είναι σαν το ποιητικό υποκείμενο να έχει κάνει μερικά βήματα πίσω για να μπορέσει να δει τη μεγαλύτερη εικόνα. Παράγεται έτσι ένα αποτέλεσμα ευρύτερο, μια οπτική που αγκαλιάζει κάτι πιο μεγάλο από τη μονάδα, κάτι πιο μεγάλο από τον χρόνο που αντιλαμβανόμαστε, κάτι πιο μεγάλο και από τον κόσμο του οποίου έχουμε την εμπειρία: κάτι πανανθρώπινο και παγκόσμιο, μέσα όμως σε κατανοητά μέτρα. Φταίει γι’ αυτό ο προσωπικός τόνος που, όπως προαναφέρθηκε, δεν λείπει και που αναγάγει σε κυρίαρχα στοιχεία της συλλογής τη νοσταλγία και το παρελθόν. Το παρελθόν, ειδικά, είναι ένας τόπος όπου το ποιητικό υποκείμενο ολοένα επιστρέφει και χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς για να κατανοήσει το παρόν («πορευόμαστε/ κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα/ νέο ξερίζωμα απειλεί»). Και η νοσταλγία είναι το εισιτήριο γι’ αυτόν τον τόπο που φυλάσσεται στη μνήμη και που εφορμά στη συνείδηση με αφορμή έναν οικείο ήχο, μια εικόνα ή μια μυρωδιά («στο σούπερ μάρκετ σύμφυρμα οσμών σε κατακλύζουν/ εφορμούν/ άρωμα lakrits kanelbullar kardemomma/ εισβάλλουν/ ανελέητα λιώνουν τη χειμερία νάρκη»).

Το πιο σημαντικό είναι ότι σε αυτό το, χωρισμένο σε δύο τμήματα («Λιγοστεύουν οι λέξεις» και «Γίνομαι γιαλός»), βιβλίο της, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη δοκίμασε – και είναι προς τιμήν της που το προσπάθησε κατ' αρχάς – έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης συγκριτικά με τα προηγούμενα δείγματα γραφής της, έναν τρόπο περισσότερο πραγματιστικό και λιγότερο κοντά στον λυρισμό που της είναι οικείος. Το εγχείρημά της πέτυχε: κατάφερε να διεισδύσει σε μια περιοχή που δεν είχε ξαναδοκιμάσει, διατηρώντας την ευαισθησία που τη χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και ως ποιήτρια. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ καλή και κυρίως σύγχρονη και επίκαιρη ποιητική συλλογή.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην πλημμελή γλωσσική επιμέλεια του βιβλίου, για την οποία υπεύθυνες είναι αποκλειστικά οι εκδόσεις. Το αναφορικό ό,τι γράφεται παντού χωρίς κόμμα και, άντε, ας πούμε πως αυτό είναι τάση. Τι να πούμε όμως για τον αυτόματο διορθωτή (κατά πάσα πιθανότητα) που ανεξέλεγκτα μετέτρεψε κάποιες λέξεις σε εκτρώματα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξορύσσουν στο εναρκτήριο ποίημα «Κοχύλια» που έχει γίνει εξορίσουν(!);


Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΣΕ ΤΑΞΗ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ
Μπαίνω σε τάξη προπαρασκευαστική
Μικρών ρομά αναλφάβητων
Μ’ έκπληξη βλέπω έναν προέφηβο σχεδόν
Μονάχο σε μια άκρη
Ωχρό κι ανέκφραστο πρόσωπο πρόωρα ώριμο
Φακίδες μαύρα σημάδια κραυγάζουν επίμονα
Πηδούν κάθονται στο τετράδιο
Γίνονται μαύρα γράμματα
Τ’ ανοίγω κατεβατό σε γλώσσα άγνωστη ρώσικη θαρρώ
Στο εκτενές γλωσσάρι διαβάζω κι ωχριώ
Πατέρας
Νεκρός
Έμφραγμα
Μαθηματικός
Μητέρα
Μουσικός
Τώρα
Μακριά
Εργασία
Εσωτερική
Μεγαλοδικηγόρος
Εγώ
Μένω
Έξω
Από
Πόλη
Με
Θείος
Σε
Ορνιθοτροφείο


ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ
Είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά
Φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας
Τα κλαδιά αγγίζουν την κορφή του ουρανού
Τα φύλλα θροΐζουν ψιθύρους της θάλασσας
Καλά κρυμμένα φυλάνε τα αρχαία μυστικά
Ο φλοιός έρχεται απ’ άλλη εποχή και φεύγει σ’ άλλη
Φέρει αιώνιας απόσταξης χυμούς
Ο κορμός ευθυτενής αρματώνεται κύκλους τα δάκρυα
Είναι ένα δέντρο που πάντα έχει κάτι να μου πει
Εχθές μου έλεγε για πετρωμένα πουλιά
Προχθές πρόσφερε τάματα στην αγάπη
Ύφαινε για τον έρωτα προστατευτικό πέπλο
Σήμερα στωικά μου μίλησε για φονικές μάσκες
Πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
Κι έδειξε κατά πέρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου