Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

"Ταξίμια" της Ευτυχίας Μισύρη




            Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΠΟΤΕ
Κάποτε η μουσική
θα μας καθίσει
απαλά στους ώμους της
και θα μας περάσει
απέναντι.[1]

Διαβάζοντας τα στοιχεία του βιογραφικού της Ευτυχίας Μισύρη που βρίσκονται στο «αυτάκι» της συλλογής της, υποσυνείδητα περιμένει κανείς την έντονη παρουσία της μουσικής στους στίχους της. Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι ότι υπερισχύει η όραση. Περισσότερο από τους ήχους, το βλέμμα της ποιήτριας είναι αυτό που τελικά θα κατευθύνει την ανάγνωση και θα δώσει το στίγμα της συλλογής στο σύνολό της.

Μένοντας στην επίδραση του βλέμματος ως μέσο επικοινωνίας της συγκίνησης προς τον αναγνώστη, μου έκανε εντύπωση η μέθοδος με την οποία γίνεται αυτό: η Ευτυχία Μισύρη επιλέγει μια λεπτομέρεια, ανεπαίσθητη πολλές φορές, και την μεγεθύνει για να την μετατρέψει στον κεντρικό άξονα του ποιήματος. Σαν να επιλέγει ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό μιας σκηνής ή μιας συνθήκης για να του δώσει αυτονομία και να το αποδεσμεύσει από το υπόλοιπο αφηγηματικό πλαίσιο. Έτσι εδραιώνεται σταδιακά στο φόντο ένας σχεδόν υπερρεαλιστικός κόσμος, που χωρίς να είναι κραυγαλέος, δίνει τον απαραίτητο χώρο σε παράδοξες αισθήσεις να αποκαλύψουν το ενδιαφέρον τους.

Το δεύτερο στοιχείο που μου φάνηκε αξιόλογο είναι η ειλικρίνεια και η διαφάνεια της σκέψης: σαν να λέει την αλήθεια σε ένα παραμύθι. Η γλώσσα και η γραφή είναι λείες χωρίς υπερβολές και δυσνόητα σημεία, κάτι που σε συνδυασμό με μια αφηγηματικότητα κυρίως στο δεύτερο μέρος της συλλογής εξασφαλίζει ροή και λογική συνέχεια. Είναι μια ποίηση κυρίως στο α΄ ενικό, και παρόλο που ο Άλλος υπάρχει σε κάποιες περιστάσεις ως Εσύ, στην ουσία είναι άτονος, σχεδόν μισοφτιαγμένος. Οι άνθρωποι που γενικά συναντά κανείς στα ποιήματα είναι στην πλειοψηφία τους αθόρυβοι, περαστικοί, σαν ηθοποιοί που βγαίνουν στην σκηνή φορώντας τα κοστούμια τους αλλά χωρίς κείμενο, χωρίς λέξεις να αρθρώσουν. 

Παρόλο που η Ευτυχία Μισύρη ακουμπά μια πολύ προσεκτική ματιά πάνω στην κρυμμένη όψη των πραγμάτων, εκεί όπου κανείς θα πίστευε ότι βρισκεται η μαγεία τους, μου αφήνει σε αρκετές περιστάσεις την αίσθηση ότι αποσπάται τελείως από την γύρω πραγματικότητα για να επικεντρωθεί στο ελάχιστα ορατό της φαντασίας. 

Τα Ταξίμια είναι μια συλλογή με πολλά θετικά στοιχεία, δεν υπάρχει νομίζω αμφιβολία πάνω σ’ αυτό. Μένουν όμως σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτα, δεν δίνουν όλα όσα θα μπορούσαν. Οι στίχοι θα μπορούσαν να ξεδιπλώσουν πλήρως τη δυναμική τους, τα πρόσωπα να βγουν από το περίγραμμά τους και να δείξουν την γήινή τους υπόσταση σε όλη της την έκταση: ο αναγνώστης θα ήταν ο πρώτος κερδισμένος.

Παρακάτω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΕΙΣΟΔΟΣ ΔΩΡΕΑΝ
Υπάρχουνε να ξέρεις
κι αλάτρευτοι
αλκοολικοί θεοί.
Χωρίς πολλά θαύματα
για να πιστέψεις.
Σιχαίνονται τα τάματα
και σ’ τα γυρνάνε πίσω,
υμνούνε τα δικά σου πάθη,
δεν ξέρουνε να σε γιατρέψουν
και πάντα πέφτουν θύματα
σε μικροαπατεώνες.
Έτσι, σαν κι εσένα
που πλήρωσες
ένα πανάκριβο εισιτήριο
για μια δωρεάν είσοδο[2]

Κρις Λιβανίου

[1] σελ. 42
[2] σελ. 41

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου