Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

"Δεν είναι όμως έτσι" του Φιλέα Τετράζη

Φιλέας Τετράζης, κατά κόσμον
Λύσανδρος Αντωνόπουλος


Ο Φιλέας Τετράζης είναι το φιλολογικό όνομα του δικηγόρου Λύσανδρου Αντωνόπουλου, ο οποίος δικηγόρησε στην Αθήνα από το 1966 έως το 2008. Ο ποιητής εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα με δύο ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν το 1954 στο λογοτεχνικό περιοδικό Πνευματική Ζωή του Μελή Νικολαΐδη. Δημοσίευσε εν συνεχεία ποιήματα σε ένα μεγάλο αριθμό περιοδικών, Αθηναϊκά Γράμματα (1957), Φιλολογική Βραδυνή, Επιθεώρηση της Τέχνης (1960), Αιολικά Γράμματα, Ομπρέλα και αλλού. Έχει εκδώσει έως σήμερα εννέα ποιητικές συλλογές: Γνωμοδότηση (1987), Απογευματινό τσάι (1995), Πρωινή συνάντηση (2006), Ανθίσανε οι ζίνιες (2012), Επιλεγμένα ποιήματα (2013), Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω (2014), Η πέρα βρύση (2015), Η μπαλάντα του Ζήκου (2016), Δεν είναι όμως έτσι (2017).

Ο  συγγραφέας εμπνεύστηκε το φιλολογικό όνομά του από το βουνό Τετράζι που αντίκρυζε από το παράθυρο του κάθε πρωί, τότε που κατοικούσε στην  ιδιαιτέρα του πατρίδα, στο χωριό Κάτω Μέλπεια  Μεσσηνίας. Η ποίησή του αντλεί θαρρείς από το βουνό τη δύναμή της αλλά και από μια βαθύτερη κατανόηση του κόσμου.
Ποίηση δωρική, σκαλίζει τις εικόνες της στην πέτρα και αιχμαλωτίζει τα παιχνιδίσματα του φωτός. Aν και μοντέρνα, γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, με εσωτερικό ρυθμό, έχει συχνά στοιχεία από το δημοτικό τραγούδι και κάτι από τη γοητεία των μύθων του Αισώπου. Γνωρίζει πώς να συνδιαλέγεται με τα στοιχεία της φύσης, να μιλάει τη γλώσσα του ανέμου, να δίνει ανθρώπινη φωνή στα δέντρα, στα φυτά, στα πουλιά, να καλωσορίζει τη βροχή, να πιάνει τις διαθέσεις της μικρής πλατείας του χωριού, να δίνει γυναικεία υπόσταση σε μια πόλη, σε μία χώρα. Με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο θαυμάζει το ελληνικό τοπίο:  Ο ήλιος έγνεψε κομψά στη νύχτα/ ν’ αποσυρθεί αθόρυβα/ κι εκείνος/ αφού κοντοστάθηκε πάνω στον Ταΰγετο/ για λίγο μόνος/ όπως πρέπει σ’ ένα Άρχοντα/ έριξε τ’ απαλό του πρώτο φως στην Καλαμάτα/ κι εκείνη/ αγουροξύπνησε θυμωμένη μουρμουρίζοντας/ γιατί δεν τα μπορεί του ήλιου τα τερτίπια/ ξενυχτισμένη ως είναι γλεντοκόπος./…
Όταν η ποίησή του έχει παιγνιώδη διάθεση, ο ποιητής σκηνοθετεί μικρές ιστορίες στις οποίες συχνά πρωταγωνιστεί και ο ίδιος: Έπαιζα στη βεράντα φυσαρμόνικα/ όταν ο κότσυφας στάθηκε στο περβάζι/ και είπε χαμογελαστός φάλτσο το πας!/… Άλλες φορές πάλι είναι ο τρόπος του να διασκεδάσει απλώς τη μοναξιά του: Ο ίσκιος μου κι εγώ/ όλο τον Ιούνιο κάναμε καλή παρέα./ Τη μια με ακολουθούσε κατά πόδας/ την άλλη περπατούσε δίπλα μου καμαρωτός/ κι όταν εγώ χτυπούσα/ με τη γκλίτσα μου το χώμα/ το ίδιο και καλύτερα αυτός/ σαν τέλειος μίμος πούναι./…
Ο Φ. Τ. γράφει όπως αναπνέει, η ποίηση είναι η δεύτερη φύση του, εκφράζει τις διαθέσεις και τα συναισθήματά του. Έτσι, άλλοτε γίνεται νοσταλγική και εξομολογητική, όταν τις ώρες της μοναξιάς αναλογίζεται το παρελθόν: Κόκκινα άλογα λευκά άλογα/ οι αναμνήσεις του καλπάζουν/ και δεν αφήνουν το ντελικάτο γεροντικό μυαλό του/ να αποδράσει από τα γεγονότα… Άλλοτε αποτυπώνει την ευγένεια της φιλίας όταν απευθύνεται σε ένα φίλο: Οι ευχές σου φορούν σανδάλια/ όπως ο Ιησούς/ και δεν κρατούν ομπρέλα/ ν’ αντισταθούν στην πρωινή βροχή/ γι αυτό είναι καλοδεχούμενες./.... και άλλοτε γέρνει από το βάρος της συγκίνησης και ενός παράλογου θυμού, όταν αποχαιρετά ένα φίλο των παιδικών χρόνων: Ας μην ακούσω πάλι ν’ απορείτε/ «άρα τις έστιν βασιλεύς ή στρατιώτης»./ Εγώ ξέρω σίγουρα πως είναι/ ένας μικρός άγγελος που΄χασε τα φτερά του/Μην παραπονιέστε γιατί/ όσο πάει και λιγοστεύουν τα χερουβείμ που παίζανε μαζί μας/ στις αλάνες των φτωχών μας συνοικιών./ Ο Νικόλας είναι, τον είδα σας λέω,/ που δεν μας άντεξε άλλο/ κι επιστρέφει χαρούμενος με καινούργια φτερά/ κι ένα ηλιοτρόπιο στο χέρι/ ένθα ουκ έστι πόνος για κανένα!/....  Άλλοτε πάλι κάνει μια βόλτα στην εξοχή της εφηβείας, …τότε που αρκούσε μια κόκκινη δύση/ στα βουνά της Αίγινας/ ή ένα ξαφνικό φιλί απ’ το κορίτσι του/ να γαληνέψουν τα κύματα/ που πάλευαν στο βάθος των ματιών του!
Ο ποιητής απολαμβάνει τις στιγμές της οικογενειακής θαλπωρής και η χαρά του λαμπυρίζει σαν ένα μπουκέτο ηλιαχτίδες μέσα στο ποίημα! Τότε οι στίχοι του γίνονται ποιήματα σατυρικά και παραμύθια για να διασκεδάσουν τα αγαπημένα του εγγόνια αλλά και τον αναγνώστη. Ωστόσο στις πιο πολλές ιστορίες, η πραγματικότητα βρίσκει μια χαραμάδα για να εισχωρήσει και να δώσει τη δική της εκδοχή και το δικό της τέλος, σαφώς αντιποιητικό:
Όταν διαβάζω τις νύχτες που κοιμούνται όλοι/ γίνεται κάτι μαγικό στο δωμάτιό μου/ και σαν αρχαίο ναό το βλέπω/ και νιώθω αναπνοές Θεών στο ημίφως/ και πνεύματα με πρωτεϊκές μορφές ανθρώπων/ και ακούω απλές φωνές σαν μελωδία/ με νόημα που συνεπαίρνει την καρδιά μου…
…Ο κόσμος το πρωί μεταμορφώνεται/ σε θόρυβο, κορναρίσματα, βοή/ και τηλεόραση με φρικτές ειδήσεις./ Πόσο ν’ αντέξεις το βάσανο να είσαι όρθιος/ και να ισορροπείς σαν ακροβάτης/ την πάσα ημέρα όλη τη ζωή σου!
Η ποίηση του, όταν αναφέρεται σε ζητήματα κοινωνικά, έχει το βάθος μιας λόγιας απλότητας που αντλεί από μια ανεξάντλητη δεξαμενή γνώσεων. Από εκεί προέρχεται η άνεσή της να συνδιαλέγεται σε ενεστώτα χρόνο με την αιωνιότητα, να συναντά μέσα στο ποίημα μορφές από την ιστορία, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Καραϊσκάκη…και να τις καταθέτει ως παραδείγματα για το σήμερα. Έμπρακτα να αποδεικνύει πως το πνεύμα της αρχαία Ελλάδας έχει φωνή που ηχεί μέσα μας αρκεί κάποιος να έχει τη θέληση να το αφουγκραστεί, να το ακούσει. Τα πολιτικά του ποιήματα ανοίγουν διαύλους επικοινωνίας με το παρελθόν, με την ιστορία, δίνουν ζωή σε μια ιδεατή Πνύκα που εδρεύει στην καρδιά του, πυροδοτούν το διάλογο.
Τον χαρακτηρίζει η ίδια ευγένεια ψυχής και ασπάζεται τα ίδια ιδανικά για την πατρίδα, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη με τον Κάλβο, το Σολωμό, τον Παλαμά, αγαπημένους του ποιητές που τα ονόματά τους συχνά εμφανίζονται στα ποιήματά του.
Το ποίημα «Δεν είναι όμως έτσι», το οποίο δίνει και τον τίτλο του στη συλλογή, είναι ένα μικρό μάθημα ιστορίας που μας υπενθυμίζει πόσους αιώνες ήμασταν χωρίς πατρίδα ελληνική. Επισημαίνει ότι η πατρίδα έχει και τώρα την ανάγκη μας! Στο ποίημα καταγγέλλει τους νεοβαρβαρισμούς και το ρατσισμό: …τους απαίδευτους ροπαλοφόρους που ρίχνουν μαύρες μπογιές στα όμορφα αγάλματα… αλλά και τους Κλέονες αυτού του τόπου και τη ρητορική που αντί να ενώνει διχάζει προς ίδιον όφελος. Γράφει: Αν αγαπάτε ό,τι απόμεινε ελληνικό/ βάλτε πλάτη και στηρίχτε τη μεγάλη αλήθεια/ όλα τα χρώματα χωρούν στο ουράνιο τόξο/ που την πεντάμορφη στολίζει χώρα./ Οι νέοι Κοτζαμπάσηδες αρπάζουν πάλι/ τις εθνικές γαίες απ’ των φτωχών τα χέρια/ γιατί νομίζουν η πατρίδα τους ανήκει./ Δεν είναι όμως έτσι…
Ακολουθεί το ποίημα «Μετανάστες 2016 μ.Χ.». Η ποίησή του εδώ μεταβάλλεται σε εστία υπεράσπισης των αδικημένων αυτής της γης, γίνεται μια συλλογική ψυχή που μιλάει με τη φωνή των προσφύγων. Απευθύνεται στους ηγέτες της Βίζεγκραντ για να ανοίξουν επιτέλους τα σύνορα, δίνει φωνή στην απελπισία… Συνεχίζει με το ποίημα «Ένα παιδί που πεινάει»: Ένα παιδί που πεινάει/ δεν είναι λεπτομέρεια σε μυθιστόρημα/ ή ψεύτικο ζήτημα/ όπως το Ομηρικό των φιλολόγων./ Μπορεί να διαβρώσει τα θεμέλια της Πόλης,/ σαν ξερό κλαδί να σπάσει τον άξονα του κόσμου,/ μέγας κίνδυνος να πέσουνε συντρίμμια/ Παρθενώνες, Σινικά τείχη, Πυραμίδες/…
…Ένα παιδί που πεινάει δεν είναι λεπτομέρεια καθόλου.
Οι σκοτεινές σκέψεις βαραίνουν την ψυχή του ποιητή: Ξεχάστηκε στη βεράντα να κοιτά/ το μεγάλο βουνό/ που χώριζε στα δυό τον ουρανό του./ Κι αυτός ο δυτικός αγέρας/ τάραξε την αμέριμνη καρδιά του/ ώσπου κατάλαβε τον κίνδυνο/ να του σαρώσει τα αισθήματα όλα/ τα σύν τα πλήν/ και τις μικρές δόξες της ζωής του./
Ας πάω μέσα, είπε και σηκώθηκε/ όχι όμως έγκαιρα/ γιατί το ηλιοτρόπιο της καρδιάς του/ βρέθηκε λυγισμένο απ’ τον άνεμο./…

 Κατερίνα Τσιτσεκλή


Σημ.: Το βιβλίο Δεν είναι όμως έτσι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris.

1 σχόλιο:

  1. Φλώρα Ορφανουδάκη21 Οκτωβρίου 2017 - 12:25 μ.μ.

    Πολύ χαίρομαι που ξαναδιαβάζω ποίηση του Κ. Αντωνόπουλου. Μου άρεσε ως ποιητής, αλλά μετά τη διάλυση της ΕΠΟΣ έχασα τα ίχνη του. Χαίρομαιπου τον ξαναβρίσκω. Θα γίνει κάποια παρουσίαση του βιβλίου; Πολύ θα ήθελα να παραστώ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή