Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

"Οι Τυφλοί" του Νίκου Μάντη



Η πρώτη, ίσως η και η μόνη αδιαμφισβήτητη αρετή αυτού του βιβλίου για μένα είναι ότι ο συγγραφέας του διάλεξε ένα περίεργο, επουδενί αναμενόμενο θέμα για να γράψει. Και το έκανε με ένα λόγο πυκνό, που εκτείνεται σε σχεδόν εξακόσιες σελίδες και που απαιτεί από τον αναγνώστη που θα καταπιαστεί με αυτό το έργο μεγάλη δόση συγκέντρωσης για να αντεπεξέλθει στις μεγάλες προτάσεις και τις διαρκείς παρεμβολές. 

Απολύτως σύγχρονο θεματικά (και χωρίς η οικονομική κρίση να είναι ο βασικός άξονας, ούτε καν ο δευτερεύων), κινείται σε δρόμους που σπάνια περιδιαβαίνει κανείς. Στο σύνολο του βιβλίου βασιλεύει μια γκρίζα ατμόσφαιρα στενοχώριας της οποίας είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς τα ακριβή στοιχεία. Πετυχαίνει όμως να ακουμπήσει τόσο την πραγματικότητα της Αθήνας όπως αυτή διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα κοινωνικών και μουσικών ρευμάτων των τελευταίων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, όσο και τον αναγνώστη του σήμερα, που ζει σε ένα διαρκές τώρα αβεβαιότητας κολλημένο στο χρόνο. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει επειδή ο συγγραφέας βάζει τα γεγονότα και τα πρόσωπα στο background της ιστορίας, τα κλείνει στη σφαίρα του δεδομένου και αφήνει τις συνέπειές τους να βγουν μπροστά: η περίεργη, σχεδόν κολλώδης ατμόσφαιρα είναι αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος. Από την αρχή και μέχρι το τέλος του βιβλίου, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ματιά στις αντιθέσεις και στους φωτισμούς μιας -σκοτεινής- πόλης που παραμένει τέτοια ακόμα και κάτω από τον καυτό ήλιο της Αττικής. 

Η ζέστη του Ιουνίου βρισκόταν σε πλήρη ένταση και, σε συνδυασμό με τη σκόνη των δρόμων καθώς και το καυσαέριο, δημιουργούσε συμπλέγματα διάφανων παραπετασμάτων στο δρόμο, ένα κοκκώδες βόρειο σέλας σε αλλεπάλληλες εκδοχές αιωρούμενης βρόμας, όπου το φως, παγιδευμένο στις πτυχώσεις, σφάδαζε αργά, σε πλήθος νούφαρα, στα οποία ο περιπατητής μπαινόβγαινε διαρκώς.[1]

598 σελίδες, είναι τουλάχιστον αναμενόμενο ότι ο Νίκος Μάντης πλατειάζει περισσότερο από όσο μπορεί να αντέξει κανείς, χωρίς να βαρύνει η ανάγνωση. Στην αρχή η ιστορία πλέκεται ωραία σε αφηγηματικό επίπεδο, ο συγγραφέας επιτυγχάνει να γεννήσει τις κατάλληλες απορίες που θα οδηγήσουν στην αναζήτηση των απαντήσεων και στην συνέχεια της ανάγνωσης, οι διαρκείς παρεμβολές δεν δείχνουν να επιβαρύνουν ιδιαίτερα το σύνολο. Στην πορεία όμως φαίνεται να χάνεται σταδιακά ο στόχος, ή ακόμα και αν παραμένει ξεκάθαρος στα μάτια του συγγραφέα, είναι σίγουρο ότι για τον αναγνώστη ο μίτος της αφήγησης δέχεται σε αρκετές περιπτώσεις ισχυρούς κλυδωνισμούς. 

Υποθέτω ότι θα μπορούσε κανείς να κατατάξει τους Τυφλούς στην κατηγορία «μυθιστόρημα μυστηρίου», που σημαίνει πως όχι μόνο υπάρχει μια πολύ ισχυρή πλοκή αλλά και ότι αυτή αποτελεί τον πυρήνα του έργου. Το πρόβλημα είναι εδώ ότι σε τόση έκταση οι συσχετισμοί χάνονται, ξεγλιστρούν ανάμεσα στις προτάσεις. ΄Ηρωες που συναντά κανείς στην αρχή του μυθιστορήματος, όπως ο Κλεάνθης και ο Ισίδωρος, εξαφανίζονται για ένα διάστημα εκατοντάδων σελίδων για να επανεμφανιστούν αργότερα αφήνοντας τον αναγνώστη στην αβεβαιότητα του «τι έκαναν την τελευταία φορά που τους είδα». Υπάρχει αναμφισβήτητα ιστορική αξία στις πληροφορίες περί αναρχισμού, φασισμού/αντιφασισμού και πανκ που αναφέρονται κάποια στιγμή στο κείμενο, αλλά για τη μυθιστορηματική τους έχω πολλές αμφιβολίες. 

Σε ό,τι αφορά το περίγραμμα του χρόνου εντός του μυθιστορήματος τα πράγματα προς το τέλος γίνονται σκιώδη. Το πρόβλημα δεν είναι οι διάφορες αναδρομές, δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε, αφού ο χρόνος στο μυθιστόρημα σπάνια είναι ευθύγραμμος, αλλά το ότι μπερδεύονται οι ιστορίες μεταξύ τους και τα πρόσωπα που κινούνται στη μεν, ξαφνικά εμφανίζονται στη δε χωρίς σαφές χρονολογικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην είναι σίγουρος ούτε αν πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα, ούτε σε ποια ακριβώς περίοδο της ζωής τους βρίσκονται. 

Τα προβλήματα που εντοπίζονται στη συνολική δομή πολλές φορές σκεπάζουν τις πραγματικές αρετές του μυθιστορήματος, όπως είναι για παράδειγμα η άρτια εδραιωμένη ατμόσφαιρα αυθεντικού φιλμ νουάρ ή ακόμα η έντονη φαντασία στις περιγραφές απόκοσμων πραγμάτων. Αναρωτιέμαι ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν το βιβλίο ήταν σημαντικά μικρότερης έκτασης και με ισχυρότερους δεσμούς ανάμεσα στις επιμέρους ιστορίες, αν θα έβγαινε κανείς χαμένος ή αν το κέρδος θα ήταν όλο για τον αναγνώστη. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 101

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου