Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μικρή ανθολογία κλασικής νεοελληνικής ερωτικής ποίησης - Μέρος Β'

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος της μικρής ανθολογίας κλασικής νεοελληνικής ερωτικής ποίησης. Διαβάστε ορισμένες παρατηρήσεις για την ανθολογία στο πρώτο μέρος.


ΕΙΣ ΨΑΡΑ
(Ανδρέας Κάλβος, 1792-1869 - απόσπασμα)

- Φθάνει τώρα το κέρασμα,
Φθάνει ο χορός, και τ' άσμα·
Κάθε ηδονή το μέτριον
Εάν αγαπά, ας προσφύγωμεν
Εις χαράν άλλην.

Εδώ υπό τον πολύφυλλον
Και δροσερόν κεδρώνα
Ελάτε, ας αναπαύσωμεν
Το κορμί μας και ας έχωμεν
Τ' άνθη διά στρώμα.

Ένα φιλί... κ' εν άλλο...
Έρωτα τρέξε, εξάπλωσον
Αιώνια τα πτερά σου,
Σκέπασον το μυστήριον
Της εορτής σου.


SEHNSUCHT
(Άριστος Καμπάνης, τέλη 19ου αι. - ?)

Αγαπημένη, που μακριά κοιμάσαι αυτήν την ώρα,
Στον τόπο τον γλυκύτατο και τον αλαργινό,
Το παραθύρι ο άνεμος αν το βροντά να ξέρεις
Ο ταξιδιάρης πόθος μου το κρούει με το φτερό.

Ανάμεσα από πέλαγος και από στεριές και δάση,
Ο πόθος μου εφτερούγισε κι ήλθε σιμά σου εκεί,
Το παραθύρι τόσπρωξε και ανοίγοντάς το μπήκε
Στην κάμαρα και στάθηκε στην κλίνη αγαπητή.


ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ …
(Λίλα Καράκαλου-Καρανικόλα, 1906-1986 – απόσπασμα)

…Κι ακόμα, νιώθω το κορμί μου αναλυτό
Σαν τον ατμό, σαν το νερό, σαν τον αγέρα,
Σαν ένα πνεύμα από την ύλη του λυτό,
Καθάριο, να ζητά τρελά με το
Δικό σου να υψωθεί σε μια άλλη σφαίρα…

Νιώθω τη σάρκα μου όλη να ριγά
Σε κάθε σου άγγιγμα τρελό, να τρέμει.
Νιώθω κόμπος στητός σιγά-σιγά
Ν’ αργοσταλάζει της ψυχής μου ο χυμός. Κι αργά
Να λιώνω στα φιλιά σου λιγωμένη…

Νιώθω κάθε μου νεύρο να σκριτά,
Κάθε μου ιστό, σαν χόρδα, τεντωμένο.
Κι όλο μου το κορμί σα να πετά
Μύρια ανθοπέταλα απαλά, που τα
Σκορπά μπροστά σου, μεθυσμένο…


Α, ΤΙ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ…
(Καρθαίος, 1878-1955)

Α, τι ευκαιρία που χάθηκε για μένα,
Τότε που ακόμη μ’ αγαπούσες, φως μου,
Με της χαράς μου τα πανιά ανοιγμένα
Ν’ άφηνα το ακρογιάλι αυτού του κόσμου!

Α, τι ευκαιρία, γλυκό μου φως! Τ’ αγέρι
Θα με φιλούσε της αγάπης σου, όταν
Το πλοίο, για να με πάει στα αιώνια μέρη,
Στου Μηδενός τον πόντο θ’ ανοιγόταν.

Μα αυτό, στο μόλο, αργά, λικνίζει πάλι
Όλο το πένθος ενός άδειου κόσμου.
Α, τι ευκαιρία ν’ αφήσω το ακρογιάλι
Τότε που μ’ αγαπούσες, φως μου! φως μου!


ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ΜΟΥ ΑΝΑΘΥΜΟΥΝΤΑΙ…
(Κώστας Καρυωτάκης, 1896-1928 – απόσπασμα)

Όλα τα πράματά μου έμειναν όπως
Νάχω πεθάνει πριν από καιρούς.
Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,
Και γράφω με το δάχτυλο σταυρούς.

Όλα τα πράματά μου αναθυμούνται
Μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,
Σ’ εκείνη τα βιβλία μου λησμονιούνται,
Σ’ εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.

Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,
Ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.
Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
Κ’ έμεινε το παράθυρο κλειστό…


ΑΦΙΕΡΩΣΗ
(Ι.Π. (Γιάννης) Κουτσοχέρας, 1904-1994)

Το αγέρι, τα φύλλα στα κλώνια,
Κι ο κάμπος σπαρμένος τριζόνια.

Πλατάνια, που απλώνουν τα χέρια
Ν’ αδράξουν φεγγάρι κι αστέρια.

Κι εσύ, κι όλο εσύ, κι εσύ μόνη,
Το αγέρι, τα φύλλα, κι οι κλώνοι.

Κι εσύ το φεγγάρι, τ’ αστέρια,
Κι εγώ του πλατάνου τα χέρια…


ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩ;
(Κώστας Κρυστάλλης, 1868-1894 – απόσπασμα)

Τ’ αγέρι που φυσάει γλυκά μες στα ξανθά μου τα μαλλιά,
Αχ! Πώς μου μοιάζει, αγάπη μου, τον αναστεναγμό σου,
Και το γλυκό σου φίλημα και την ουράνια σου λαλιά,
Σα να μου λέει: «Φέρνε με συχνά στον λογισμό σου!»

Αχ! Πώς μου μοιάζουν, μάτια μου, τα γκαρδιακά σου τα φιλιά,
Και την ουράνια σου φωνή, τον αναστεναγμό σου,
Τα κύματα της θάλασσας, που σβηούνται στην ακρογιαλιά,
Σα να μου λένε: «Έχε με στον ύπνο, στ’ όνειρό σου!»

Και τα τραγούδια τα γλυκά που λεν στα δέντρα τα πουλιά,
Και τ’ άστρα που κρυφομιλούν, και το νερό της βρύσης,
Όλα μου μοιάζουν, κόρη μου, την εδική σου τη λαλιά,
Και με παράπονο μου λεν: «Να μη με λησμονήσεις!»…


ΑΧ, ΝΑ ΦΙΛΟΥΣΑ…
(Ναπολέων Λαπαθιώτης, 1888-1944)

Αχ, να φιλούσα τα δυο χείλη σου,
Τα πορφυρά σου χείλη τόσο,
Τόσο τρελά και τόσο αχόρταγα,
Που απ’ τα φιλιά ναν τα ματώσω.

Ναν τα ματώσω τα δυο χείλη σου,
Τα χέρια να σου πλέξω γύρω,
Και μες στα βάθη τα ολοσκότεινα
Των μαύρων ίσκιων να σε σύρω.

Και να μου λες: «Μη τα χειλάκια μου,
Μην τα ματώσεις, τι σου φταίνε!
Αχ! Μου πονέσαν τα χειλάκια μου,
Σώνει, γλυκέ μου αγαπημένε!»

Και να περνούνε τα μεσάνυχτα,
Οι αυγούλες, οι νυχτιές, οι χρόνοι,
Και να σου λέω: «Ακόμα, αγάπη μου,
Ακόμα, αγάπη μου, δεν σώνει!»


ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ...
(Τάσος Λειβαδίτης, 1922-1988 - απόσπασμα)

Δος μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.
Σ’ εύρισκα, αγαπημένη,
Στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
Είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.

Ύστερα έρχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου
Κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας.
Kράταγα τα χέρια σου
Κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.
Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
Στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου,
Τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου,
Έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου.
Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί. [...]

Αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα
και πάλι την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Θάθελα να φωνάξω το όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές
και να φιλιούνται με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές
και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μη φοβούνται το σκοτάδι,
να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές,
τα τρυγόνια στους φράχτες…


ΣΩΚΡΑΚΙ
(Λορέντζος Μαβίλης, 1860-1912)

Γλύκας ανεκδιήγητης ανάβρα
Χύνει το νεραϊδένιο σου το διώμα·
Μα εκεί ψηλά διπλό κάθε σου χρώμα,
Τρίδιπλη κάθε χάρη σου ξαναύρα.
Φαντάζανε, στα χιόνια, σαν πιο μαύρα
Τα δυο μεγάλα μάτια σου, κι’ ακόμα
Πιο φλογερό το κοραλλένιο στόμα,
Πιο καφτερή του ζυγωμού σου η λάβρα.
Ξένης παράξενο άνοιξης αγιούλι,
Ζαλιστικό τριόντισμα στην έρμη
Κατάκρυα πλάση γύρω σου σκορπούσες,
Που μέσα μας επέρνα ως το μεδούλι·
Με ξέφρενης, ωιμέ, λαχτάρας θέρμη
Την καρδιά μας κολάζοντας μεθούσες.


ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ
(Μιλτιάδης Μαλακάσης, 1869-1943)

Ενώ μου λες τη σιγαλιά τη βραδινή του δάσου
Πως αγρικάς, κοντά σου
Εμένανε η φτωχή καρδιά τόσο πολύ χτυπάει,
Που μοναχά δε σπάει.

Τα δέντρα την ακούνε, ιδές, ένα αεράκι πνέει
Στα φύλλα και την κλαίει.
Μόνον εσύ δεν την ακούς… Το λόγο τον τρανό να πω,
Δειλιάζω και τρομάζω.
Αχάριστος, δε φτάνει μου στο πλάι σου νάμαι, να σιωπώ,
Και τα μεγάλα μάτια σου τα μαύρα να κοιτάζω;


ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ ΤΩΡΑ ΠΑΛΙ…
(Ρίτα Μπούμη-Παπά, 1906-1984)

Θα φύγεις τώρα πάλι και ποιος ξέρει
Αν πια θα ξαναφέξει το κελί μου,
Κι αυτή η καρδιά, που λιώνει κι υποφέρει,.
Αν πια θα πάψει να πονάει, αλί μου!
Αχ, τι πια θα μπορέσει να σε φέρει
Απάνω απ’ τη σκυμμένη κεφαλή μου,
Και να σου βάλει βάλσαμο το χέρι
Να χύσεις στην αγιάτρευτη πληγή μου…
Για μια στερνή φορά, σκύψε και δώσ’ μου,
Πριν φύγεις πια για πάντα, τη μεγάλη
Χαρά, την πιο μεγάλη αυτού του κόσμου!
Στροβίλισέ με, Αγάπη, μες στη ζάλη,
Στον ίλιγγο, να χάσω ως και το φως μου,
Για τελευταία φορά, και φύγε πάλι.


Σ’ ΑΓΑΠΩ
(Μυρτιώτισσα, 1885-1968)

Σ’ αγαπώ· δε μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου.

Ω μελίσσι μου, πιες
Απ’ αυτόν τις γλυκές,
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου, να!
Σ’ τα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι,

Κι’ η καρδιά μου σκιρτά
Κι’ όλη ζήλεια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι!

Και για στρώμα, Καλέ,
Πάρε ακέριαν εμέ,
Σβήσ’ τη φλόγα σε με
Της φωτιάς σου,

Ενώ δίπλα σου εγώ
Τη ζωή θ’ αγρικώ
Να κυλάει στο ρυθμό
Της καρδιάς σου…

Σ’ αγαπώ· τι μπορώ,
Ακριβέ, να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
Πιο μεγάλο;


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
(Κώστας Ουράνης, 1890-1953)

Θάμα γλυκό κι ανόλπιστο πούκανες, Έρωτά μου,
Ενώ είν’ τα νιάτα πίσω μου νάναι η ζωή μπροστά μου!


ΣΤΟ ΠΛΑΙ ΣΟΥ
(Κωστής Παλαμάς, 1859-1943)

Στο πλάι Σου, να με!
Οι δρόμοι! Οι δρόμοι!
Ω γλύκα! Ω τρόμοι!
Και περπατάμε.

Θεός κυβερνά με.
Μιας μάισσας γνώμη
Του κόσμου οι νόμοι.
Πάμε; Πετάμε!

Του ονείρου η χώρα
Στο πλάι σου τώρα,
Τ’ άλλα όλα ξένα.
Και δε γνωρίζω
Πού πάω, τι ορίζω·
Το φως, ή Εσένα;


ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΝΙΑΤΑ
(Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, 1901-1982)

Φωνή από νιάτα, πώς ηχείς σε βάθη μακρινά:
Πρόσχαρα γέλια και καημοί περαστικών ερώτων,
Πόθοι που επνίγαν με ηδονή τον αναστεναγμό των,
Νύχτες χωρίς απαυδημό κι’ εξαίσια δειλινά,.

- Μέθη του νου και λάγγεμα της σάρκας, ποια φωνή,
Φωνή από νιάτα σας ξυπνά γλυκά μες στην καρδιά μου;
Πένθιμος ίσκιος κατοικεί στα διαλογίσματά μου
Κι’ ένας  λυγμός με τυραννεί.


ΧΕΙΜΩΝΑΣ
(Μήτσος Παπανικολάου, 1900-1943)

Μαύροι δρόμοι του χειμώνα
Στη γυμνή την εξοχή·
Του αμαξιού τα φώτα μόνα
Τρέχουν μέσα στη βροχή.

Μέσα στην ανεμοζάλη,
Πρώτη ερωτική βραδιά!
Τέτοιαν άνοιξη και πάλι
Πού περίμενε η καρδιά;

Δυο κεφάλια πλάι-πλάι:
Το ένα φθινοπωρινό,
Το άλλο, δώρο από το Μάη,
Δεν είν’ είκοσι χρονώ.

- Πού σε βρήκα; Πού σε βρήκα,
Άνθος της αμυγδαλιάς;
Τα μαλλιά σου έχουν τη γλύκα
Μιας χελιδονοφωλιάς.

Και τα μάτια, όπως τα κλείνεις
Στο φιλί, μοιάζουν κι αυτά
Με τα μάτια της Σελήνης
Που κοιτούν πάντα κλειστά.

Είσαι η νύχτα κι’ είσαι η μέρα,
Είσαι ο πόνος και η χαρά!
Γύρω μας, μέσ’ στον αέρα,
Κυματίζουνε φτερά!

Περιστέρια έχουνε φτάσει
Από τόπους μακρινούς·
Φέρνουν ανθισμένα δάση
Και γαλάζιους ουρανούς.

…Και τ’ αμάξι τρέχει, τρέχει
Στην ασφαλτωμένη οδό.
Έξω από τα τζάμια βρέχει

Κι’ ο χειμώνας είν’ εδώ.


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
(Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1877-1940 - απόσπασμα)

Από το πάρκο επέρασεν η ώριμη κυρία,
μέσα στους όρθιους των δεντρών, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά τής έριξε η χρυσή δεντροστοιχία,
κι' εμείς - τους μαραμένους μας συλλογισμούς.

Θάναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ. Στα βλέφαρά της
η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Την λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της
και την υδρία της γέμισε στη βρύση των λυγμών,

Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
κι' απάνω απ' τα ξερόφυλλα, περνάει θαμπή, σβηστή,
στο μύρο της υπομονής, που απλώνουνε, το δείλι
τα πληγωμένα απ' τη βροχή κλαριά, να ξεχαστεί.


Διαβάστε το τρίτο και τελευταίο μέρος την ερχόμενη Δευτέρα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου