Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Οι "Βάκχες" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου στην Επίδαυρο

Όταν, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, αναβίωνε στις ευρωπαϊκές σκηνές το αρχαίο δράμα, ήταν αρκετά δύσκολο για τους ανθρώπους του θεάτρου αλλά και για τους απαιτητικούς θεατές να αποδεχθούν την τελευταία και «προβληματική» τραγωδία του Αθηναίου τραγικού Ευριπίδη, τους "Βάκχες" του. Πώς είναι δυνατόν σε μια κοινωνία όπου ανθεί η βιομηχανική επανάσταση και παγιώνονται οι αξίες του αστικού κράτους, οι ιδέες της προόδου και της τεχνολογίας ευρίσκονται στο κορύφωμά τους, να αποδεχθεί κανείς έναν ήρωα που ζητεί επιστροφή στον πρωτογονισμό ή τον θεό της ευθυμίας, της οινοποσίας και των οργίων, που τεμαχίζει τον αντίπαλό του Πενθέα, βασιλιά των Θηβών, φύλακα του νόμου και της τάξης; Από τους χρόνους εκείνους έως την εποχή μας μεσολαβούν κοσμοϊστορικά γεγονότα, νέα ιδεολογικά ρεύματα, ριζοσπαστικά κινήματα, τεχνολογικές επαναστάσεις, που δημιουργούν στο σύγχρονο άνθρωπο νέα ηθικά διλήμματα. Οι «Βάκχες», μια τραγωδία «προβληματική», αμφιλεγόμενη, θρησκευτικής έμπνευσης του ορθολογιστή Ευριπίδη, προσεγγίζεται καλύτερα από τους σημερινούς σκηνοθέτες και το θεατρόφιλο κοινό.

Η τελευταία τραγωδία του Ευριπίδη γράφεται το 406 π.Χ., στην αυλή του ελληνολάτρη βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαου, λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του Αθηναίου ποιητή. Δεν είναι τυχαίο που το δράμα αυτό, εγράφη σε μία χώρα της αρχαίας Ελλάδας, όπου κυριαρχεί ο πρωτογονισμός, ο μυστικισμός και λατρεύεται με ζήλο ο θεός Διόνυσος.

Η πλοκή των «Βακχών» αναφέρεται στον ερχομό του θεού Διονύσου στην πόλη των Θηβών από τη μακρινή Μ. Ασία, με στόχο την εγκαθίδρυση στη Βοιωτική γη της νέας του θρησκείας. Η πολιτική εξουσία, όμως, του το απαγορεύει πεισματικά και αυτός εκδικείται μετατρέποντας τις γυναίκες της πόλης σε μαινάδες και στέλνοντάς τες στο βουνό του Κιθαιρώνα να επιδοθούν σε οργιαστικές τελετές. Ανάμεσα στις μαινάδες, βρίσκεται και η μητέρα του Θηβαίου βασιλιά Πενθέα, Αγαύη, η οποία θα κατασπαράξει με τα ίδια της τα χέρια τον γιο της, όταν αυτός, παρασυρμένος από τις προτροπές του μεταμφιεσμένου σε ξένο Διονύσου, επιχειρεί να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες γυναίκες. Το «κύκνειο άσμα» του Ευριπίδη καταλήγει στην όψιμη συνειδητοποίηση των ενόχων για το βαρύ σφάλμα που διέπραξαν και τη συνακόλουθη σκληρή τιμωρία που τους επιβάλλει ο θεός. Το σώμα του Πενθέα ανασυντίθεται. Θάβεται με τιμές και η βασιλική οικογένεια ακολουθεί την οδό της εξορίας.            

Ο Έκτορας Λυγίζος επιχειρεί μία «αιρετική» προσέγγιση αλλά και ανάγνωση σε σχέση με ό,τι μέχρι σήμερα έχει καθιερωθεί να παίζεται στα αρχαία θέατρα με την ονομασία «Βάκχες» του Ευριπίδη. Παρακάμπτει προκλητικά τον χορό της τραγωδίας με τις μαινάδες, ρίχνει το βάρος στους λόγους των επεισοδίων και στους ηθοποιούς που υποδύονται τους ρόλους. Στις προηγούμενες «Βάκχες» του Έ. Λυγίζου (Θέατρο Τέχνης του Νέου Κόσμου) οι ηθοποιοί ήταν τρεις και αποτελούσαν τη βάση επάνω στην οποία εξελίσσεται η ριζοσπαστική του παράσταση, πρόταση για το μεγάλο θέατρο της αρχαίας Επιδαύρου.

Έχει καθιερωθεί να βλέπουμε τη συλλογικότητα στην αρχαία τραγωδία αποκλειστικά μέσα από την παρουσία του χορού, ο Λυγίζος ωστόσο προσπάθησε να ανατρέψει αυτές τις σταθερές - δυστυχώς χωρίς επιτυχία. Ο σκηνοθέτης κατάφερε σε αυτή την παράσταση να διαλύσει την μορφή της αρχαίας τραγωδίας και να την ανασυγκροτήσει με τρόπους που χαρακτηρίζονται πειραματικοί χωρίς νόημα.

Αισθητικά, οι καινοτομίες που πρότεινε ο σκηνοθέτης ήταν: 1) Να στολίσει την ορχήστρα της Επιδαύρου με τρία κομμάτια τάπητα μωβ χρώματος. Ο μωβ τάπητας συμβόλιζε τον τόπο που κέρδισε στη Θήβα ο νέος θεός Διόνυσος, 2) Οι ενδυμασίες των ηθοποιών, όπως σωστά παρατήρησαν αρκετοί κριτικοί του αρχαίου θεάτρου, θύμιζαν αυτές των ιθαγενών Ινδιάνων της Β. Αμερικής.

Δραματουργικά, ο Λυγίζος έσπασε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δύο-τρία πρότυπα, αποστερώντας με αυτόν τον τρόπο από τους ηθοποιούς τη δυνατότητα να πλάσουν χαρακτήρες.

Στις «Κατά Λυγίζον Βάκχες» του Ευριπίδη, τον Ιούλιο του 2017 στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, σε μετάφραση του ποιητή Γ. Χειμωνά, δεν ακούστηκε ο λόγος του Ευριπίδη. Ούτε παρουσιάστηκε μια ολοκληρωμένη νέα προσέγγιση στο κείμενο αυτής της «δυσνόητης» τραγωδίας του Ευριπίδη.

Η κομμένη κεφαλή του Πενθέα καρφωμένη επάνω στο θύρσο της Αγαύης, συνιστά ένα από τα πιο φρικτά θεάματα της παγκόσμιας δραματουργίας. Η σκηνή που αντικρίσαμε είναι απαξίωση όλων αυτών των δεδομένων. Τα θεώρησε ανάξια λόγου, αλλά ούτε καν επεδίωξε να καλύψει το θεατρικό και ψυχολογικό κενό που άφησε στον θεατή. Τελικά μάλλον αδυνατούσε να το καλύψει.

Στο αρχαίο θέατρο της μεγάλης Επιδαύρου παρακολουθήσαμε μια ρηχή, εύκολη παράσταση η οποία επισκίασε και τα όποια θετικά της σημεία και κατέληξε σε ένα άδοξο τέλος, με τους υποκριτές να αναγγέλλουν επί 10 λεπτά το τέλος της τραγωδίας. Ο Έκτορας Λυγίζος πειραματίζεται ώστε οι «Βάκχες» του να μην έχουν χορό, να μην βάζει στο θεατή το πνεύμα της Βακχείας, της έκτασης της ιερής μανίας. Στοιχεία που διακρίνουν την διονυσιακή λατρεία, στοιχεία έντονα στο δράμα του Ευριπίδη.

Η πολύκροτη συνέντευξη του σκηνοθέτη για «παράσταση μέσα στη παράσταση» με «σκηνοθέτη» τον θεό Διόνυσο δεν έλαβε σάρκα και οστά. Αλλά ούτε και ο στόχος του να ενοποιήσει τους υποκριτές σε έναν κοινό μονόλογο έως την πλήρη επικράτηση της λατρείας του νέου θεού Διόνυσου.

Οι ηθοποιοί εξαφανίστηκαν. Διασώθηκε ο Αργύρης Πανταζάρας, ο οποίος έδειξε μόνος του στην αρχή της παράστασης το ταλέντο του, δηλαδή στο όσο περιθώριο του άφησε ο Λυγίζος να παίξει μόνος του. Η κορυφαία Ανέζα Παπαδοπούλου και η ταλαντούχος Μαρία Πρωτόπαππα στο δίδυμο ρόλο της Αγαύης που τους ανέθεσε ο σκηνοθέτης, σημείωσαν μία αποτυχία στην θεατρική τους σταδιοδρομία. Ο Βασίλης Μαγουλιώτης, αγαπητός στους θεατές του θεάτρου της Επιδαύρου για τις επιτυχίες σε παλαιότερες παραστάσεις του αρχαίου δράματος, τη βραδιά εκείνη του Ιουλίου έδειξε την παρουσία του απαγγέλλοντας μερικούς στίχους από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Αρκετοί γνώστες της αρχαίας τραγωδίας μετά το τέλος της παράστασης αναρωτήθηκαν γιατί ο Έκτορας Λυγίζος «έκαψε» τόσο επιτυχημένους ηθοποιούς για μία παράσταση, ενώ θα ήταν δυνατόν να αναθέσει ρόλους σε φερέλπιδες νέους των δραματικών σχολών.

Λουκάς Θεοχαρόπουλος




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου