Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μικρή ανθολογία κλασικής νεοελληνικής ερωτικής ποίησης - Μέρος Β'

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος της μικρής ανθολογίας κλασικής νεοελληνικής ερωτικής ποίησης. Διαβάστε ορισμένες παρατηρήσεις για την ανθολογία στο πρώτο μέρος.


ΕΙΣ ΨΑΡΑ
(Ανδρέας Κάλβος, 1792-1869 - απόσπασμα)

- Φθάνει τώρα το κέρασμα,
Φθάνει ο χορός, και τ' άσμα·
Κάθε ηδονή το μέτριον
Εάν αγαπά, ας προσφύγωμεν
Εις χαράν άλλην.

Εδώ υπό τον πολύφυλλον
Και δροσερόν κεδρώνα
Ελάτε, ας αναπαύσωμεν
Το κορμί μας και ας έχωμεν
Τ' άνθη διά στρώμα.

Ένα φιλί... κ' εν άλλο...
Έρωτα τρέξε, εξάπλωσον
Αιώνια τα πτερά σου,
Σκέπασον το μυστήριον
Της εορτής σου.


SEHNSUCHT
(Άριστος Καμπάνης, τέλη 19ου αι. - ?)

Αγαπημένη, που μακριά κοιμάσαι αυτήν την ώρα,
Στον τόπο τον γλυκύτατο και τον αλαργινό,
Το παραθύρι ο άνεμος αν το βροντά να ξέρεις
Ο ταξιδιάρης πόθος μου το κρούει με το φτερό.

Ανάμεσα από πέλαγος και από στεριές και δάση,
Ο πόθος μου εφτερούγισε κι ήλθε σιμά σου εκεί,
Το παραθύρι τόσπρωξε και ανοίγοντάς το μπήκε
Στην κάμαρα και στάθηκε στην κλίνη αγαπητή.


ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ …
(Λίλα Καράκαλου-Καρανικόλα, 1906-1986 – απόσπασμα)

…Κι ακόμα, νιώθω το κορμί μου αναλυτό
Σαν τον ατμό, σαν το νερό, σαν τον αγέρα,
Σαν ένα πνεύμα από την ύλη του λυτό,
Καθάριο, να ζητά τρελά με το
Δικό σου να υψωθεί σε μια άλλη σφαίρα…

Νιώθω τη σάρκα μου όλη να ριγά
Σε κάθε σου άγγιγμα τρελό, να τρέμει.
Νιώθω κόμπος στητός σιγά-σιγά
Ν’ αργοσταλάζει της ψυχής μου ο χυμός. Κι αργά
Να λιώνω στα φιλιά σου λιγωμένη…

Νιώθω κάθε μου νεύρο να σκριτά,
Κάθε μου ιστό, σαν χόρδα, τεντωμένο.
Κι όλο μου το κορμί σα να πετά
Μύρια ανθοπέταλα απαλά, που τα
Σκορπά μπροστά σου, μεθυσμένο…


Α, ΤΙ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ…
(Καρθαίος, 1878-1955)

Α, τι ευκαιρία που χάθηκε για μένα,
Τότε που ακόμη μ’ αγαπούσες, φως μου,
Με της χαράς μου τα πανιά ανοιγμένα
Ν’ άφηνα το ακρογιάλι αυτού του κόσμου!

Α, τι ευκαιρία, γλυκό μου φως! Τ’ αγέρι
Θα με φιλούσε της αγάπης σου, όταν
Το πλοίο, για να με πάει στα αιώνια μέρη,
Στου Μηδενός τον πόντο θ’ ανοιγόταν.

Μα αυτό, στο μόλο, αργά, λικνίζει πάλι
Όλο το πένθος ενός άδειου κόσμου.
Α, τι ευκαιρία ν’ αφήσω το ακρογιάλι
Τότε που μ’ αγαπούσες, φως μου! φως μου!


ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ΜΟΥ ΑΝΑΘΥΜΟΥΝΤΑΙ…
(Κώστας Καρυωτάκης, 1896-1928 – απόσπασμα)

Όλα τα πράματά μου έμειναν όπως
Νάχω πεθάνει πριν από καιρούς.
Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,
Και γράφω με το δάχτυλο σταυρούς.

Όλα τα πράματά μου αναθυμούνται
Μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,
Σ’ εκείνη τα βιβλία μου λησμονιούνται,
Σ’ εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.

Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,
Ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.
Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
Κ’ έμεινε το παράθυρο κλειστό…


ΑΦΙΕΡΩΣΗ
(Ι.Π. (Γιάννης) Κουτσοχέρας, 1904-1994)

Το αγέρι, τα φύλλα στα κλώνια,
Κι ο κάμπος σπαρμένος τριζόνια.

Πλατάνια, που απλώνουν τα χέρια
Ν’ αδράξουν φεγγάρι κι αστέρια.

Κι εσύ, κι όλο εσύ, κι εσύ μόνη,
Το αγέρι, τα φύλλα, κι οι κλώνοι.

Κι εσύ το φεγγάρι, τ’ αστέρια,
Κι εγώ του πλατάνου τα χέρια…


ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩ;
(Κώστας Κρυστάλλης, 1868-1894 – απόσπασμα)

Τ’ αγέρι που φυσάει γλυκά μες στα ξανθά μου τα μαλλιά,
Αχ! Πώς μου μοιάζει, αγάπη μου, τον αναστεναγμό σου,
Και το γλυκό σου φίλημα και την ουράνια σου λαλιά,
Σα να μου λέει: «Φέρνε με συχνά στον λογισμό σου!»

Αχ! Πώς μου μοιάζουν, μάτια μου, τα γκαρδιακά σου τα φιλιά,
Και την ουράνια σου φωνή, τον αναστεναγμό σου,
Τα κύματα της θάλασσας, που σβηούνται στην ακρογιαλιά,
Σα να μου λένε: «Έχε με στον ύπνο, στ’ όνειρό σου!»

Και τα τραγούδια τα γλυκά που λεν στα δέντρα τα πουλιά,
Και τ’ άστρα που κρυφομιλούν, και το νερό της βρύσης,
Όλα μου μοιάζουν, κόρη μου, την εδική σου τη λαλιά,
Και με παράπονο μου λεν: «Να μη με λησμονήσεις!»…


ΑΧ, ΝΑ ΦΙΛΟΥΣΑ…
(Ναπολέων Λαπαθιώτης, 1888-1944)

Αχ, να φιλούσα τα δυο χείλη σου,
Τα πορφυρά σου χείλη τόσο,
Τόσο τρελά και τόσο αχόρταγα,
Που απ’ τα φιλιά ναν τα ματώσω.

Ναν τα ματώσω τα δυο χείλη σου,
Τα χέρια να σου πλέξω γύρω,
Και μες στα βάθη τα ολοσκότεινα
Των μαύρων ίσκιων να σε σύρω.

Και να μου λες: «Μη τα χειλάκια μου,
Μην τα ματώσεις, τι σου φταίνε!
Αχ! Μου πονέσαν τα χειλάκια μου,
Σώνει, γλυκέ μου αγαπημένε!»

Και να περνούνε τα μεσάνυχτα,
Οι αυγούλες, οι νυχτιές, οι χρόνοι,
Και να σου λέω: «Ακόμα, αγάπη μου,
Ακόμα, αγάπη μου, δεν σώνει!»


ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ...
(Τάσος Λειβαδίτης, 1922-1988 - απόσπασμα)

Δος μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.
Σ’ εύρισκα, αγαπημένη,
Στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
Είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.

Ύστερα έρχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου
Κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας.
Kράταγα τα χέρια σου
Κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.
Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
Στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου,
Τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου,
Έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου.
Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί. [...]

Αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα
και πάλι την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Θάθελα να φωνάξω το όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές
και να φιλιούνται με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές
και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μη φοβούνται το σκοτάδι,
να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές,
τα τρυγόνια στους φράχτες…


ΣΩΚΡΑΚΙ
(Λορέντζος Μαβίλης, 1860-1912)

Γλύκας ανεκδιήγητης ανάβρα
Χύνει το νεραϊδένιο σου το διώμα·
Μα εκεί ψηλά διπλό κάθε σου χρώμα,
Τρίδιπλη κάθε χάρη σου ξαναύρα.
Φαντάζανε, στα χιόνια, σαν πιο μαύρα
Τα δυο μεγάλα μάτια σου, κι’ ακόμα
Πιο φλογερό το κοραλλένιο στόμα,
Πιο καφτερή του ζυγωμού σου η λάβρα.
Ξένης παράξενο άνοιξης αγιούλι,
Ζαλιστικό τριόντισμα στην έρμη
Κατάκρυα πλάση γύρω σου σκορπούσες,
Που μέσα μας επέρνα ως το μεδούλι·
Με ξέφρενης, ωιμέ, λαχτάρας θέρμη
Την καρδιά μας κολάζοντας μεθούσες.


ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ
(Μιλτιάδης Μαλακάσης, 1869-1943)

Ενώ μου λες τη σιγαλιά τη βραδινή του δάσου
Πως αγρικάς, κοντά σου
Εμένανε η φτωχή καρδιά τόσο πολύ χτυπάει,
Που μοναχά δε σπάει.

Τα δέντρα την ακούνε, ιδές, ένα αεράκι πνέει
Στα φύλλα και την κλαίει.
Μόνον εσύ δεν την ακούς… Το λόγο τον τρανό να πω,
Δειλιάζω και τρομάζω.
Αχάριστος, δε φτάνει μου στο πλάι σου νάμαι, να σιωπώ,
Και τα μεγάλα μάτια σου τα μαύρα να κοιτάζω;


ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ ΤΩΡΑ ΠΑΛΙ…
(Ρίτα Μπούμη-Παπά, 1906-1984)

Θα φύγεις τώρα πάλι και ποιος ξέρει
Αν πια θα ξαναφέξει το κελί μου,
Κι αυτή η καρδιά, που λιώνει κι υποφέρει,.
Αν πια θα πάψει να πονάει, αλί μου!
Αχ, τι πια θα μπορέσει να σε φέρει
Απάνω απ’ τη σκυμμένη κεφαλή μου,
Και να σου βάλει βάλσαμο το χέρι
Να χύσεις στην αγιάτρευτη πληγή μου…
Για μια στερνή φορά, σκύψε και δώσ’ μου,
Πριν φύγεις πια για πάντα, τη μεγάλη
Χαρά, την πιο μεγάλη αυτού του κόσμου!
Στροβίλισέ με, Αγάπη, μες στη ζάλη,
Στον ίλιγγο, να χάσω ως και το φως μου,
Για τελευταία φορά, και φύγε πάλι.


Σ’ ΑΓΑΠΩ
(Μυρτιώτισσα, 1885-1968)

Σ’ αγαπώ· δε μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου.

Ω μελίσσι μου, πιες
Απ’ αυτόν τις γλυκές,
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου, να!
Σ’ τα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι,

Κι’ η καρδιά μου σκιρτά
Κι’ όλη ζήλεια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι!

Και για στρώμα, Καλέ,
Πάρε ακέριαν εμέ,
Σβήσ’ τη φλόγα σε με
Της φωτιάς σου,

Ενώ δίπλα σου εγώ
Τη ζωή θ’ αγρικώ
Να κυλάει στο ρυθμό
Της καρδιάς σου…

Σ’ αγαπώ· τι μπορώ,
Ακριβέ, να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
Πιο μεγάλο;


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
(Κώστας Ουράνης, 1890-1953)

Θάμα γλυκό κι ανόλπιστο πούκανες, Έρωτά μου,
Ενώ είν’ τα νιάτα πίσω μου νάναι η ζωή μπροστά μου!


ΣΤΟ ΠΛΑΙ ΣΟΥ
(Κωστής Παλαμάς, 1859-1943)

Στο πλάι Σου, να με!
Οι δρόμοι! Οι δρόμοι!
Ω γλύκα! Ω τρόμοι!
Και περπατάμε.

Θεός κυβερνά με.
Μιας μάισσας γνώμη
Του κόσμου οι νόμοι.
Πάμε; Πετάμε!

Του ονείρου η χώρα
Στο πλάι σου τώρα,
Τ’ άλλα όλα ξένα.
Και δε γνωρίζω
Πού πάω, τι ορίζω·
Το φως, ή Εσένα;


ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΝΙΑΤΑ
(Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, 1901-1982)

Φωνή από νιάτα, πώς ηχείς σε βάθη μακρινά:
Πρόσχαρα γέλια και καημοί περαστικών ερώτων,
Πόθοι που επνίγαν με ηδονή τον αναστεναγμό των,
Νύχτες χωρίς απαυδημό κι’ εξαίσια δειλινά,.

- Μέθη του νου και λάγγεμα της σάρκας, ποια φωνή,
Φωνή από νιάτα σας ξυπνά γλυκά μες στην καρδιά μου;
Πένθιμος ίσκιος κατοικεί στα διαλογίσματά μου
Κι’ ένας  λυγμός με τυραννεί.


ΧΕΙΜΩΝΑΣ
(Μήτσος Παπανικολάου, 1900-1943)

Μαύροι δρόμοι του χειμώνα
Στη γυμνή την εξοχή·
Του αμαξιού τα φώτα μόνα
Τρέχουν μέσα στη βροχή.

Μέσα στην ανεμοζάλη,
Πρώτη ερωτική βραδιά!
Τέτοιαν άνοιξη και πάλι
Πού περίμενε η καρδιά;

Δυο κεφάλια πλάι-πλάι:
Το ένα φθινοπωρινό,
Το άλλο, δώρο από το Μάη,
Δεν είν’ είκοσι χρονώ.

- Πού σε βρήκα; Πού σε βρήκα,
Άνθος της αμυγδαλιάς;
Τα μαλλιά σου έχουν τη γλύκα
Μιας χελιδονοφωλιάς.

Και τα μάτια, όπως τα κλείνεις
Στο φιλί, μοιάζουν κι αυτά
Με τα μάτια της Σελήνης
Που κοιτούν πάντα κλειστά.

Είσαι η νύχτα κι’ είσαι η μέρα,
Είσαι ο πόνος και η χαρά!
Γύρω μας, μέσ’ στον αέρα,
Κυματίζουνε φτερά!

Περιστέρια έχουνε φτάσει
Από τόπους μακρινούς·
Φέρνουν ανθισμένα δάση
Και γαλάζιους ουρανούς.

…Και τ’ αμάξι τρέχει, τρέχει
Στην ασφαλτωμένη οδό.
Έξω από τα τζάμια βρέχει

Κι’ ο χειμώνας είν’ εδώ.


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
(Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1877-1940 - απόσπασμα)

Από το πάρκο επέρασεν η ώριμη κυρία,
μέσα στους όρθιους των δεντρών, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά τής έριξε η χρυσή δεντροστοιχία,
κι' εμείς - τους μαραμένους μας συλλογισμούς.

Θάναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ. Στα βλέφαρά της
η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Την λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της
και την υδρία της γέμισε στη βρύση των λυγμών,

Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
κι' απάνω απ' τα ξερόφυλλα, περνάει θαμπή, σβηστή,
στο μύρο της υπομονής, που απλώνουνε, το δείλι
τα πληγωμένα απ' τη βροχή κλαριά, να ξεχαστεί.


Διαβάστε το τρίτο και τελευταίο μέρος την ερχόμενη Δευτέρα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Σφηνάκια του "ΟΧΙ" (Οκτωβρίου), φθινοπωρινά απολύτως

Νίκη του Χ.Α. Χωμενίδη

Ο συγγραφέας της Νίκης δεν είναι ο συγγραφέας της Φωνής ή του Υπερσυντέλικου, αυτή είναι η πρώτη αίσθηση που αποκόμισα από την ανάγνωση και που με ακολούθησε μέχρι το τέλος. Δεν είναι ένα κακό βιβλίο, αμφιβάλλω κι όλας αν θα μπορούσε να είναι, όποιος έχει διαβάσει Χωμενίδη σε άλλες του στιγμές νομίζω θα συμφωνήσει: πρόκειται για ένα συγγραφέα αν μη τι άλλο με υψηλά προσωπικά στάνταρ. Το θέμα με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο είναι πλέον τόσο συνηθισμένο όσο λίγα, και έτσι η πρωτοτυπία είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Αποδείχτηκε μια δύσκολη υπόθεση στη Νίκη.

Το αρκετά ευρηματικό ξεκίνημα της ιστορίας με μια προσφάτως πεθαμένη γυναίκα που αφηγείται ένα μέρος της ζωής της γρήγορα ξεθυμαίνει όσο ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία της από τη γέννηση μέχρι την αρχή της ενηλικίωσης χωρίς ανατροπές και χωρίς έντονες συγκινήσεις. Δεν ξέρω αν θα περίμενα μια πιο ξεκάθαρη θέση από την πλευρά του συγγραφέα ως προς τα γεγονότα που αφηγείται, ή αν ο σκοπός του ήταν εξαρχής να αποδώσει τα εν λόγω γεγονότα υπό το πρίσμα μιας κατ’ επίφαση «ελαφράδας» οπότε δεν τίθεται θέμα ξεκάθαρης θέσης, αλλά μου άφησε μια αίσθηση αποστασιοποίησης που δύσκολα ταίριαζε με το θέμα.

Μια τόσο φορτισμένη πολιτικά, κοινωνικά και ιστορικά περίοδος της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας βρέθηκε να γίνεται αντικείμενο μιας οριακά επιφανειακής προσέγγισης από την ηρωίδα στα νιάτα της, έστω και αν ήταν ηθελημένη από την πλευρά του συγγραφέα και δεν είμαι σίγουρη ότι κέρδισε τελικά κάτι από αυτό.

Κρις Λιβανίου



Ένας λεπτός άνθρωπος του Αριστοτέλη Καπερώνη

Το βιβλίο σηματοδοτεί την πρώτη εμφάνιση του Αριστοτέλη Καπερώνη στα γράμματα και σαν τέτοια δεν μπορούμε να την κατηγορήσουμε που δεν πατάει ακόμα σταθερά. Ο ποιητικός του λόγος χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από αφηγηματικότητα (χαρακτηριστικό είναι το ποίημα "Εικόνα", που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γραφτεί με τις συμβάσεις και τη φόρμα του πεζού), όμως δεν λείπουν οι αποφθεγματικές ρήσεις που αποφεύγουν διακριτικά τη μεγαλοστομία κι αυτή είναι μία από τις αρετές της συλλογής: η εικόνα είναι αυτή που/ δίνει το πρώτο ψέμα. Η πλάνη/ που χρειαζόμαστε για να/ δικαιολογήσουμε τις στροφές/ της μοίρας ("Ελένη"),  Η ψυχή τρέφεται απ' τα χείλη/ η λήθη ράφτρα του μέλλοντος/ Οι τόποι δεν έχουν καμία σημασία/ οι χρόνοι, αντίθετα, καθοριστικοί ("Αφήγηση στον εαυτό").

Χάρη σε αυτές τις ρήσεις, αλλά και σε αμιγώς ποιητικής αξίας προσπάθειες (όπως το ποίημα "Κρυψώνες", καίτοι από τα λιγότερο ευρηματικά), η συλλογή αποκτά σωρευτική δυναμική, την οποία εισπράττει ο αναγνώστης καθώς προχωρά, μια δυναμική που αποκρυσταλλώνεται στην εντύπωση ότι ο ποιητής κοιτάζει τη ζωή και τον χρόνο κατάματα, έχοντας επίγνωση του ότι το παιχνίδι είναι χαμένο και ότι οι ρωγμές μέσα από τις οποίες μπορεί κάποιος να ξεγελάσει τη φθορά είναι λιγοστές και πολύτιμες. 

Δεν λείπουν οι κεκαλυμμένες αναφορές στον Καβάφη αλλά και στον Χριστό, στον οποίο απευθυνόμενος με τους δύο καταληκτικούς στίχους του ποιήματος που κλείνει τη συλλογή ("Ιεροεξεταστής") και που με διαφορετική διαχείριση θα μπορούσαν, κατά τη γνώμη μου, να είναι πολύ δυνατοί (Φύγε από δω και μην ξανάρθεις ποτέ πια/ δεν σ' έχουμε ανάγκη, αρκεί το όνομά σου), ψέγει τον κόσμο που εξυμνεί το φαίνεσθαι και απεμπολεί την ουσία.

Η βασικότερη αδυναμία της συλλογής είναι ότι, ενώ ο ποιητής διαχειρίζεται δυνατές ιδέες, το κάνει χωρίς ένταση, κάπως άχρωμα: είναι σαν να φοβάται την ίδια τη δύναμή του. Αλλά βρίσκεται ακόμη στην αρχή και έχει πολλά να αποδείξει - πρωτίστως στον εαυτό του.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

"Ιστορίες από το Μετς" του Γιάννη Μπασκόζου



Ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος. Και επειδή ο συγγραφέας ακριβολογεί, συμβαίνουν τα εξής αξιοπρόσεκτα και απολαυστικά σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων: καταρχάς υπάρχει μια ακλόνητη συνοχή. Και δεν αναφέρομαι στην συνοχή ως αποτέλεσμα κοινής μανιέρας στους ήρωες ή παραπλήσιας θεματικής στα κείμενα, αλλά σε μια συνοχή… τοπογραφική. Χωρίς να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής, η περιοχή του Μετς είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο γράφονται οι σκέψεις του συγγραφέα αλλά και οι μοίρες όλων όσων κατοικούν στις ιστορίες, είναι ο χάρτης όπου ιχνογραφούνται τα μονοπάτια των ζωών τους. 

Υπάρχει νοσταλγία, δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να λείπει. Συγκαλυμμένη βέβαια, ώστε να μπορούν να αποφευχθούν πιθανές δακρύβρεχτες αναπολήσεις, αλλά αναμφισβήτητα παρούσα στο τιμόνι της αφήγησης. Ο Γιάννης Μπασκόζος δεν μπαίνει σε βάθος στο μυαλό των ηρώων του. Τους προσφέρει αντίθετα μια μεγάλη ελευθερία συμπεριφορών και εξέλιξης, σε συνδυασμό με ένα ευρύ φάσμα συγκινησιακών διακυμάνσεων, για να έχουν το συναισθηματικό ειδικό βάρος που χρειάζονται για να κυκλοφορούν με άνεση ανάμεσα στις γραμμές της ιστορίας τους: οι χαρακτήρες είναι σκιτσαρισμένοι με αδρές γραμμές και απότομες κινήσεις, απρόβλεπτες. 

Στις Ιστορίες από το Μετς, οι άνθρωποι οριοθετούνται από τις δυνάμεις έλξης και απώθησης μιας συγκεκριμένης περιοχής της Αθήνας. Οι ζωές τους και κυρίως οι αναμνήσεις τους κινούνται εκεί σαν παγωμένες στον χρόνο, δεν μπορούν, ούτε και θέλουν να αποδράσουν. Παρόλα αυτά άγονοι συναισθηματισμοί δεν φαίνεται να έχουν θέση, κυρίως γιατί δεν έχουν καμία χρησιμότητα. Στο σύνολό τους, οι Ιστορίες από το Μετς είναι μια συλλογή κειμένων που –αισθάνομαι τουλάχιστον- έχουν σκοπό να προσμετρήσουν την απόσταση, την όποια απόσταση. Μια απόσταση που μοιάζει με χαράδρα: με απότομες άκρες και σχεδόν απροσμέτρητο βάθος. Είναι μια αναζήτηση του μέτρου της απώλειας και των αλλαγών που επιφέρει στους ανθρώπους, αλλά και στα μέρη που έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στις ζωές τους, μια απόπειρα εκλογίκευσης του κενού που μπορεί να αφήσει πίσω του ένα παρελθόν που έμεινε κατά ένα τρόπο κλεισμένο σε ένα «γεωγραφικό κενό». 

Σ’ αυτή τη συλλογή, ίσως όλα να γράφονται για τις αναμνήσεις: σαν να είναι όλα ρευστά και εύθραυστα, σαν να κινδυνεύουν να χαθούν ανά πάσα στιγμή και ο συγγραφέας να κάνει μια τελευταία προσπάθεια να τα συγκρατήσει:

Οι γειτόνισσες κάθονταν το βράδυ στα σκαλάκια μπροστά στα σπίτια τους – όλα τα σπίτια είχαν δυο τρία σκαλάκια. Από τη γειτονιά πέρναγε ο παγοπώλης, ο γανωτής, ο καρεκλάς, ο παγωτατζής τις Απόκριες το γαϊτανάκι και η καμήλα. Περνούσαν και διάφοροι ημίτρελοι και σαλοί – άκακοι οι περισσότεροι- κι άλλοι που δεν θυμάμαι.[1]

Τα καταφέρνει, ευτυχώς και για τον ίδιο και για τον αναγνώστη. Η μνήμη, παντοδύναμη και καταλυτική, είναι εκεί, πάντα παρούσα.  

Κρις Λιβανίου

[1] Σελ 88

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Μικρή ανθολογία κλασικής νεοελληνικής ερωτικής ποίησης - Μέρος Α΄

Ερωτική ποίηση γράφτηκε απ’ όλους τους ποιητές, από αρχαιοτάτων χρόνων. Και μολονότι στις μέρες μας το ερωτικό στοιχείο χρησιμοποιείται ως μέσο εντυπωσιασμού και συχνά δεν αντανακλά μια βαθύτερη συναισθηματική κατάσταση, παρουσιάζει ενδιαφέρον να ανθολογήσουμε ερωτικά ποιήματα που γράφτηκαν από μεγάλες, κλασικές θα λέγαμε, μορφές της νεοελληνικής ποίησης – έστω και αν κάποια ονόματα δεν είναι τόσο γνωστά σήμερα. Ασφαλώς τα ποιήματα αυτά αντανακλούν τις νόρμες και τους κανόνες της εποχής που γράφτηκαν: πολλά είναι έμμετρα, κάποια τόσο ρομαντικά που μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και τη θυμηδία σ’ εμάς σήμερα, διατηρούν ωστόσο το άρωμα και την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής.

Τα ποιήματα αντλήθηκαν από πρωτότυπες συλλογές, από συγκεντρωτικές εκδόσεις, αλλά και από παλαιότερες ανθολογίες, στις οποίες δεν υπήρχε αναφορά σε πηγή. Για λόγους ομοιομορφίας, λοιπόν, η πηγή δεν αναφέρεται σε κανένα ποίημα. Αναφέρεται μόνο το όνομα του ποιητή και ο χρόνος γέννησης και θανάτου του. Η σειρά με την οποία εμφανίζονται τα ποιήματα είναι αλφαβητική, ανάλογα με το επώνυμο των ποιητών που τα έγραψαν.


ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ
(Γεώργιος Αθάνας, 1893-1987)

Μες απ’ τα κλεισμένα παραθύρια
Έλα για να ιδείς χωρίς μιλιά
Τα κυνηγημένα τρεχαντήρια
Και τα διαβατάρικα πουλιά

Τον παραπονιάρικο στα τζάμια
Η βροχή σκοπό της αρχινά…
Το γιαλό θολώνουν τα ποτάμια,
Η αντάρα κρύβει τα βουνά.

Φτάνει και στο σπίτι μας η μπόρα.
Σκύψε, αγαπημένη να σου ειπώ:
- Πώς μ’ αρέσει πάντα τέτοιαν ώρα
Να σωπαίνω κα να σ’ αγαπώ!


ΛΕΣ ΚΙ ΗΤΑΝΕ
(Μάτση Ανδρέου (Χατζηλαζάρου), 1914-1987)

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,
Τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.


ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΑΝΕΜΩΝΕΣ ΚΟΚΚΙΝΕΣ
(Μάτση Ανδρέου)

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες,
Θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου,
Πούναι σα χόρτα στη άκρη του ποταμού.


ΜΑΙΝΑΔΕΣ
(Ελένη Βακαλό, 1921-2001)

Μ’ έναν πυρσό στο δάσος σε γύρεψα
Νύχτα
Την αγάπη λυτή στον αέρα
Να γυρνά τα μαλλιά μου
Απόλλωνα
Το νύχτιο κορμί σου
Τ’ άσπρο σου φως
Να το θρίψω στη φούχτα μου
Σβόλο χώμα
Να το κάνω δικό μου
Σαν τα φίδια που δένουν
Τη μέση μου
Των αλόγων το κάλπασμα
Τον ιδρώ του λαιμού μου
Απόλλωνα
Την υγρή γη την πάτησε
Η φτέρνα μου
Πνιγερή η μυρωδιά της
Που ανεβαίνει στα σπλάχνα μου
Των κλαδιών τ’ αγκαλιάσματα
Και στο στόμα μου η ανάσα
Κέρνα
Ως το τέλος του πόθου μου
Ως το τέλος του δάσους

Ήλιε μου
Φως πρωινό
Ξανθέ
Σε γύρεψα χτες τη νύχτα
Βάφτηκ’ αίμα ο δρόμος μου
Και απόκανα
Νικητή
Δε σε βρήκα


ΤΟ ΦΙΛΙ
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1824-1879)

Τα φύλλα βλέπεις της ετιάς
Πώς πέφτουν μαραμμένα;
Ψυχή μου, μώλεγες πικρά
Με μάτια δακρυσμένα.

Πώς φεύγει, βλέπεις, το νερό,
Τα νέφη πώς πετούνε,
Πώς η δροσούλα της αυγής,
Οι κρίνοι πώς περνούνε;

Ναι, πες μου, πες μου, σαν αυτά
Κ’ η αγάπη μας θα σβύση
Σα λούλουδο θα μαραθή,
Σαν όνειρο θα ζήση;

Κ’ εγώ σ’ αγκάλιασα σφιχτά
Και σώφραξα, ψυχή μου,
Τα χείλη μ’ ένα φλογερό
Κ’ απέραντο φιλί μου.

Και τότ’ επίστεψες και συ
Ότ’ έχει κ’ η ζωή μας
Μια μόνο αθάνατη στιγμή
Κλεισμένη στο φιλί μας,

Μιαν ώρα πώφυγε κρυφά
Του Χάρου το δρεπάνι
Κι’ όπ’ όσο κι’ αν πετά γοργά
Ποτέ δε θα πεθάνη.



ΘΥΜΗΣΗ
(Κώστας Βάρναλης, 1884-1974)

Λαφρά της μυδαλιάς σειόνταν οι κλάδοι,
Ολόανθο κύμα, δώρο χαρισμένο
Απ’ τους θεούς, και χιλιοχωρισμένο
Λαμποκοπούσε το νερό σα λάδι.
Και το μικρούλι πρόσωπό σου – αχλάδι
Στην ώρα του γλυκό και μυρισμένο·
Και τ’ αχείλι σου ευώδαε, γυρισμένο
Ροδόφυλλο, τα λόγια που εκελάδει.
Και στο τριζάτο πράσινο τριφύλλι,
Των άσπρω αρνιών βυθούσε το πηλάλημα,
Κι αλαργινό και γάργαρον εφίλει
Τον ουρανό του φλώρου θείο το λάλημα,
Και του ήλιου, σπώντας, η φλογάτη ρόδα,
Στη χιονάτη κορφή, έβρεχε ρόδα.


ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ
(Ιωάννης Βηλαράς, 1771-1823)

Από τα δυο σου αχείλι, τ' αθάνατο νερό
Πολύ και πλούσιο τρέχει, γλυκό και καθαρό·
Κ' εκείνος που δροσίσει το στόμα μια φορά,
Του Χάρου ας μη φοβάται τα βέλη τα σκληρά.
Αν το κορμί απεθάνη, αισθάνεται η ψυχή
Εκείνη τη γλυκάδα, που εγεύτη στην αρχή.


ΤΟ ΜΑΡΙΩ
(Γεώργιος Βιζυηνός, 1849-1896 - απόσπασμα)

Το θυμάσαι το Μαριώ,
π' όλη 'μέρα στο χωριό
'λογυρνούσε;
Που στη θύρα του σχολειού
με τον γυιό του Μιχαλιού
'τραγουδούσε;

Θα σε 'πω κρυφά στ' αυτί
δι' εκείνη κάτι τι-
Μα, σώπα!
Όταν ήμεθα παιδιά,
με τραβούσ' απ' την ποδιά-
Να! Σου τώπα!... [...]

Μιαν ημέρα, και καλά
μούχε φάγει τα μυαλά,
να την πάρω.
Γιατί, λέγ', αν δεν παρθή,
θε να πα να πανδρευθή
με τον Χάρο!

Κι' από φόβο, το κουτό,
μην το κάμης, είπ', αυτό!
Και σε παίρνω!
Κόφτω, στην κακιά στιγμή
απ' το στόμα μ' το ψωμί
και στο φέρνω.

Κι ως να σώσω την λαλιά,
με αρπά στην αγκαλιά,
και με 'πάγει.
Κι' απ' το φίλα το πολύ,
'λίγο έλειψ' η τρελή
να με φάγη!


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
(Νίκος Γκάτσος, 1914-1992)

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε, κορυδαλός κι εχάθη,
Ήταν του Μάη το πρόσωπο, του φεγγαριού η ασπράδα,
Ένα περπάτημα ελαφρό σα σκίρτημα του κάμπου,
Ένα φιλί της θάλασσας της αφρροστολισμένης.


ΦΛΟΡΑ ΜΙΡΑΜΠΙΛΙΣ
(Ιωάννης Γρυπάρης, 1870-1942, απόσπασμα)

Νεφελόκοβ’ η συννεφιά κι ήλιος χρυσός προβάλλει,
Σκορπάει την άχνη πόκρυβε του ερωτεμένου κόσμου
Τα τόσα τα γητέματα, τα τόσα χλωρά κάλλη·
Ήμουν τυφλή κι ανάβλεψα, τυφλή και σε ηύρα, φως μου,

Περίσσια, Αγάπη, η χάρη σου, κι η δύναμη μεγάλη
Στην αβασίλευτη ομορφιά π’ ανάστησες εμπρός μου
Σ’ αυτήν που ανοίγεις τη θερμή κι ερωτικήν αγκάλη,
Σφαλώ τα μάτια κι άθελα με ρίχτει ο λογισμός μου….


ΙΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ!
(Νάσος Δετζώρτζης, 1911-2003 - απόσπασμα)

Μου λείπεις, το ξέρεις;
Μου λείπουνε τα μάτια σου.
Μου λείπει η γραμμή των χειλιών σου,
η πολυφράδειά τους,
ο σηρικός τους ο πολφός,
το λαίμαργο φιλί τους.
Μου λείπει το μέτωπό σου μ' εκείνα τα άταχτα μαλλιά,
η γλυκύτατη, αυστηρή και παιδιάτικη μαζί,
σφιχτοπερίπλοκη απόληξή τους,
ο λαιμός σου, να παραμερίζω τους πλοκαμούς σου,
να προσμένει τα χείλη μου, και να τον περπατούν,
ο διακαμός σου που στοιχειώνει το σπίτι μου,
το πώς το κατοικείς,
το φέγγος σου που το ιλαρώνει. [...]
Μου λείπει το ιλαρόν φως να μας φωτίζει και τους δυο,
το αιδήμον σκότος ως εχεμυθεύει
το ξεκλείδωμά σου, την αυτάφεση,
το grand écart σου.
Κι ως χάνομαι μες στην επίκλησή σου "Μίλα μου!"
στο θρο των ονομάτων μας χείλη με χείλη,
μου λείπει
ο τιναγμός σου αψιά ως αψιδώνεσαι,
το βογκητό σου όταν,
η κραυγή σου όταν.


ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΡΙΝΑ
(Γιώργος Δροσίνης, 1859-1951)

Ουράνια κρίνα είναι τα χέρια σου
Κι είναι ευλογία το κίνημά τους,
Κι αφήνουν και σκορπούν ολόγυρα
Το ουράνιο μοσκοβόλημά τους.

Μη σε πλανέσει η καλοσύνη σου,
Και μη θαρρείς δική σου χάρη,
Το λίγο ουράνιο μοσκοβόλημα
Πώχω απ’ τα δυο σου χέρια πάρει.


Η ΝΕΑ ΛΑΟΥΡΑ
(Νίκος Εγγονόπουλος, 1907-1985)

Οι τεράστιοι θησαυροί
— για τους οποίους τόσα θρυλούνται —
Της πτωχής
Περιγιαλούς
Κόρης
Είναι
Τα μόνα
Χείλη της
Τα μόνα
Ηδύγευστα χείλη της

Πόσο μου λείπουν και πόσο τα νοσταλγώ
— και τα δοξάζω —
Σα βρίσκομαι μακρυά
Να περιπλανιέμαι
Σε τούτα τ’ άχαρα
Τ’ απίστευτα ταξείδια
Που κάθε τόσο
Επιχειρώ

Κι’ όμως πόσο τα χαίρομαι
— και τα δοξάζω —
Σα βρίσκομαι
Κοντά
Της

Είναι η ζ ω ή
Βγαίνει και παίρνει γύρα
Σοκάκια
Και μαχαλάδες
Και με λυγμούς
Με φωνάζει
Και με ζητά
Έλα
Μην κάνεις έτσι
Είμαστε Έλληνες
Συ είσαι
— τι θαύμα! —
Μια κόρη
Ελληνίς
Όταν κοιμούμαι
Τα λουλούδια της αμασχάλης σου
Έρχονται
Και μου θωπεύουν
Όλο το κορμί
Και σαν ζωγραφίζω
Τότε
Έρχονται
Τα μάτια σου
Τα ωραία
Στην άκρια του χρωστήρα μου
Και σεργιανίζουν
Πάνω
Σ’ όλη την επιφάνεια
Του μουσαμά
Για να ξέρης :
Σ’ έχω κάνει αθάνατη


ΟΝΕΙΡΟ
(Γιωσέφ Ελιγιά, 1901-1931)

Όταν ματώνει ο Αυγερινός κι ασημοκλαίει η Πούλια,
Και τα δασά δεντρά θρηνούν για ό,τι έχει θάψει ο Χρόνος,
Ψυχή, λουλουδοκοίμητη σε ρόδα και σε γιούλια,
Τ’ ωραίο σου μνήμα αφήνοντας, σε νιώθω, αχνοντυμένη,
Στην αγκαλιά μου νάρχεσαι, σα ρέβω έρμος και μόνος,
Και να μου λες σιγαλινά: «Δεν είμαι πεθαμένη!»

- Ρεβέκκα εσύ, αειπάρθενη, Μούσα, ρυθμέ του Κόσμου,
Νεκρή δεν είσαι, όσον καιρό να θάλλεις νιώθω εντός μου
Σαν τον αμάραντο ανθό, σαν της μυρτιάς τον κλώνο!
Έτσι μιλώ, κι ως σε κοιτώ βαθιά κι αναγαλλιάζω,
Το θείο κορμί σου να δεχτούν τα δυο μου χέρια απλών
- μα ωιμέ… τον ίσκιο μου φιλώ, τον ίσκιο μου αγκαλιάζω.



Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ
(Οδυσσέας Ελύτης, 1911-1996)

Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων
Ω τι ωραία που είσαι
Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα
Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή
Για να σ’ ακούω που ζεις και που διαβαίνεις!

Ω τι ωραία που είσαι
Τρέχοντας με το χνούδι της κορυδαλλένιας
Γύρω απ’ τις μοσκιές που σε φυσούνε
Καθώς φυσάει ο στεναγμός το πούπουλο
Μ’ έναν μεγάλο ήλιο στα μαλλιά
Και με μια μέλισσα στη λάμψη του χορού σου

Ω τι ωραία που είσαι
Με το καινούριο χώμα που πονείς
Από τη ρίζα έως την κορυφή των ίσκιων
Ανάμεσα στα δίχτυα των ευκάλυπτων
Με τον μισό ουρανό μέσα στα μάτια σου
Και με τον άλλον στα μάτια που αγαπάς

Ω τι ωραία που είσαι
Καθώς ξυπνάς το μύλο των ανέμων
Και γέρνεις τη φωλιά σου αριστερά
Για να μην πάει χαμένος τόσος έρωτας
Για να μην παραπονεθεί ούτε μια σκιά
Στην ελληνίδα πεταλούδα που άναψες

Ψηλά με την αυγερινή ευφροσύνη σου
Γεμάτη από τη χλόη της ανατολής
Γεμάτη απ’ τα πρωτάκουστα πουλιά
Ω τι ωραία που είσαι
Ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων!


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
(Οδυσσέας Ελύτης)

Πριν απ΄ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.


ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ
(Λιλή Ιακωβίδη, 1900-1985 - απόσπασμα)

Όταν μου λες πως μ’ αγαπάς, κοιτάω κατάβαθά μου
Να ιδώ τι μ’ απομένει·
Εξαίσια φλόγα υψώθηκε στο φως κι εμέ η καρδιά μου,
Κι απόσβησε θλιμμένη.

Ήρθαν, περάσαν άνοιξες, πήραν τα φύλλα ανέμοι
Κι οι μπόρες τον καρπό μου·
Τώρα λυγώ στον άνεμο κι όλη η ψυχή μου τρέμει
Με τον ανασασμό μου.


ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ…
(Κ. Π. Καβάφης, 1863-1933)

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
Όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες,
Αλλά κι εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
Γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
Κι ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο
Τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
Μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
Εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν,
Θυμήσου, μες στα μάτια σου που σε κοίταζαν·
Πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ
(Νίκος Καββαδίας, 1910-1975 - απόσπασμα)

Έβραζε το κύμα του Γαρμπή.
Ήμαστε κι οι δυο σκυφτοί στο χάρτη.
Γύρισες και μούπες πως το Μάρτη
Σ’ άλλους παραλλήλους θάχεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
Που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
Σε μια κρίση Μαύρου Πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό,
Κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
Κι άκοπο μασάς καφέ πικρό….



Η συνέχεια την ερχόμενη Δευτέρα.

Χριστίνα Λιναρδάκη