Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Μικρή ανθολογία κλασικής νεοελληνικής ερωτικής ποίησης - Μέρος Α΄

Ερωτική ποίηση γράφτηκε απ’ όλους τους ποιητές, από αρχαιοτάτων χρόνων. Και μολονότι στις μέρες μας το ερωτικό στοιχείο χρησιμοποιείται ως μέσο εντυπωσιασμού και συχνά δεν αντανακλά μια βαθύτερη συναισθηματική κατάσταση, παρουσιάζει ενδιαφέρον να ανθολογήσουμε ερωτικά ποιήματα που γράφτηκαν από μεγάλες, κλασικές θα λέγαμε, μορφές της νεοελληνικής ποίησης – έστω και αν κάποια ονόματα δεν είναι τόσο γνωστά σήμερα. Ασφαλώς τα ποιήματα αυτά αντανακλούν τις νόρμες και τους κανόνες της εποχής που γράφτηκαν: πολλά είναι έμμετρα, κάποια τόσο ρομαντικά που μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και τη θυμηδία σ’ εμάς σήμερα, διατηρούν ωστόσο το άρωμα και την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής.

Τα ποιήματα αντλήθηκαν από πρωτότυπες συλλογές, από συγκεντρωτικές εκδόσεις, αλλά και από παλαιότερες ανθολογίες, στις οποίες δεν υπήρχε αναφορά σε πηγή. Για λόγους ομοιομορφίας, λοιπόν, η πηγή δεν αναφέρεται σε κανένα ποίημα. Αναφέρεται μόνο το όνομα του ποιητή και ο χρόνος γέννησης και θανάτου του. Η σειρά με την οποία εμφανίζονται τα ποιήματα είναι αλφαβητική, ανάλογα με το επώνυμο των ποιητών που τα έγραψαν.


ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ
(Γεώργιος Αθάνας, 1893-1987)

Μες απ’ τα κλεισμένα παραθύρια
Έλα για να ιδείς χωρίς μιλιά
Τα κυνηγημένα τρεχαντήρια
Και τα διαβατάρικα πουλιά

Τον παραπονιάρικο στα τζάμια
Η βροχή σκοπό της αρχινά…
Το γιαλό θολώνουν τα ποτάμια,
Η αντάρα κρύβει τα βουνά.

Φτάνει και στο σπίτι μας η μπόρα.
Σκύψε, αγαπημένη να σου ειπώ:
- Πώς μ’ αρέσει πάντα τέτοιαν ώρα
Να σωπαίνω κα να σ’ αγαπώ!


ΛΕΣ ΚΙ ΗΤΑΝΕ
(Μάτση Ανδρέου (Χατζηλαζάρου), 1914-1987)

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,
Τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.


ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΑΝΕΜΩΝΕΣ ΚΟΚΚΙΝΕΣ
(Μάτση Ανδρέου)

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες,
Θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου,
Πούναι σα χόρτα στη άκρη του ποταμού.


ΜΑΙΝΑΔΕΣ
(Ελένη Βακαλό, 1921-2001)

Μ’ έναν πυρσό στο δάσος σε γύρεψα
Νύχτα
Την αγάπη λυτή στον αέρα
Να γυρνά τα μαλλιά μου
Απόλλωνα
Το νύχτιο κορμί σου
Τ’ άσπρο σου φως
Να το θρίψω στη φούχτα μου
Σβόλο χώμα
Να το κάνω δικό μου
Σαν τα φίδια που δένουν
Τη μέση μου
Των αλόγων το κάλπασμα
Τον ιδρώ του λαιμού μου
Απόλλωνα
Την υγρή γη την πάτησε
Η φτέρνα μου
Πνιγερή η μυρωδιά της
Που ανεβαίνει στα σπλάχνα μου
Των κλαδιών τ’ αγκαλιάσματα
Και στο στόμα μου η ανάσα
Κέρνα
Ως το τέλος του πόθου μου
Ως το τέλος του δάσους

Ήλιε μου
Φως πρωινό
Ξανθέ
Σε γύρεψα χτες τη νύχτα
Βάφτηκ’ αίμα ο δρόμος μου
Και απόκανα
Νικητή
Δε σε βρήκα


ΤΟ ΦΙΛΙ
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1824-1879)

Τα φύλλα βλέπεις της ετιάς
Πώς πέφτουν μαραμμένα;
Ψυχή μου, μώλεγες πικρά
Με μάτια δακρυσμένα.

Πώς φεύγει, βλέπεις, το νερό,
Τα νέφη πώς πετούνε,
Πώς η δροσούλα της αυγής,
Οι κρίνοι πώς περνούνε;

Ναι, πες μου, πες μου, σαν αυτά
Κ’ η αγάπη μας θα σβύση
Σα λούλουδο θα μαραθή,
Σαν όνειρο θα ζήση;

Κ’ εγώ σ’ αγκάλιασα σφιχτά
Και σώφραξα, ψυχή μου,
Τα χείλη μ’ ένα φλογερό
Κ’ απέραντο φιλί μου.

Και τότ’ επίστεψες και συ
Ότ’ έχει κ’ η ζωή μας
Μια μόνο αθάνατη στιγμή
Κλεισμένη στο φιλί μας,

Μιαν ώρα πώφυγε κρυφά
Του Χάρου το δρεπάνι
Κι’ όπ’ όσο κι’ αν πετά γοργά
Ποτέ δε θα πεθάνη.



ΘΥΜΗΣΗ
(Κώστας Βάρναλης, 1884-1974)

Λαφρά της μυδαλιάς σειόνταν οι κλάδοι,
Ολόανθο κύμα, δώρο χαρισμένο
Απ’ τους θεούς, και χιλιοχωρισμένο
Λαμποκοπούσε το νερό σα λάδι.
Και το μικρούλι πρόσωπό σου – αχλάδι
Στην ώρα του γλυκό και μυρισμένο·
Και τ’ αχείλι σου ευώδαε, γυρισμένο
Ροδόφυλλο, τα λόγια που εκελάδει.
Και στο τριζάτο πράσινο τριφύλλι,
Των άσπρω αρνιών βυθούσε το πηλάλημα,
Κι αλαργινό και γάργαρον εφίλει
Τον ουρανό του φλώρου θείο το λάλημα,
Και του ήλιου, σπώντας, η φλογάτη ρόδα,
Στη χιονάτη κορφή, έβρεχε ρόδα.


ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ
(Ιωάννης Βηλαράς, 1771-1823)

Από τα δυο σου αχείλι, τ' αθάνατο νερό
Πολύ και πλούσιο τρέχει, γλυκό και καθαρό·
Κ' εκείνος που δροσίσει το στόμα μια φορά,
Του Χάρου ας μη φοβάται τα βέλη τα σκληρά.
Αν το κορμί απεθάνη, αισθάνεται η ψυχή
Εκείνη τη γλυκάδα, που εγεύτη στην αρχή.


ΤΟ ΜΑΡΙΩ
(Γεώργιος Βιζυηνός, 1849-1896 - απόσπασμα)

Το θυμάσαι το Μαριώ,
π' όλη 'μέρα στο χωριό
'λογυρνούσε;
Που στη θύρα του σχολειού
με τον γυιό του Μιχαλιού
'τραγουδούσε;

Θα σε 'πω κρυφά στ' αυτί
δι' εκείνη κάτι τι-
Μα, σώπα!
Όταν ήμεθα παιδιά,
με τραβούσ' απ' την ποδιά-
Να! Σου τώπα!... [...]

Μιαν ημέρα, και καλά
μούχε φάγει τα μυαλά,
να την πάρω.
Γιατί, λέγ', αν δεν παρθή,
θε να πα να πανδρευθή
με τον Χάρο!

Κι' από φόβο, το κουτό,
μην το κάμης, είπ', αυτό!
Και σε παίρνω!
Κόφτω, στην κακιά στιγμή
απ' το στόμα μ' το ψωμί
και στο φέρνω.

Κι ως να σώσω την λαλιά,
με αρπά στην αγκαλιά,
και με 'πάγει.
Κι' απ' το φίλα το πολύ,
'λίγο έλειψ' η τρελή
να με φάγη!


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
(Νίκος Γκάτσος, 1914-1992)

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε, κορυδαλός κι εχάθη,
Ήταν του Μάη το πρόσωπο, του φεγγαριού η ασπράδα,
Ένα περπάτημα ελαφρό σα σκίρτημα του κάμπου,
Ένα φιλί της θάλασσας της αφρροστολισμένης.


ΦΛΟΡΑ ΜΙΡΑΜΠΙΛΙΣ
(Ιωάννης Γρυπάρης, 1870-1942, απόσπασμα)

Νεφελόκοβ’ η συννεφιά κι ήλιος χρυσός προβάλλει,
Σκορπάει την άχνη πόκρυβε του ερωτεμένου κόσμου
Τα τόσα τα γητέματα, τα τόσα χλωρά κάλλη·
Ήμουν τυφλή κι ανάβλεψα, τυφλή και σε ηύρα, φως μου,

Περίσσια, Αγάπη, η χάρη σου, κι η δύναμη μεγάλη
Στην αβασίλευτη ομορφιά π’ ανάστησες εμπρός μου
Σ’ αυτήν που ανοίγεις τη θερμή κι ερωτικήν αγκάλη,
Σφαλώ τα μάτια κι άθελα με ρίχτει ο λογισμός μου….


ΙΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ!
(Νάσος Δετζώρτζης, 1911-2003 - απόσπασμα)

Μου λείπεις, το ξέρεις;
Μου λείπουνε τα μάτια σου.
Μου λείπει η γραμμή των χειλιών σου,
η πολυφράδειά τους,
ο σηρικός τους ο πολφός,
το λαίμαργο φιλί τους.
Μου λείπει το μέτωπό σου μ' εκείνα τα άταχτα μαλλιά,
η γλυκύτατη, αυστηρή και παιδιάτικη μαζί,
σφιχτοπερίπλοκη απόληξή τους,
ο λαιμός σου, να παραμερίζω τους πλοκαμούς σου,
να προσμένει τα χείλη μου, και να τον περπατούν,
ο διακαμός σου που στοιχειώνει το σπίτι μου,
το πώς το κατοικείς,
το φέγγος σου που το ιλαρώνει. [...]
Μου λείπει το ιλαρόν φως να μας φωτίζει και τους δυο,
το αιδήμον σκότος ως εχεμυθεύει
το ξεκλείδωμά σου, την αυτάφεση,
το grand écart σου.
Κι ως χάνομαι μες στην επίκλησή σου "Μίλα μου!"
στο θρο των ονομάτων μας χείλη με χείλη,
μου λείπει
ο τιναγμός σου αψιά ως αψιδώνεσαι,
το βογκητό σου όταν,
η κραυγή σου όταν.


ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΡΙΝΑ
(Γιώργος Δροσίνης, 1859-1951)

Ουράνια κρίνα είναι τα χέρια σου
Κι είναι ευλογία το κίνημά τους,
Κι αφήνουν και σκορπούν ολόγυρα
Το ουράνιο μοσκοβόλημά τους.

Μη σε πλανέσει η καλοσύνη σου,
Και μη θαρρείς δική σου χάρη,
Το λίγο ουράνιο μοσκοβόλημα
Πώχω απ’ τα δυο σου χέρια πάρει.


Η ΝΕΑ ΛΑΟΥΡΑ
(Νίκος Εγγονόπουλος, 1907-1985)

Οι τεράστιοι θησαυροί
— για τους οποίους τόσα θρυλούνται —
Της πτωχής
Περιγιαλούς
Κόρης
Είναι
Τα μόνα
Χείλη της
Τα μόνα
Ηδύγευστα χείλη της

Πόσο μου λείπουν και πόσο τα νοσταλγώ
— και τα δοξάζω —
Σα βρίσκομαι μακρυά
Να περιπλανιέμαι
Σε τούτα τ’ άχαρα
Τ’ απίστευτα ταξείδια
Που κάθε τόσο
Επιχειρώ

Κι’ όμως πόσο τα χαίρομαι
— και τα δοξάζω —
Σα βρίσκομαι
Κοντά
Της

Είναι η ζ ω ή
Βγαίνει και παίρνει γύρα
Σοκάκια
Και μαχαλάδες
Και με λυγμούς
Με φωνάζει
Και με ζητά
Έλα
Μην κάνεις έτσι
Είμαστε Έλληνες
Συ είσαι
— τι θαύμα! —
Μια κόρη
Ελληνίς
Όταν κοιμούμαι
Τα λουλούδια της αμασχάλης σου
Έρχονται
Και μου θωπεύουν
Όλο το κορμί
Και σαν ζωγραφίζω
Τότε
Έρχονται
Τα μάτια σου
Τα ωραία
Στην άκρια του χρωστήρα μου
Και σεργιανίζουν
Πάνω
Σ’ όλη την επιφάνεια
Του μουσαμά
Για να ξέρης :
Σ’ έχω κάνει αθάνατη


ΟΝΕΙΡΟ
(Γιωσέφ Ελιγιά, 1901-1931)

Όταν ματώνει ο Αυγερινός κι ασημοκλαίει η Πούλια,
Και τα δασά δεντρά θρηνούν για ό,τι έχει θάψει ο Χρόνος,
Ψυχή, λουλουδοκοίμητη σε ρόδα και σε γιούλια,
Τ’ ωραίο σου μνήμα αφήνοντας, σε νιώθω, αχνοντυμένη,
Στην αγκαλιά μου νάρχεσαι, σα ρέβω έρμος και μόνος,
Και να μου λες σιγαλινά: «Δεν είμαι πεθαμένη!»

- Ρεβέκκα εσύ, αειπάρθενη, Μούσα, ρυθμέ του Κόσμου,
Νεκρή δεν είσαι, όσον καιρό να θάλλεις νιώθω εντός μου
Σαν τον αμάραντο ανθό, σαν της μυρτιάς τον κλώνο!
Έτσι μιλώ, κι ως σε κοιτώ βαθιά κι αναγαλλιάζω,
Το θείο κορμί σου να δεχτούν τα δυο μου χέρια απλών
- μα ωιμέ… τον ίσκιο μου φιλώ, τον ίσκιο μου αγκαλιάζω.



Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ
(Οδυσσέας Ελύτης, 1911-1996)

Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων
Ω τι ωραία που είσαι
Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα
Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή
Για να σ’ ακούω που ζεις και που διαβαίνεις!

Ω τι ωραία που είσαι
Τρέχοντας με το χνούδι της κορυδαλλένιας
Γύρω απ’ τις μοσκιές που σε φυσούνε
Καθώς φυσάει ο στεναγμός το πούπουλο
Μ’ έναν μεγάλο ήλιο στα μαλλιά
Και με μια μέλισσα στη λάμψη του χορού σου

Ω τι ωραία που είσαι
Με το καινούριο χώμα που πονείς
Από τη ρίζα έως την κορυφή των ίσκιων
Ανάμεσα στα δίχτυα των ευκάλυπτων
Με τον μισό ουρανό μέσα στα μάτια σου
Και με τον άλλον στα μάτια που αγαπάς

Ω τι ωραία που είσαι
Καθώς ξυπνάς το μύλο των ανέμων
Και γέρνεις τη φωλιά σου αριστερά
Για να μην πάει χαμένος τόσος έρωτας
Για να μην παραπονεθεί ούτε μια σκιά
Στην ελληνίδα πεταλούδα που άναψες

Ψηλά με την αυγερινή ευφροσύνη σου
Γεμάτη από τη χλόη της ανατολής
Γεμάτη απ’ τα πρωτάκουστα πουλιά
Ω τι ωραία που είσαι
Ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων!


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
(Οδυσσέας Ελύτης)

Πριν απ΄ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.


ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ
(Λιλή Ιακωβίδη, 1900-1985 - απόσπασμα)

Όταν μου λες πως μ’ αγαπάς, κοιτάω κατάβαθά μου
Να ιδώ τι μ’ απομένει·
Εξαίσια φλόγα υψώθηκε στο φως κι εμέ η καρδιά μου,
Κι απόσβησε θλιμμένη.

Ήρθαν, περάσαν άνοιξες, πήραν τα φύλλα ανέμοι
Κι οι μπόρες τον καρπό μου·
Τώρα λυγώ στον άνεμο κι όλη η ψυχή μου τρέμει
Με τον ανασασμό μου.


ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ…
(Κ. Π. Καβάφης, 1863-1933)

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
Όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες,
Αλλά κι εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
Γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
Κι ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο
Τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
Μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
Εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν,
Θυμήσου, μες στα μάτια σου που σε κοίταζαν·
Πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ
(Νίκος Καββαδίας, 1910-1975 - απόσπασμα)

Έβραζε το κύμα του Γαρμπή.
Ήμαστε κι οι δυο σκυφτοί στο χάρτη.
Γύρισες και μούπες πως το Μάρτη
Σ’ άλλους παραλλήλους θάχεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
Που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
Σε μια κρίση Μαύρου Πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό,
Κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
Κι άκοπο μασάς καφέ πικρό….



Η συνέχεια την ερχόμενη Δευτέρα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου