Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

"Όμορφοι έρωτες" του Ιάκωβου Ανυφαντάκη



Τα δεκαπέντε διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή του Ιάκωβου Ανυφαντάκη Όμορφοι έρωτες είναι μια απόπειρα ιχνηλάτησης της απρόβλεπτης πορείας των ηρώων και κυρίως των όποιων απωθημένων τους. Ο έρωτας δεν παρουσιάζεται τόσο ως το συναισθηματικό ολοκαύτωμα που συνήθως είναι, γιατί ο συγγραφέας επικεντρώνεται στα στοιχεία εκείνα που, ενώ δεν είναι ξεκάθαρα συγκινησιακής φύσεως, «αλλοιώνουν» κατά κάποιο τρόπο ή πιο σωστά «παρεμβαίνουν» στην προβλέψιμη έκβαση της ιστορίας. 

Προσωπικά η συλλογή αυτή μου αρέσει όχι για την πρωτοτυπία της (δεν είναι το ισχυρό της στοιχείο) αλλά για τις μετρημένες ισορροπίες, για τις ζυγισμένες λέξεις και για τους σταθερούς ανθρώπους που συνάντησα στα κείμενα. Όσο προχωράει η ανάγνωση, αυτή η συνολική αίσθηση ισορροπίας εδραιώνεται και λειτουργεί σαν αντίβαρο τις φορές που τα πράγματα φτάνουν κοντά στα όριά τους. Ταυτόχρονα δίνει στον αναγνώστη ένα σταθερό πεδίο αναφοράς, δημιουργεί αυτό που λέμε ένα αφηγηματικό σύμπαν. Για να επανέλθω στους ήρωες λοιπόν, δείχνουν σαν να «ίπτανται» πάνω από τα συμβαίνοντα, πάνω από όσα τους έχουν συμβεί ως άτομα, όσα τους έχουν οριοθετήσει ως προς τους άλλους ανθρώπους, πάνω από τη μοναξιά που βιώνουν, το σεξ, πάνω από το κενό που διευρύνεται με τα χρόνια και απειλεί να τους καταπιεί κάθε βράδυ για να διαπιστώσουν ότι είναι ακόμα ζωντανοί το επόμενο πρωί.

Οι άνθρωποι στους Όμορφους έρωτες κινούνται στους δικούς τους λαβυρίνθους και δεν ξεφεύγουν, παρ' όλες τις προσπάθειες που καταβάλλουν γι' αυτό. Κάθε απόπειρα σηματοδοτεί μια στάση στην πορεία αλλά όχι και την πιθανότητα μιας λύτρωσης, η υπέρβαση που θα άλλαζε τις συντεταγμένες και κατά συνέπεια την έκβαση δεν έρχεται ποτέ. Ίσως εκεί να κρύβεται και η αίσθηση απομυθοποίησης που κυριαρχεί: ο έρωτας υποτίθεται ότι, αν κάτι είναι, αυτό είναι υπέρβαση, για κάποιους μάλιστα είναι και η επιτομή της, ο ορισμός της. Όταν λοιπόν η υπέρβαση απουσιάζει, ο έρωτας τι κενό θα κληθεί να καλύψει; Και οι ήρωες που έχουν χτίσει τις ελπίδες τους εκεί, θα βρεθούν αναγκαστικά μετέωροι και με όλες τους τις ψευδαισθήσεις ρημαγμένες.

Η αποκαθήλωση του έρωτα ως τελική ελπίδα διαφυγής και καμιά φορά μόνης σωτηρίας, είναι ίσως το άηχο νήμα που συνδέει τις ιστορίες μεταξύ τους. Η βαθιά σιωπή αντικαθιστά την συχνά φρενήρη εναλλαγή στα βλέμματα και στις σκέψεις και οι άνθρωποι καταλήγουν αργά ή γρήγορα στο σημείο αφετηρίας. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

«Γρα-Γρου» των Τ. Ζαφειριάδη, Γ. Παλαβού, Θ. Πέτρου

Το Γρα-Γρου είναι ένα εξαιρετικό εικονογραφημένο μυθιστόρημα (graphic novel) που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ίκαρος, στις οποίες οφείλονται συγχαρητήρια για το εγχείρημα.

Πρόκειται για εικονογραφημένο μυθιστόρημα και όχι κόμικ, παρόλο που δανείζεται τις συμβάσεις του δεύτερου, επειδή έχει διαφορετικά τυπογραφικά χαρακτηριστικά (δέσιμο με ράχη και όχι με καρφίτσα, πολλές σελίδες, βαρύ χαρτί), αλλά και εμπορικά (είναι αυτοτελές και δεν κυκλοφορεί σε συνέχειες). Κυρίως, όμως, επειδή εμβαθύνει πολύ στους χαρακτήρες και την πλοκή και έχει τον ρυθμό του γραπτού λόγου. Με ασφάλεια λογίζεται, επομένως, κανονικό μυθιστόρημα - απλώς έχει πολλές εικόνες.

Τον ιδιαίτερο τίτλο του το βιβλίο τον δανείστηκε από το όνομα που είχε ένα χάνι έξω από την Καστανιά Ημαθίας, στον δρόμο που οδηγούσε από την Κεντρική στη Δυτική Μακεδονία. Το όνομα αυτό το πήρε από το μουγκρητό των μηχανών των αυτοκινήτων στην ανηφόρα του Βερμίου. Το χάνι, το οποίο είχε στο μεταξύ μετατραπεί σε εστιατόριο, έκλεισε λίγες μέρες αφότου άρχισε να λειτουργεί η Εγνατία Οδός, το 2004, για να κατεδαφιστεί λίγο αργότερα. Παρόλο που σήμερα οι Βορειοελλαδίτες ελάχιστα περνούν από το σημείο, το θυμούνται ακόμη. Πρόκειται επομένως για ένα τοπόσημο.

Την ιστορία αυτού του τοπόσημου πάντρεψαν ευρηματικά οι Τάσος Ζαφειριάδης και Γιάννης Παλαβός με τον θρύλο για τη γέφυρα Καραχμέτ της Βέροιας. Εξύφαναν έτσι το μυθιστόρημά τους πάνω στη βάση της ύπαρξης μιας μυστηριώδους γέφυρας που το μισό της είναι μονίμως αθέατο, αφού είναι χαμένο στην ομίχλη, και που λειτουργεί σαν πύλη από και προς το ανεξήγητο. Η ύπαρξη και μόνο της πύλης αυτής μετατρέπει αυτοστιγμεί το παρακείμενο χάνι σε ένα φυλάκιο που έχει ανάγκη από κάποιον που θα το κατοικεί. Η ένταση που δημιουργεί το ανεξήγητο της άλλης πλευράς του γεφυριού διαποτίζει αυτό το, πολύ ενδιαφέρον για το πάντρεμα παράδοσης, θρύλου και σύγχρονης συνθήκης, μυθιστόρημα από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία.

Ο λόγος είναι λιτός (βοηθάει ασφαλώς και η εικόνα, που απαλλάσσει από την ανάγκη για περιγραφές) και ενσωματώνει σποραδικούς διαλόγους στα «κουδαρίτικα» ή «μαστορικά», τη γλώσσα των τεχνητών της πέτρας. Η βαθιά ατμοσφαιρικότητα που διακρίνει την ιστορία, η οποία ας σημειωθεί ξεκινά in medias res και δεν συνεχίζεται απολύτως γραμμικά, αφού γίνονται σποραδικά flash back ακόμη και σε άλλες εποχές, επιτείνεται από την πολύ ιδιαίτερη μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη (που είναι ενσωματωμένη στο βιβλίο με έναν σύγχρονο τρόπο), η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα υβρίδιο παραδοσιακών ήχων και τζαζ. Όσο για τα υπέροχα σχέδια του Θανάση Πέτρου, αυτά δημιουργούν ένα θαυμάσιο σκηνοθετικό κλίμα που θα μπορούσε να δανείσει το σκηνικό, όπως είπε ένας φίλος μου, σε ταινία του Lars von Trier ή του Jim Jarmusch.

Και, φυσικά, δεν υπάρχει τέλος στην ιστορία, όπως δεν υπάρχει τέλος και στους θρύλους. Όλα μένουν ανοικτά, ιδίως το μυστήριο. Χάρη σε αυτό άλλωστε έχουμε τις πιο αξιομνημόνευτες εμπειρίες.


Χριστίνα Λιναρδάκη



Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

"Φοράει τα μάτια του νερού" της Φροσούλας Κολοσιάτου

Στη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο Φοράει τα μάτια του νερού η Φροσούλα Κολοσιάτου καταγράφει, με το δικό της υπερρεαλιστικό τρόπο, τα τραγικά ναυάγια των προσφύγων στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο που σημειώθηκαν τους περασμένους χειμώνες και σηματοδοτούν μια μεγάλη ανθρωπιστική κρίση.

Άνθρωποι ξεχασμένοι, μόνοι, αναλώσιμοι, που έρχονται από τις εμπόλεμες περιοχές, προσπαθούν κατά χιλιάδες να διαπλεύσουν τη Μεσόγειο για να περάσουν στις ακτές της Ε.Ε.. Οι αρμόδιες αρχές δεν βοηθούν στην ασφαλή μετάβασή τους με αποτέλεσμα να βρίσκονται στο έλεος λαθρεμπόρων. Να τους πάρουνε λέει/ Ό,τι πολύτιμο έχουν... Στοιβάζονται σε άθλιες βάρκες που σπάνε στα κύματα και βυθίζονται· πολλοί πνίγονται στη διαδρομή.

Με τα πλοία των τρελών/ τα ναυάγια συνεχίζονται/ Τα δάκρυα διασταυρώνουν/ Λαθραία όνειρα/ Όταν αγρυπνά η θύελλα/ Κάτι σπασμένες βάρκες/ Σε βαθιά μεθυσμένα κύματα/ Το χρονικό του ναυαγίου/ Περιφέρεται μέσα στο σπίτι μας/ Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;/…

Στίχοι που επιστρατεύουν το νερό, τα στοιχεία της φύσης, διαβάζοντας τους νιώθεις πως βρίσκεσαι μέσα στην τρικυμία, στο έλεος του τυφώνα. Βλέπεις τις βάρκες, γεμάτες ανθρώπους, να στροβιλίζονται από τον δυνατό άνεμο, να ανατρέπονται από το πελώριο κύμα. Ακούς θαρρείς τις κραυγές των ανθρώπων που πέφτουν αβοήθητοι στη θάλασσα.

Τα ποιήματα θυμίζουν ταμπλό βιβάν μιας βιβλικής καταστροφής, με τον άνθρωπο να παλεύει μόνος του και αδύναμος με τα κύματα, παραδομένος στο έλεος των στοιχείων της φύσης. Οι σκηνές έχουν έναν άγριο πρωτογονισμό που θυμίζει τις αρχές της ιστορίας της ανθρωπότητας, την αρχέγονη εκείνη πάλη του ανθρώπου με τα στοιχεία της φύσης.

Η αίσθηση που προκαλείται δεν είναι τυχαία, η ποιήτρια την επιδιώκει. Ονόματα από την ελληνική μυθολογία κάνουν την εμφάνισή τους αραιά και που σε κάποιους στίχους, όπως στο ποίημα «Η Μέδουσα»: Άκου σκάβουν το νερό/ Αλλόκοτα/ Με παφλασμό η Μέδουσα/ Τους σαβανώνει/ Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει/ Με δουλεμπόρους/ Θα έχει χαλάσει/ Η αντανάκλαση του φεγγαριού/ Δεμένη με μαύρο σκοινί/ Στην ακτή/ Ένα παιδάκι/ Ικετεύει τα κύματα να ζήσει/ Όταν αγγίζει το βυθό/ Γίνεται κόκκινος/ Μυρίζει φόβο/ Αμετάκλητο κακό/ Άλλαξε η γεύση του νερού/ Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό;

Οι εικόνες θα μπορούσαν να είναι μιας άλλης εποχής, αν δεν υπήρχαν διάσπαρτα εδώ και εκεί σημάδια από τη δική μας δυστοπική πραγματικότητα, π.χ. ένα σωσίβιο βρεγμένο εφιάλτες που επιπλέει στην επιφάνεια του νερού. Όχι, είναι ο Μινώταυρος της παγκόσμιας οικονομίας του εικοστού πρώτου αιώνα που θυσιάζει στη θάλασσα τα παιδιά του.

Όσοι επέζησαν από το χαμό απελπισμένα αναζητούν στις ακτές τους δικούς τους: Να την έρχεται η γυναίκα εκείνη/ Σαν μάνα Τρωαδίτισσα/ Μες στην καταστροφή/ Να ψάχνει τα παιδιά της… Ένας πατέρας/ έχασε όλα τα παιδιά του στη θάλασσα…

Οι στίχοι της Φ. Κ. αντλούν τη δύναμη του λόγου τους από ακραίες αντιθέσεις που αποκαλύπτουν την ειρωνική πλευρά της πραγματικότητας· Όταν στη σύγχρονη εποχή της υψηλής τεχνολογίας και των δορυφόρων, χιλιάδες άνθρωποι παλεύουν αβοήθητοι με τα στοιχεία της φύσης σε συνθήκες πρωτόγονες. Η παντοδυναμία της φύσης και η αδυναμία του ανθρώπου είναι ένα ακόμα παράδειγμα, όπως εξάλλου και η αθωότητα της φύσης όταν παίρνει τη μορφή του τυφώνα, σε αντίθεση με τα άγρια ένστικτα του ανθρώπου που βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους όταν ξεσπούν με τα νεφελώματα του πολέμου.

Η άγρια μοναξιά και ο καημός των προσφύγων ταιριάζει απόλυτα με τα γυμνά τοπία, τον άγριο αέρα, το σκοτεινό ουρανό και την καταιγίδα που σαν ατμόσφαιρα επικρατεί σε όλα σχεδόν τα ποιήματα. Μέσα στον καταυλισμό είναι πάντα χειμώνας/ Το λιωμένο φεγγάρι βάφει/ Τα παιδικά δάκρυα/ Για να χωρέσει και άλλη θλίψη...

Η Φ. Κ. αντιστέκεται με τις λέξεις της, τους δίνει ένα σταθερό καμβά για να μην δραπετεύσουν από τη συνείδηση σαν ξεχασμένες ειδήσεις, βρίσκουν ένα χώρο στο μυαλό του αναγνώστη δικό τους, χαράσσονται στη μνήμη. Η ποίησή της μας κάνει να συμμετέχουμε στην αγωνία για επιβίωση αυτών των ανθρώπων, τους ξαναδίνει πίσω την ταυτότητά τους, τους επιτρέπει να ξαναγίνουν πρόσωπα. Μεταμόρφωση πολύ εύκολη όπως φαίνεται, όταν είναι παρούσα η αγάπη, όπως στο ποίημα «Η γάτα των προσφύγων», ίσως το πιο αισιόδοξο της συλλογής που φέρνει την ελπίδα για το μέλλον… Με ένα χάδι από βαθιά/ Η γάτα των προσφύγων/ Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους/ Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει/ Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο/ Σε αυτούς που δεν είναι τίποτα/ Μα και κανένας/ Στο βηματισμό της τρυφερότητας/ Αντιφεγγίζει τα όνειρα/ Σαν βροχή καθαρίζει το τοπίο/ Φέρνει αποθέματα αγάπης…

Γιατί αυτό είναι η λειτουργία της ποίησης και της τέχνης σε καιρούς χαλεπούς, να δίνει ελπίδα, να αφυπνίζει συνειδήσεις, να θυμίζει την αγάπη, να δημιουργεί εντέλει εστίες αντίστασης κατά της αναλγησίας και του θανάτου. Να γίνονται οι λέξεις συγκοινωνούντα δοχεία ευαισθησίας στις συνειδήσεις, σαν ένας νέος Περσέας, να κόψουν τα πλοκάμια του φόβου...
Λέξεις ταξιδεύουν 

Θα πιάσει η ευχή; 


Κατερίνα Τσιτσεκλή

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

«Λιγοστεύουν οι λέξεις» της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

(στίχοι από το ομότιτλο ποίημα)


Η ανθρώπινη συνθήκη είναι πολύ ιδιαίτερη: συνήθως αντιμετωπίζει τα γεγονότα του βίου με αλαζονεία, σα να ‘ταν άτρωτη. Ώσπου έρχεται, αναπόφευκτα, η στιγμή που θα τρωθεί, αποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Τις στιγμές του τραύματος πραγματεύονται «οι λέξεις» της Δέσποινας· τις ρωγμές στις ζωές των ανθρώπων, μέσα από τις οποίες γλιστρούν η αίσθηση της παντοδυναμίας, η υγεία, το παρελθόν, ενίοτε και η αξιοπρέπεια. Πραγματεύονται επίσης τα τσιρότα που βάζει ο καθένας στις πληγές του: τη μνήμη, τη δυνατότητα της επιστροφής, τη φαντασία, την αγάπη.

Το βιβλίο περιέχει μια σειρά από θέματα που έχουν προσλάβει αυξημένη επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια: μιλά για τον μετανάστη, τον απόκληρο, τον περιθωριοποιημένο («αθώο αίμα παφλάζει/ σε μετρό και σε πλατείες», «ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες»), την παιδική ηλικία και την εστία («τα σπίτια μιλάνε/ μιλάνε και περιμένουν [...] χάσκουν οι πόρτες και τα παράθυρα/ οι ξεφτισμένοι σοβάδες»), μεταξύ άλλων. Επιστρατεύει μια σειρά από εικόνες και σύμβολα, όπως είναι τα δέντρα, οι ρίζες και τα κλαδιά τους («είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά/ φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας»), αλλά και οι νύμφες – συμβολικές ή προσωποποιημένες σε αληθινά άτομα που κατακλύζουν τη μνήμη («...στα μάτια μεταξωτές κλωστές/ λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες/ λουσμένες στο βόρειο σέλας»).

Περισσή τρυφερότητα και άλλη τόση περισυλλογή διαπνέουν τη συλλογή, η οποία, ενώ περιέχει μεγάλο βαθμό συναισθηματικής εμπλοκής («...απ’το βορρά/ έρχονται ψίθυροι απαλοί/ και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία»), καταφέρνει παράλληλα να δώσει και μια εικόνα όσων αφηγείται από πιο μακριά – όχι αποστασιοποιημένα, αλλά μέσα από μια ματιά πιο σφαιρική: είναι σαν το ποιητικό υποκείμενο να έχει κάνει μερικά βήματα πίσω για να μπορέσει να δει τη μεγαλύτερη εικόνα. Παράγεται έτσι ένα αποτέλεσμα ευρύτερο, μια οπτική που αγκαλιάζει κάτι πιο μεγάλο από τη μονάδα, κάτι πιο μεγάλο από τον χρόνο που αντιλαμβανόμαστε, κάτι πιο μεγάλο και από τον κόσμο του οποίου έχουμε την εμπειρία: κάτι πανανθρώπινο και παγκόσμιο, μέσα όμως σε κατανοητά μέτρα. Φταίει γι’ αυτό ο προσωπικός τόνος που, όπως προαναφέρθηκε, δεν λείπει και που αναγάγει σε κυρίαρχα στοιχεία της συλλογής τη νοσταλγία και το παρελθόν. Το παρελθόν, ειδικά, είναι ένας τόπος όπου το ποιητικό υποκείμενο ολοένα επιστρέφει και χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς για να κατανοήσει το παρόν («πορευόμαστε/ κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα/ νέο ξερίζωμα απειλεί»). Και η νοσταλγία είναι το εισιτήριο γι’ αυτόν τον τόπο που φυλάσσεται στη μνήμη και που εφορμά στη συνείδηση με αφορμή έναν οικείο ήχο, μια εικόνα ή μια μυρωδιά («στο σούπερ μάρκετ σύμφυρμα οσμών σε κατακλύζουν/ εφορμούν/ άρωμα lakrits kanelbullar kardemomma/ εισβάλλουν/ ανελέητα λιώνουν τη χειμερία νάρκη»).

Το πιο σημαντικό είναι ότι σε αυτό το, χωρισμένο σε δύο τμήματα («Λιγοστεύουν οι λέξεις» και «Γίνομαι γιαλός»), βιβλίο της, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη δοκίμασε – και είναι προς τιμήν της που το προσπάθησε κατ' αρχάς – έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης συγκριτικά με τα προηγούμενα δείγματα γραφής της, έναν τρόπο περισσότερο πραγματιστικό και λιγότερο κοντά στον λυρισμό που της είναι οικείος. Το εγχείρημά της πέτυχε: κατάφερε να διεισδύσει σε μια περιοχή που δεν είχε ξαναδοκιμάσει, διατηρώντας την ευαισθησία που τη χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και ως ποιήτρια. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ καλή και κυρίως σύγχρονη και επίκαιρη ποιητική συλλογή.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην πλημμελή γλωσσική επιμέλεια του βιβλίου, για την οποία υπεύθυνες είναι αποκλειστικά οι εκδόσεις. Το αναφορικό ό,τι γράφεται παντού χωρίς κόμμα και, άντε, ας πούμε πως αυτό είναι τάση. Τι να πούμε όμως για τον αυτόματο διορθωτή (κατά πάσα πιθανότητα) που ανεξέλεγκτα μετέτρεψε κάποιες λέξεις σε εκτρώματα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξορύσσουν στο εναρκτήριο ποίημα «Κοχύλια» που έχει γίνει εξορίσουν(!);


Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΣΕ ΤΑΞΗ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ
Μπαίνω σε τάξη προπαρασκευαστική
Μικρών ρομά αναλφάβητων
Μ’ έκπληξη βλέπω έναν προέφηβο σχεδόν
Μονάχο σε μια άκρη
Ωχρό κι ανέκφραστο πρόσωπο πρόωρα ώριμο
Φακίδες μαύρα σημάδια κραυγάζουν επίμονα
Πηδούν κάθονται στο τετράδιο
Γίνονται μαύρα γράμματα
Τ’ ανοίγω κατεβατό σε γλώσσα άγνωστη ρώσικη θαρρώ
Στο εκτενές γλωσσάρι διαβάζω κι ωχριώ
Πατέρας
Νεκρός
Έμφραγμα
Μαθηματικός
Μητέρα
Μουσικός
Τώρα
Μακριά
Εργασία
Εσωτερική
Μεγαλοδικηγόρος
Εγώ
Μένω
Έξω
Από
Πόλη
Με
Θείος
Σε
Ορνιθοτροφείο


ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ
Είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά
Φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας
Τα κλαδιά αγγίζουν την κορφή του ουρανού
Τα φύλλα θροΐζουν ψιθύρους της θάλασσας
Καλά κρυμμένα φυλάνε τα αρχαία μυστικά
Ο φλοιός έρχεται απ’ άλλη εποχή και φεύγει σ’ άλλη
Φέρει αιώνιας απόσταξης χυμούς
Ο κορμός ευθυτενής αρματώνεται κύκλους τα δάκρυα
Είναι ένα δέντρο που πάντα έχει κάτι να μου πει
Εχθές μου έλεγε για πετρωμένα πουλιά
Προχθές πρόσφερε τάματα στην αγάπη
Ύφαινε για τον έρωτα προστατευτικό πέπλο
Σήμερα στωικά μου μίλησε για φονικές μάσκες
Πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
Κι έδειξε κατά πέρα


Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Καζούο Ισιγκούρο και το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2017

Είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε πίσω από τις επιλογές της Σουηδικής Ακαδημίας κριτήρια κάποιες φορές πολιτικά, κάποιες άλλες να διακρίνουμε την επιθυμία να γίνει ευρύτερα γνωστός ένας σημαντικός συγγραφέας από «μικρή» γλώσσα ή που παρέμενε σχετικά άγνωστος επειδή το έργο του ήταν πιο «ιδιαίτερο» ή δύσκολο. Υπήρχε, σαφώς, μια αίσθηση ελιτισμού. Οι περισσότεροι βραβευμένοι, ακόμη κι όταν το όνομά τους ήταν πολύ γνωστό, δεν ήταν απαραιτήτως πολυδιαβασμένοι. Ας μην αναλύσουμε εξαντλητικά τις ατελείωτες συζητήσεις που προκάλεσε η περσινή βράβευση του Μπομπ Ντύλαν, αλλά ας σταθούμε σε ένα από τα επιχειρήματα που ακούστηκαν αρκετά, ότι δηλαδή ο Ντύλαν ήταν ήδη πολύ, υπερβολικά γνωστός, και δεν «χρειαζόταν» το Νόμπελ, ούτε για τη φήμη ούτε, πολύ περισσότερο, για τα χρήματα.

Και φέτος βραβεύεται ο Καζούο Ισιγκούρο. Για τον οποίο κάποιοι θα πουν ξανά ότι δεν είχε ανάγκη τη δημοσιότητα του Νόμπελ, μια που Τα απομεινάρια μιας μέρας μεταφέρθηκαν, με πολύ μεγάλη επιτυχία, στον κινηματογράφο ήδη από το 1993 (σε σκηνοθεσία του Τζαίημς Άιβορυ). Έτσι γνώρισα κι εγώ το όνομά του, γιατί είδα μεν την ταινία, δεν διάβασα όμως το συγκεκριμένο βιβλίο. Διάβασα αργότερα το Τότε που ήμασταν ορφανοί, το οποίο δεν με παρέσυρε με τρέλα, δεν με έκανε να ξενυχτήσω, αλλά με έκανε να νιώθω αβέβαιη και αποπροσανατολισμένη. Ήταν βέβαια μια εποχή που μου άρεσαν οι βεβαιότητες, που ο κόσμος γύρω μου ήταν απολύτως συμπαγής και το θέμα της μνήμης δεν με απασχολούσε και τόσο. Ωστόσο δεν έκλεισα με τον Ισιγκούρο, όπως μου συμβαίνει με άλλους συγγραφείς. Μερικά χρόνια αργότερα, το Μη μ’ αφήσεις ποτέ μού άφησε ξανά ένα περίεργο αίσθημα. Αυτός ο κόσμος είχε κάτι το γνώριμο και ταυτόχρονα ανοίκειο, κάτι που δημιουργούσε μια απόσταση, αλλά και με άγγιζε, ξαφνικά και αναπάντεχα, σαν άνθρωπος που ενώ πιστεύεις ότι δεν τον συμπαθείς πολύ σου αποκαλύπτει ξαφνικά πλευρές του που δεν φανταζόσουν, και που δεν σε κάνουν να τον αγαπήσεις, αλλά να τον δεις πιο τρυφερά. Και μετά ήρθε, αντίστροφα, μια που πρόκειται για το πρώτο του βιβλίο, η Χλωμή θέα των λόφων, και εντυπωσιάστηκα με την επιμονή του Ισιγκούρο στο θέμα της μνήμης, και της αναξιοπιστίας της, και της ρευστότητάς της. Πώς χτίζουμε τη ζωή μας μέσα από τις αναμνήσεις μας, που όμως δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε απολύτως. Και πώς αυτός ο βρετανός συγγραφέας παραμένει τόσο Ιάπωνας, κι ας έζησε στη γενέτειρά του, το Ναγκασάκι, μόνο τα πέντε χρόνια της ζωής του.

Μυρσίνη Γκανά




Σημ.: Απόσπασμα από κείμενο που δημοσιεύθηκε με τίτλο «Η μνήμη που διαμορφώνει το μέλλον – Μια πρώτη ανάγνωση της βράβευσης του συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2017» στην
The books’ journal, τεύχ. 81, Οκτώβριος 2017.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

"Δενδρίτες" της Κάλλιας Παπαδάκη



Υποθέτω ότι θα πρέπει να ξεκινήσω λέγοντας ότι πρόκειται για ένα βραβευμένο μυθιστόρημα (κέρδισε το φετινό βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Προσωπικά θα ήθελα να επισημάνω ότι αυτό που με τράβηξε από την πρώτη στιγμή και με κράτησε δεμένη στην ανάγνωση, είναι το θέμα. Και μαζί με το θέμα έρχονται, άρρηκτα συνδεδεμένα μ’αυτό και μεταξύ τους, το χρονικό πλαίσιο και η γεωγραφία. Και λειτουργούν αρμονικά σε μια δυναμική ισορροπία. 

Μεγάλες περίοδοι που μπορεί να ξετυλίγονται και σε μια ολόκληρη σελίδα, ενδιαφέρον επικεντρωμένο στις λεπτομέρειες ατμόσφαιρας, σχεδόν ανεπαίσθητες στο μάτι και κυρίως στις μικρές εκείνες αλλαγές που εξασφαλίζουν αέναη κίνηση σε φαινομενικά στατικές καταστάσεις, αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που δίνουν στους Δενδρίτες έναν χαρακτήρα που κινείται στις γκρίζες ζώνες της ιστορίας και μια ταυτότητα γραφής που παραμένει σταθερός συνδετικός ιστός σε όλο το έργο. Το βιβλίο αποτελείται από δύο διαφορετικές ιστορίες ελαφρώς απομακρυσμένες στον χρόνο (κάποιες λίγες δεκαετίες), με τους πρωταγωνιστές τους να συναντιούνται από ένα σημείο και μετά, για να εδραιώσουν τον ανθρώπινο ιστό που καταλήγει να αποτελεί την μόνη πυξίδα στο κείμενο. 

Και αυτό γιατί πλοκή δεν υπάρχει ιδιαίτερα. Δεν συμβαίνουν πολλά πράγματα στους Δενδρίτες, είναι γεγονός, και παρόλο που οι πρωταγωνιστές του κινούνται και φαίνεται σαν να εξελίσσονται, η συγγραφέας χρησιμοποιεί τα λίγα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα στο έργο μόνο ως αφετηρία ή το πολύ-πολύ ως ερμηνεία μεταγενέστερων συμπεριφορών. Το αποτέλεσμα είναι μια στατικότητα και μια αίσθηση ακινησίας, σαν οι πρωταγωνιστές να ζουν εγκλωβισμένοι σε μια παγίδα από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν, παρόλες τις προσπάθειες που κατέβαλαν για να μην βρεθούν εκεί εξαρχής.

Η Κάλλια Παπαδάκη ψηλαφεί με μαεστρία το ανείπωτο. Αυτό που ίσως να φαίνεται στην αρχή επουσιώδες αλλά που στην συνέχεια αποδεικνύεται ότι είναι αυτό που δίνει υπόσταση στους ήρωες. Και ναι, είναι ένα βίαιο κείμενο, άλλωστε αυτό είναι και η πρώτη, ανομολόγητη εντύπωσή μου ως αναγνώστρια. Είναι όμως βίαιο μόνο στις λεπτομέρειες. Στις σκονισμένες γωνίες της σκέψης και στις κουβέντες που δεν βρίσκουν διέξοδο και που όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όσο περνάει ο καιρός γιγαντώνονται για να καλύψουν τελικά όλο τον χώρο και να στερήσουν το οξυγόνο από τους ανθρώπους, φέρνοντάς τους σε μια άηχη απόγνωση. 

Στο τέλος του μυθιστορήματος δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Κάποια πράγματα ερμηνεύτηκαν, κάποιοι από τους ήρωες έκαναν τις προσπάθειες που τους αναλογούσαν και κάποιες καταστάσεις πήραν την στατική τελική μορφή τους. Όλοι θα συνεχίσουν στις εξαρχής προδιαγεγραμμένες πορείες. 

Κρις Λιβανίου