Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

"Ο δρόμος μου είναι πλατεία" του Ορχάν Βελί Κανίκ

Ο Ορχάν Βελί Κανίκ ή απλώς Ορχάν Βελί ήταν ένας από τους τέσσερις ποιητές που συνέβαλαν στην ανανέωση της τουρκικής ποίησης. Η κριτική τον κατηγόρησε πρώτα για αντι-ηρωισμό, έπειτα για αντι-ποιητικότητα και τέλος για αντι-κομμουνισμό, όπως γράφει στην Εισαγωγή της ποιητικής ανθολογίας ο Γιώργος Μπλάνας, που είναι και ένας εκ των δύο μεταφραστών της.

Ο Βελί απέρριψε τη μεγαλοστομία και τον στόμφο των παλαιότερων γενεών και στράφηκε προς την αποτύπωση της καθημερινότητας χρησιμοποιώντας απλή γλώσσα. Όπως γράφει ο έτερος των μεταφραστών, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, στο Επίμετρο «τα ποιήματά του κληρονομούν από τη λαϊκή ποίηση τον ριζοσπαστισμό μιας γλώσσας που κατάγεται από τη μεσαία τάξη κι επιστρέφει σε αυτήν· μια γλώσσα του δρόμου, μα όχι της υποκουλτούρας· μια γλώσσα σε κατάσταση διαρκούς επίθεσης ενάντια στη γλώσσα».

Το αποτέλεσμα κρίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα. Ο Βελί στα ποιήματά του παρουσιάζει σύντομα φωτογραφικά στιγμιότυπα που κάποτε αντανακλούν κοινωνικά στερεότυπα (όπως π.χ. στο ποίημα «Το κουδούνι»: Εμείς, οι υπάλληλοι του Δημοσίου,/εννέα, δώδεκα και πέντε ακριβώς,/υπάρχουμε ανάμεσά σας), πιο συχνά όμως ανακαλούν ολοκληρωμένες ανθρώπινες ιστορίες, όπως στο ποίημα «Ο φίλος μου ο Sabri»:

Ο φίλος μου ο Sabri
πάντα μου πιάνει κουβέντα
τη νύχτα στον δρόμο –
πάντα είναι «τύφλα».
Μου λέει:
«Άργησα για το σπίτι»,
και πάντα κρατάει δύο φραντζόλες
ψωμί κάτω απ’ τη μασχάλη.


Εξίσου συχνά, στα ποιήματά του συναντάμε περιγραφές της ζωής από την ανάποδη, από μια οπτική απρόσμενη, από εκείνη των μικρών πραγμάτων που ενίοτε κρίνονται άχρηστα, όπως ενδεικτικά στα ποιήματα «Το αριστερό μου χέρι» (μέθυσα/και σε σκεπτόμουν/αριστερό μου χέρι), και «Περί μουστάρδας» (τόσος καιρός/και να μην καταλάβω/την κοινωνική/σημασία/της μουστάρδας!). Ωστόσο, η καθημερινότητα – τα καθήκοντα και τα πρέπει που εμπεριέχει – προκαλεί μια θέαση της ζωής ως φορτίου και πεδίου μάχης.

Κορυφαίο σύμβολο στην ποίηση του Βελί είναι το καράβι ή η βάρκα, μέσα φυγής τα οποία λειτουργούν ως αλληγορία της ελευθερίας και της απόδρασης. Το ζήτημα της ελευθερίας τον απασχόλησε στην ποίηση αλλά και στη ζωή του, από την οποία πάντοτε έβρισκε τον τρόπο να δραπετεύει. Έτσι έγινε φυγάς, διαδοχικά, του πανεπιστημίου, του Δημοσίου στο οποίο εργάστηκε δύο χρόνια, αλλά και του έρωτα – πάντοτε για κάποιον νέο. Το εφήμερο και η ελευθερία που κομίζει είναι το ιδεώδες που προβάλλουν ποιήματα όπως το «Ποίημα αστραφτερό». Αντίθετα, ενδεικτικά μιας ζωής που ήταν πάντα πολύ περιοριστική και στενή, και που δεν τον χώρεσε ποτέ είναι το ποίημα του «Μετανάστευση ΙΙ», από το οποίο και το ακόλουθο απόσπασμα:

Το φεγγάρι συνεχίζει να βγαίνει τα βράδυα
και στην πλατεία, κάθε Τρίτη,
έχει Λαϊκή.
Όμως αυτός,
θες η εξορία, θες τα λεφτά,
θες ένα γράμμα,
σκέφτεται πάντα κάτι άλλο.


Πρόκειται όμως για μια ζωή την οποία αγάπησε με ειλικρίνεια και η οποία τον μέθυσε περισσότερο από καθετί. Ενδεικτικό αυτής της βαθιάς αγάπης του για τη ζωή είναι π.χ. το ολιγόστιχο ποίημα «Αυτός ο κόσμος τρελαίνει άνθρωπο»:

Τι μεσάνυχτα κι αυτά! Πώς σωπαίνουν
οι λόφοι φεγγαρόλουστοι! Τι άρωμα!
Και ξαφνικά, τα δέντρα ανθίζουν!


Ωστόσο, η ποίηση του Βελί είναι ελάχιστα λυρική. Αντίθετα, είναι πρωτίστως ρεαλιστική, γι’ αυτό και το στοιχείο της φαντασίας κάνει εντύπωση, όπου προβάλλει ανεμπόδιστα και απροσχημάτιστα – κάποτε φλερτάροντας με τον υπερρεαλισμό, όπως στο ποίημα «Mahmud, ο τεμπέλης»:

Δουλεύω και παραδουλεύω: Βάφω
Τον ουρανό πρωί-πρωί,
Την ώρα που κοιμάστε.
Ξυπνάτε και τον βλέπετε γαλάζιο.

Η θάλασσα ξηλώνεται συχνά.
Ποιος νομίζετε τη ράβει;

Ύστερα χαζεύω λίγο, από δω και από κει.
Κι αυτό δουλειά μου είναι.
Σκέφτομαι ένα κεφάλι μες στο κεφάλι μου.
Σκέφτομαι ένα στομάχι μες στο στομάχι μου.
Σκέφτομαι ένα πόδι μες στο πόδι μου.


Ο Βελί έζησε μια σύντομη ζωή γεμάτη ποίηση, αλκοόλ και έρωτες. Πέθανε σε ηλικία 36 ετών μόλις, έχοντας δημιουργήσει γύρω από το όνομά του τον μύθο του ρομαντικού ποιητή που αναζητεί ακραίες εμπειρίες, «με στόχο την υπαρξιακή ανάταση», όπως γράφει ο Γιώργος Μπλάνας, ο οποίος συνεχίζει για το έργο του Τούρκου ποιητή: «τραγούδησε τη ζωή σε όλο το σκοτεινό μεγαλείο της και ο αναγνώστης μπορεί να εκπλαγεί κάποτε, αναρωτώμενος πώς μπόρεσε ένας άνθρωπος να αντέξει τόση σκληρότητα γυμνή και να την ντύσει με λόγια που, όταν ξεπεράσει κανείς τον επιφανειακό μηδενισμό τους, σπαρταρούν από τρυφερότητα και θέληση για ζωή». Νομίζω ότι αυτά τα λόγια συνοψίζουν με ακρίβεια την ουσία της ποίησης του Ορχάν Βελί.


Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr τον Ιούλιο του 2017, στη στήλη "The strange library" την οποία διατηρεί η υπογράφουσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου