Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Το μήνυμα του λογοτεχνικού έργου ή ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός

Το κείμενο που ακολουθεί απαντά σε ερώτημα που έθεσε σε σχετικό αφιέρωμα το λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Σκέψη: ο λογοτέχνης γράφει ένα έργο, επειδή θέλει κάτι να πει. Τα μέσα έκφρασης που χρησιμοποιεί (σχήματα λόγου, ομοιοκαταληξία, κοινωνικά και φιλοσοφικά ρεύματα κ.λπ.) τον βοηθούν να το πει καλά ή γίνονται εμπόδια στην πρόσληψή του;

Το ερώτημα προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κειμένου που μεταφέρει αυτό που προσλαμβάνεται ως νόημά του, εν είδει μηνύματος, στον αναγνώστη. Κατάλληλο για την απάντηση του ερωτήματος είναι το επικοινωνιακό μοντέλο της λογοτεχνίας, που παρουσίασε ο Roman Jakobson (“Linguistics and Poetics”, 1958) και αναλύει όλα τα επιμέρους δομικά στοιχεία.



Το μοντέλο του Jakobson

Το μοντέλο αντιστοιχίζει τα επιμέρους στοιχεία του λογοτεχνικού έργου με τις γλωσσικές λειτουργίες:
                                                                         ΣΥΓΚΕΙΜΕΝΟ    
                                                                            αναφορική

                                                                            ΜΗΝΥΜΑ
                                                                               ποιητική

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ  ------------------------------------------------------------------------------- ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
συναισθηματική/                                                                                                          γνωστική
εκφραστική
                                                                             ΕΠΑΦΗ
                                                                              φατική

                                                                            ΚΩΔΙΚΑΣ
                                                                          μεταγλωσσική


Ο συγγραφέας, δηλ. ο δημιουργός του κειμένου, εκφράζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο (χρησιμοποιεί έμφαση ή όχι, γράφει έμμετρα ή σε ελεύθερο στίχο, έχει ρυθμό ή όχι κ.λπ.) που αντιστοιχεί στη συναισθηματική ή εκφραστική λειτουργία της γλώσσας. Ο αναγνώστης, δηλ. ο αποδέκτης του μηνύματος, χάρη στη γνωστική λειτουργία, είναι ορατός στο κείμενο στα σημεία εκείνα που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί κλητική ή γράφει σε β΄ πρόσωπο. Ανάμεσα στους δύο αυτούς (συγγραφέα και αναγνώστη) υπάρχει το μήνυμα (με όλα τα καλολογικά στοιχεία που το κοσμούν, πβλ. ποιητική λειτουργία), το οποίο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο συγκείμενο (είδος, τομέα, μιλάμε για την αναφορική λειτουργία της γλώσσας) και μεταφέρεται διαμέσου ενός διαύλου που εξασφαλίζει την επαφή συγγραφέα και αναγνώστη (δηλ. το μέσο, π.χ. το έντυπο ή το ηλεκτρονικό βιβλίο, η απαγγελία κ.ο.κ.). Τέλος, υπάρχει ο κώδικας (που αντιστοιχεί στη μεταγλωσσική λειτουργία), ο οποίος πρέπει να είναι ενιαίος ώστε να διασφαλίζεται ότι συγγραφέας και αναγνώστης «μιλούν την ίδια γλώσσα» και καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον.



Διά του παραδείγματος: Κωστής Παλαμάς, Κώστας Καβάφης και Οδυσσέας Ελύτης

Οι τρεις ποιητές εντάσσονται σε τρεις διαφορετικές ποιητικές τάσεις και παρέχουν πρόσφορο έδαφος για μια σύγκριση μεταξύ τους με βάση το μοντέλο του Jakobson:

Ως προς τη συναισθηματική/εκφραστική λειτουργία (τη μορφή και το ύφος της ποίησής τους):

Ο Κωστής Παλαμάς βασίστηκε πολύ στο μέτρο για να αναπτύξει αφενός τους θεματικούς του πυρήνες και αφετέρου τους αισθητικούς του πειραματισμούς, ενώ βασικό χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι ο λυρικός της χαρακτήρας. Ο Παλαμάς έγραψε μακρότατες συνθέσεις και ένα πολύτομο έργο και η ποίησή του ήταν μια επική θάλασσα.

Ο Κώστας Καβάφης, αντίθετα, έγραψε σε ελεύθερο και ανισοσύλλαβο στίχο και ένα σημαντικό στοιχείο της ποίησής του είναι η αντιλυρικότητά της, η οποία εκφράζεται με την περίφημη καβαφική ειρωνεία. Ο Καβάφης έγραψε έναν μικρό αριθμό σύντομων ποιημάτων, δίνοντας όμως στίχους που συχνά θυμίζουν παροιμιακό ή γνωμικό λόγο.

Ο Ελύτης, από την άλλη, χρησιμοποίησε ομοιοκαταληξίες, κυρίως όμως ελεύθερο στίχο, ο οποίος ακολουθούσε κανόνες εσωτερικού ρυθμού και μουσικότητας. Το ύφος της ποίησης του είναι πολυδιάστατο και μεστό σε σχήματα λόγου και εικόνες. Το έργο του είναι μεγάλο σε έκταση, όμως πολλές φορές μεμονωμένοι στίχοι του μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν αποφθέγματα.

Ως προς την ποιητική λειτουργία (τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα):

Η γλώσσα του Παλαμά είναι χυμώδης και ενίοτε ανοικονόμητη, όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Νάσος Βαγενάς σε παλαιό άρθρο του στο Βήμα. Ο Παλαμάς δείχνει σταθερή προτίμηση σε μια γλωσσική μορφή αρθρωμένη γύρω από επίθετα και σύνθετες λέξεις, που σε πολλές περιπτώσεις δίνουν την εντύπωση μιας τεχνητής λογοτεχνικής γλώσσας.

Η γλώσσα του Καβάφη, από την άλλη, είναι ειρωνική και αντιλυρική, κάποτε μάλιστα γίνεται τόσο στεγνή που μοιάζει αντιποιητική. Όμως εντυπώνεται και προοιωνίζεται την ποιητική γλώσσα του μέλλοντος.

Ο ασυνήθιστος συνδυασμός λέξεων που χρησιμοποιεί ο Ελύτης, πάλι (χωρίς ωστόσο να δημιουργεί συμφραστική αντίσταση), αλλά και η επίμονη έκκλησή του στο όνειρο και τη φαντασία, κάνουν την ποίησή του τολμηρή και πρωτότυπη.

Ως προς την αναφορική λειτουργία (ο τρόπος διαχείρισης των εθνικών ιδεών):

Ο Παλαμάς είναι εθνικός ποιητής, όπως ο Διονύσιος Σολωμός και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. «Βγαίνει από τα σπλάχνα του έθνους», όπως παρατηρεί η Ανθούλα Δανιήλ σε παλαιό άρθρο της στη Φιλολογική, εμπνέεται από τη Μεγάλη Ιδέα και ανασαίνει τις μεγάλες στιγμές του έθνους. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι μια ποίηση μεγαλόστομη και πομπώδης.

Κάτι τέτοιο ο Καβάφης δεν το επεδίωξε ποτέ. Αντίθετα, έθεσε εαυτόν εκτός της γενεάς του και τεκταινομένων, έστρεψε το βλέμμα του στον άνθρωπο ως οντότητα και στην καθημερινότητά του και γι’ αυτά έγραψε, αποτινάσσοντας το αβάσταχτο βάρος της περιούσιας ελληνικής κληρονομιάς που έπεφτε σαν σκιά στην ποίηση και σηματοδοτώντας ουσιαστικά μια νέα εποχή της. Ωστόσο ήταν βαθιά ελληνοκεντρικός.

Βασικό στοιχείο της ποίησης του Ελύτη, τέλος, είναι η «ελληνικότητα», που στην περίπτωσή του ισοδυναμεί με λατρεία του ελληνικού στοιχείου. Ζωντανές εικόνες, γεμάτες ρομαντική διάθεση υμνούν τη θάλασσα, τον ουρανό, το βότσαλο, το δέντρο. Η εθνική ιδέα μετουσιώνεται σε κάτι απτό, ενσαρκώνεται και κατοικεί στα επιμέρους, ενώ ταυτόχρονα γίνεται μεταφορά για τον σύμπαντα κόσμο.

Ο αναγνώστης, τώρα, χωρίς να χρειάζεται να δηλώνεται μέσα στο ποίημα (ακόμη και στο Μονόγραμμα του Ελύτη που υπάρχει η σε β΄ πρόσωπο επαναλαμβανόμενη ερώτηση «μ’ ακούς;», αυτή απευθύνεται στην αγαπημένη του και όχι στον αναγνώστη) προσεγγίζει καθεμία από τις τρεις ποιητικές γραφές, έχοντας πλήρη επίγνωση της μεταγλωσσικής λειτουργίας, του κώδικα δηλαδή που χρησιμοποιεί ο εκάστοτε συγγραφέας. Γνωρίζει ότι καθένας από τους τρεις ποιητές έγραψε με διαφορετικό τρόπο, ο οποίος αντιστοιχεί στο ρεύμα που επικρατούσε στην εποχή του ή στην παράδοση που είχε επιλέξει να υπηρετήσει ή στη νεωτερικότητα την οποία κόμιζε. Εντέλει, οι προσωπικές επιλογές καθενός από τους ποιητές διαμόρφωσαν την προσωπική του γραφή και χωρίς αυτές το έργο του δεν θα ήταν καν αναγνωρίσιμο.

Aντίθετα, «ποιητές», οι οποίοι δεν έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν, οποιοδήποτε εκφραστικό μέσο κι αν χρησιμοποιήσουν, δεν θα καταφέρουν ποτέ να γίνουν κατανοητοί από το κοινό. Δεν είναι επομένως τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί, τα οποία διευκολύνουν ή τον δυσχεραίνουν τον ποιητή στη μετάδοση των νοημάτων που επιθυμεί. Είναι η αρτιότητα στη διαχείρισή του των ιδεών και η αναγωγή τους σε κάτι μεγαλύτερο από τον άνθρωπο, σε κάτι που τον ξεπερνά και τον εξυψώνει. Είναι κάτι μεγαλύτερο και από την έννοια του περιεχομένου και κάτι που δεν αποτυπώνεται σε κανένα γνωστό μοντέλο.


Η περίπτωση της στρατευμένης ποίησης – το παράδειγμα του Ρίτσου


«Ο ποιητής έχει συνείδηση της κοινωνικής, της ανθρώπινης αποστολής του, που του αναθέτει η ποίηση και που αυτός αναθέτει στην ποίησή του», πρέσβευε ο Ρίτσος, ο οποίος παρέδωσε εκτενέστατο ποιητικό έργο, το οποίο διακατέχεται έντονα από την επαναστατική κομμουνιστική ιδέα. Η ποίησή του ήταν μια διαμαρτυρία απέναντι στην κοινωνική αδικία, όπως εκείνος την αντιλαμβανόταν, και υπέρ των εργαζομένων, των φτωχότερων και των αδύναμων. Παρά το ότι η ιδεολογία του καθόρισε εν πολλοίς την ποίησή του, ο Ρίτσος είναι αγαπημένος ποιητής πολλών ανθρώπων που δεν στάθηκαν στην ιδεολογική συνιστώσα της ποίησής του, αλλά ερμήνευσαν το έργο του σε γενικότερο πλαίσιο. Εξ άλλου ένας ποιητής, όσο στρατευμένα κι αν γράφει, παραμένει ευαίσθητος ως προς την ανθρώπινη συνθήκη και αυτό τις περισσότερες φορές αρκεί. Αυτό που μόλις έγραψα, βέβαια, αποτελεί απόδειξη του ότι κάθε αναγνώστης επιλέγει τι θα φωτίσει στο έργο που θα διαβάσει και ότι μπορεί να επιλέξει (συνειδητά ή ασυνείδητα) να αγνοήσει ορισμένες όψεις του, αναδεικνύοντας αυτές που, για λόγους που αφορούν την προσωπική του ταυτότητα, προτιμά.


Ποιητικά κινήματα – το παράδειγμα του ντανταϊσμού

Μολονότι ο ντανταϊσμός σαν κίνημα δεν επηρέασε ιδιαίτερα τους Έλληνες ποιητές (ένα από τα λιγοστά παραδείγματα που μου έρχονται στον νου είναι η περίπτωση του όχι ιδιαίτερα γνωστού Θάνου Βελούδιου), αποτέλεσε μια διακριτή –αν και βραχύβια– σχολή με σαφείς θέσεις. Στην πραγματικότητα, συνιστούσε μια διαμαρτυρία ενάντια στη βαρβαρότητα του πολέμου και στην αφόρητη διανοητική αγκύλωση που πίστευαν οι ντανταϊστές ότι επικρατούσε.

Στο πλαίσιο του ντανταϊσμού παρήχθησαν ποιήματα τα οποία δεν είχαν ούτε δομή ούτε ειρμό, αλλά μάλλον έμοιαζαν με αυθαίρετες συρραφές λέξεων και φράσεων. Αν τα ερμηνεύαμε με ένα μεθοδολογικό εργαλείο, όπως το μοντέλο του Jakobson, είναι βέβαιο ότι δύσκολα θα βγάζαμε άκρη! Ωστόσο, η συμβολή του συγκεκριμένου κινήματος στην πορεία της ποίησης έγκειται στο credo του και όχι στο προϊόν per se, δηλαδή στην προσπάθειά του να αποτελέσει μια διαφορετική φωνή που θα έβαζε τα θεμέλια της ανοικείωσης με έναν κόσμο όχι μόνο αφιλόξενο, αλλά και εχθρικό (ας μην ξεχνάμε ότι το κίνημα εμφανίστηκε αμέσως μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου). Οπότε οι προθέσεις των ποιητών εκπληρώθηκαν, στο πλαίσιο του κινήματος, μέσα από την ίδια την κατάργηση όλων των μέχρι τότε ποιητικών δεδομένων, η οποία λειτούργησε ως κώδικας διαμαρτυρίας κατά της προαναφερθείσας διανοητικής αγκύλωσης.


Συμπέρασμα

Τα μέσα που χρησιμοποιεί ο λογοτέχνης για να εκφραστεί, ακόμη και τα ρεύματα στα οποία εντάσσεται, είναι δευτερεύουσας σημασίας έναντι της ποιότητας των ιδεών που διαχειρίζεται, της ψυχής που καταθέτει και της ειλικρίνειας που απαιτεί από τον αναγνώστη κατά τη διαχείριση της εντύπωσης που του προκαλεί με το έργο του. Τα μορφικά στοιχεία ακόμη και αυτό το περιεχόμενο, καίτοι σημαντικά, δεν επαρκούν για να καταξιώσουν έναν ποιητή ούτε καν για να τον κάνουν να ξεχωρίσει.

Από την άλλη, η πρόσληψη του έργου του ποιητή, το οποίο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μήνυμα προς παράδοση, εξαρτάται από παράγοντες που είναι προσωπικοί του αναγνώστη και αγγίζουν ζητήματα ταυτότητας. Αλλά η ανάλυση αυτών των ζητημάτων είναι το αντικείμενο ενός άλλου κειμένου που ίσως παραχθεί στο πλαίσιο ενός άλλου αφιερώματος.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 542-543 (04-09), Απρ.-Σεπτ. 2017, του περιοδικού Νέα σκέψη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου