Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

"Ιστορίες από το Μετς" του Γιάννη Μπασκόζου



Ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος. Και επειδή ο συγγραφέας ακριβολογεί, συμβαίνουν τα εξής αξιοπρόσεκτα και απολαυστικά σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων: καταρχάς υπάρχει μια ακλόνητη συνοχή. Και δεν αναφέρομαι στην συνοχή ως αποτέλεσμα κοινής μανιέρας στους ήρωες ή παραπλήσιας θεματικής στα κείμενα, αλλά σε μια συνοχή… τοπογραφική. Χωρίς να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής, η περιοχή του Μετς είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο γράφονται οι σκέψεις του συγγραφέα αλλά και οι μοίρες όλων όσων κατοικούν στις ιστορίες, είναι ο χάρτης όπου ιχνογραφούνται τα μονοπάτια των ζωών τους. 

Υπάρχει νοσταλγία, δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να λείπει. Συγκαλυμμένη βέβαια, ώστε να μπορούν να αποφευχθούν πιθανές δακρύβρεχτες αναπολήσεις, αλλά αναμφισβήτητα παρούσα στο τιμόνι της αφήγησης. Ο Γιάννης Μπασκόζος δεν μπαίνει σε βάθος στο μυαλό των ηρώων του. Τους προσφέρει αντίθετα μια μεγάλη ελευθερία συμπεριφορών και εξέλιξης, σε συνδυασμό με ένα ευρύ φάσμα συγκινησιακών διακυμάνσεων, για να έχουν το συναισθηματικό ειδικό βάρος που χρειάζονται για να κυκλοφορούν με άνεση ανάμεσα στις γραμμές της ιστορίας τους: οι χαρακτήρες είναι σκιτσαρισμένοι με αδρές γραμμές και απότομες κινήσεις, απρόβλεπτες. 

Στις Ιστορίες από το Μετς, οι άνθρωποι οριοθετούνται από τις δυνάμεις έλξης και απώθησης μιας συγκεκριμένης περιοχής της Αθήνας. Οι ζωές τους και κυρίως οι αναμνήσεις τους κινούνται εκεί σαν παγωμένες στον χρόνο, δεν μπορούν, ούτε και θέλουν να αποδράσουν. Παρόλα αυτά άγονοι συναισθηματισμοί δεν φαίνεται να έχουν θέση, κυρίως γιατί δεν έχουν καμία χρησιμότητα. Στο σύνολό τους, οι Ιστορίες από το Μετς είναι μια συλλογή κειμένων που –αισθάνομαι τουλάχιστον- έχουν σκοπό να προσμετρήσουν την απόσταση, την όποια απόσταση. Μια απόσταση που μοιάζει με χαράδρα: με απότομες άκρες και σχεδόν απροσμέτρητο βάθος. Είναι μια αναζήτηση του μέτρου της απώλειας και των αλλαγών που επιφέρει στους ανθρώπους, αλλά και στα μέρη που έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στις ζωές τους, μια απόπειρα εκλογίκευσης του κενού που μπορεί να αφήσει πίσω του ένα παρελθόν που έμεινε κατά ένα τρόπο κλεισμένο σε ένα «γεωγραφικό κενό». 

Σ’ αυτή τη συλλογή, ίσως όλα να γράφονται για τις αναμνήσεις: σαν να είναι όλα ρευστά και εύθραυστα, σαν να κινδυνεύουν να χαθούν ανά πάσα στιγμή και ο συγγραφέας να κάνει μια τελευταία προσπάθεια να τα συγκρατήσει:

Οι γειτόνισσες κάθονταν το βράδυ στα σκαλάκια μπροστά στα σπίτια τους – όλα τα σπίτια είχαν δυο τρία σκαλάκια. Από τη γειτονιά πέρναγε ο παγοπώλης, ο γανωτής, ο καρεκλάς, ο παγωτατζής τις Απόκριες το γαϊτανάκι και η καμήλα. Περνούσαν και διάφοροι ημίτρελοι και σαλοί – άκακοι οι περισσότεροι- κι άλλοι που δεν θυμάμαι.[1]

Τα καταφέρνει, ευτυχώς και για τον ίδιο και για τον αναγνώστη. Η μνήμη, παντοδύναμη και καταλυτική, είναι εκεί, πάντα παρούσα.  

Κρις Λιβανίου

[1] Σελ 88

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου