Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Όψεις της γερμανικής ποίησης


Ο αρχαίος κόσμος ανακάλυψε τους γερμανικούς λαούς την εποχή των Ρωμαίων κι ήταν ο Τάκιτος που απαθανάτισε την άγρια ομορφιά αυτής της άγνωστης χώρα με τους σκοτεινούς δρυμούς και τους άγριους κατοίκους της η οποία προκαλούσε τον φόβο στις ρωμαϊκές λεγεώνες. Η διάδοση του χριστιανισμού στην αρχή και κατόπιν η επανάσταση του Λούθηρου ήταν τα καθοριστικά στοιχεία της διαμόρφωσης του γερμανικού πολιτισμού.

Τα πρώτα δείγματα γερμανικής ποίησης όπως "Το άσμα του Χίλντενμπραντ" καλλιεργήθηκαν στα μοναστήρια που χτίστηκαν τον πρώιμο μεσαίωνα, ενώ "Το τραγούδι των Νιμπελούγκεν", το εθνικό έπος της Γερμανίας, γράφτηκε κατά την πρώτη δεκαετία του δέκατου τρίτου αιώνα. Το "Γκούντρουν" είναι το δεύτερο σημαντικό έπος των Γερμανών, γράφτηκε λίγο αργότερα και σηματοδοτεί το πέρασμα από τα βάρβαρα ήθη στην ιπποτική ποίηση του Μεσαίωνα. Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από το έκτο επεισόδιο:


ΠΟΣΟ ΓΛΥΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ Ο ΧΟΡΑΝΤ

Κ’ έφτασε κάποιο βράδυ, που ΄ρθαν τα πράγματα έτσι,
Ώστε ο γενναίος Δανός ν’ αρχίσει το τραγούδι.
με φωνή τόσο εξαίσια, που τους εμάγεψε όλους,
τόσο, που τα πουλιά σώπασαν, για ν’ ακούσουν…

Κι ως το τραγούδι του είπε έφυγε. Και ποτέ της
άλλο πρωί η Ρηγοπούλα δεν εντύθηκε τόσο
χαρούμενα τα ωραία φορέματα της. Κι όταν
στολίστηκε, θέλει, είπε, τον κύρη της να δει.

Ο άρχοντας πήγε αμέσως στην κόρη του· τη βρήκε
πολλά συλλογισμένη. Του Χάγκεν τη γενειάδα
άγγιξε με αργό χέρι , κ’ ικετευτικά του ‘ πε:
"Πατερούλη μου, πες του να τραγουδήσει κι άλλο"…

Τον ικέτεψε πάλι κ ‘ έφυγε ο βασιλιάς.
κι ο Χόραντ μελωδία ποτέ του ιπποτική
τόσο δεν είχε ψάλει, που άρρωστοι ουδέ γενναίοι
μπορούσαν να τη βγάλουν στιγμή από το μυαλό τους.

Τ’ αγρίμια, μες το δάσος, σταμάτησαν να τρώνε.
Τα σκουλήκια που σέρπουν μες το πυκνό χορτάρι,
Τα ψάρια, στο νερό μέσα όπου κολυμπούσαν,
σταμάτησαν. Ο Χόραντ ήξερε τη δουλειά του.

Σαν τραγουδούσε, ο χρόνος αξέγνοιαστα περνούσε.
Έχανε τους ψαλμούς του ο παπάς στο χοροστάσι.
Λιγότερο απαλά τα σήμαντρα χτυπούσαν.
Όποιος τον Χόραντ άκουε τον έπαιρνε ο καημός.


Ένα δείγμα της εξέλιξης της γερμανικής ποίησης είναι τα περίφημα Carmina Burana, μια συλλογή περίπου χιλίων τραγουδιών ανώνυμων τροβαδούρων και καλόγερων που περνούσαν την ώρα τους στις ταβέρνες και τα πανηγύρια παρά στα κελιά τους. Οι στίχοι είναι γραμμένοι στα λατινικά, σε μια διάλεκτο γερμανική ή σε μια γλώσσα μεικτή. Πιο κάτω παρατίθενται τέσσερα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

ΑΝ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΗΤΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ

Αν δικός μου ήταν ο κόσμος,
απ’ τη θάλασσα ως το Ρήνο,
θα τον έκανα μικρό
της Αγγλίας η Ρήγισσα
στην αγκάλη μου να πέσει.


ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ένα κορίτσι με κόκκινο φουστάνι στεκόταν εκεί
κι αν το φουστάνι αγγίξει
κανένας, θα βογκήξει:
Έια!

Ένα κορίτσι στέκονταν εκεί σα μικρό τριαντάφυλλο
είχε τον ήλιο πρόσωπο
το στόμα του λουλούδι
Έια!


ΤΑ ΔΑΣΗ ΑΝΘΟΒΟΛΟΥΝ

Τα μεγαλόπρεπα δάση ανθοβολούν
με λουλούδια και φύλλα.

Πού είναι ο αγαπημένος που ήξερα;
Aχ!
Έχει φύγει μακριά!
Ποιος θα μ’ αγαπήσει τώρα ;
Αχ!

Τα δάση ανθοβολούν απ’ άκρη σ’ άκρη,
Λιώνω για τον αγαπημένο μου.

Τα δάση πρασινίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη.
Γιατί είναι μακριά ο αγαπημένος μου τόσον καιρό;
Αχ! Ποιος θα μ’ αγαπήσει; Aχ!


ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΔΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ποτέ δεν είδα καλοκαίρι
να μου φανεί έτσι ωραίο.
Στολίστηκε η ερημιά
με λίγα ωραία λουλούδια·
το δάσος από τραγούδια
γιόμισε, - η εποχή
χαρύνει τα πουλάκια.


Στη συνέχεια ακολούθησε μια εκπληκτική ανάπτυξη της γερμανικής λογοτεχνίας και ποίησης με κορυφαίους εκφραστές τον Xόλντερλιν (1770-1843), τον Χάινε (1797-1856) και τον Ρίλκε (1875-1926). Εμείς θα παραθέσουμε μερικά ποιήματα άλλων ποιητών, λιγότερο γνωστών, αλλά εξίσου σημαντικών για τους Γερμανούς και την πνευματική τους παραγωγή. Και πρώτα ένα κομμάτι του Ludvig Uhland (1887-1862) που χαρακτηρίζεται από τους μελετητές ως ένας από τους αληθινά σοφούς της περιόδου του γερμανικού ρομαντισμού και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την μεσαιωνική λογοτεχνία της πατρίδας του:

ΣΤΑΜΑΤΩΝΤΑΣ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ

Στην κατοικία κάποιου πανδοχέα υπέροχου,
Ήμουν πρόσφατα καλεσμένος.
Ένα χρυσό μήλο πάνω σ’ ένα μακρύ κλαδί
Ήταν το έμβλημά του.

Ήταν στην παλιά καλή μηλιά,
Το πανδοχείο όπου στάθηκα,
Με γλυκιά τροφή κι ένα φρέσκο αφρώδες πιοτό
Με χόρτασε καλά.

Ένα σωρό θαυμάσιοι επισκέπτες
Ήρθαν στο πράσινο πανδοχείο,
Χόρεψαν όμορφα και διασκέδασαν
Και τραγούδησαν έξοχα.

Στο μαλακό πράσινο χορτάρι του
Βρήκα κρεβάτι για ύπνο γλυκό
Ο πανδοχέας ο ίδιος με την απαλή
Σκιά του με σκέπασε.

Σαν ζήτησα λογαριασμό,
Έσεισε τις φυλλώδεις κλειδαριές του σ’ ένδειξη άρνησης.
Ας είναι για πάντα ευλογημένος
Απ’ τις ρίζες ως τις κορφές των αψηλών κλαριών του.


Ένας ακόμα εμβληματικός γερμανόφωνος ποιητής είναι ο Stefan George (1868-1933), που χαρακτηρίζεται ως εκλεκτιστής και οραματιστής. Το ποίημα που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικό της τεχνοτροπίας του:

Η ΠΟΡΠΗ

Την ήθελα από σίδερο ψυχρό
και σα λουρίδα στέρεη και λειασμένη,
μα τ’ ορυχείο μέταλλο σαν αυτό,
να ΄ναι ώριμο για χύτευση, δε δίνει.

Τώρα λοιπόν θα ‘πρεπε έτσι να ΄ναι :
σαν ένας χοντρός κόρυμβος και ξένος,
να ΄ναι από πυροκόκκινο χρυσάφι
κι από λίθους που πλούσια ν’ απαστράπτουν.


Στη συνέχεια ένα ποίημα του Friendrich Rueckert, ενός ανθρώπου εξαιρετικά μορφωμένου που μιλούσε τριάντα γλώσσες, εργάστηκε ως καθηγητής των ανατολικών γλωσσών στα πανεπιστήμια του Ερλάγκεν και του Βερολίνου, μετέφρασε πλήθος αρχαίων και μεσαιωνικών ποιημάτων της ανατολής και άφησε έργα υψηλής ποιότητας και ευαισθησίας:

ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΣ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ

Μην κοιτάς τα τραγούδια μου!
Χαμηλώνω τα μάτια,
σα να ‘χω καταπιαστεί μ’ ένα έργο του κακού.
Δε μπορώ να εμπιστευτώ ούτε τον εαυτό μου,
να τα βλέπει να παίρνουν σχήμα.
Η περιέργειά σου είναι προδοσία!

Οι μέλισσες, όταν χτίζουν τα κελιά τους,
κι αυτές δεν αφήνουν κανέναν να τις παρατηρεί,
ούτε τις ίδιες.
Όταν οι κερήθρες, γεμάτες μέλι,
έρθουν στο φως της μέρας,
εσύ θα τις δοκιμάσεις πρώτος απ’ όλους!


Στα 1833-34 ο Rueckert,  βιώνοντας την απώλεια δύο μικρών παιδιών του, έγραψε τετρακόσια είκοσι οχτώ ποιήματα προσπαθώντας να ξεπεράσει τον πόνο και την υπαρξιακή του αγωνία. Το ποίημα που παρατίθεται δημοσιεύτηκε μαζί με τα υπόλοιπα, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του, σύμφωνα με τη θέληση του ποιητή και το 1905 παρουσιάστηκε μελοποιημένο από τον μεγάλο Γερμανό συνθέτη Γκούσταβ Μάλερ σ’ έναν κύκλο τραγουδιών:

ΣΥΧΝΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΟΤΙ ΑΠΛΑ ΕΧΟΥΝ ΒΓΕΙ ΕΞΩ

Σκέφτομαι συχνά ότι απλά έχουν βγει έξω,
κι ότι γρήγορα θα γυρίσουν ξανά στο σπίτι.
Η μέρα είναι όμορφη – Ω μη φοβάσαι-
Έχουν πάει απλά έναν περίπατο μακρινό.

Ναι, απλά έχουν βγει έξω
Και τώρα θα γυρνούν στο σπίτι.
Ω, μην ανησυχείς – η μέρα είναι καθαρή.
Απλά έχουν πάει έναν περίπατο σ’ εκείνους τους λόφους.

Απλά έχουν φύγει πριν από μας,
και δεν θέλουν να γυρίσουν σπίτι.
Θα πάμε να τα βρούμε σ εκείνους τους λόφους.
Στο φως του ήλιου η μέρα είναι όμορφη.


Τελειώνοντας, ένα παραδοσιακό ποίημα προερχόμενο από τους άπειρους πολέμους στους οποίους έχει εμπλακεί το γερμανικό έθνος:

TO ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΟΥ

Δεν μπορώ κι ίσως δε πρέπει να χαίρομαι,
όταν όλοι κοιμούνται,
πρέπει να μένω ξάγρυπνος,
και πένθιμος.

Ε παλικάρι δεν θα ‘πρεπε να ‘σαι θλιμμένος
γιατί θα σε περιμένω
στον κήπο με τα τριαντάφυλλα,
στο πράσινο τριφύλλι.

Δεν θάρθω στο πράσινο τριφύλλι
στον κήπο με τα όπλα,
γεμάτο δόρατα,
είναι το πόστο μου.

Αν είσαι στο πεδίο της μάχης, ο θεός ας είναι μαζί σου!
Απ’ το έλεος του θεού
όλα εξαρτώνται,
αν πιστεύεις σ’ αυτόν.

Αυτός που πιστεύει είναι μακριά.
Είναι ένας βασιλιάς,
ένας αυτοκράτορας,
κι οδηγεί τη μάχη.

Αλτ! Ποιος ειν’ εκεί; Στάσου! Κάνε πέρα!
Ποιος τραγούδησε εδώ! Ποιος τραγουδούσε αυτή την ώρα;
Ένας μοναχικός φρουρός στο πεδίο της μάχης
τραγουδούσε τα μεσάνυχτα.

Μεσάνυχτα! Φρουρός στο πεδίο της μάχης!


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές: 
1) Άρης Δικταίος, Δεκατρείς αιώνες γερμανικής ποίησης, εκδόσεις Δωδώνη. 
2) Ανθολογία γερμανικής ποίησης (1749-1921), εκδόσεις Εκάτη, 2001. 3) https://en.wikipedia.org/wiki/Kindertotenlieder
4) http://www.frankstonmusicsociety.org.au/wp

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου