Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Σφηνάκια της επιστροφής

Ο θάνατος του μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή

Ο θάνατος του μισθοφόρου είναι ένας συγκερασμός ειδών και τάσεων σε μάλλον ισορροπημένες δόσεις. Θα μπορούσε να είναι αστυνομικό μυθιστόρημα δεδομένου ότι όντως υπάρχει ένας φόνος μέσα, θα μπορούσε ακόμα να είναι και η περιγραφή της προσωπικής πορείας του πρωταγωνιστή ανάμεσα στους μαιάνδρους της επαρχιακής του καθημερινότητας (λιγότερο προβλέψιμης από όσο θα περίμενε κανείς) ή και η απεικόνιση των οικογενειακών και ερωτικών δεσμών μιας ομάδας ανθρώπων.

Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς αυτό που λείπει από τα πρόσωπα, κυρίως από τον Ηλία που σηκώνει στους ώμους του όλο το βάρος της αφήγησης, για να γίνουν από αμιγώς πλάσματα της φαντασίας πιστευτά και απτά όντα, υποθέτω έχει να κάνει με τις ανεπαίσθητες ευκαιρίες που δίνει ο συγγραφέας στους ανθρώπους του να ενσωματωθούν σε μια πραγματικότητα που έστω και ελάχιστα διαφοροποιείται από την δική του. Εκεί ήταν για μένα το βασικό μειονέκτημα του βιβλίου: προγραμματισμένα πλάσματα αντί για γνήσιες, αυτόνομες και αυθαίρετες μυθιστορηματικές παρουσίες. Κάποιες περιγραφές κυρίως τόπων που πλατειάζουν, διασαλεύουν την συνολική ισορροπία του κειμένου και τον ρυθμό του αλλά συνολικά είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με ενδιαφέρον.

Η πιο αξιοσημείωτη παρουσία για μένα ήταν ο αφηγητής: παρόλο που στην αρχή δύσκολα ανιχνεύει κανείς την θέση και τον ρόλο που επιλέγει για τον εαυτό του στην ιστορία, στην πορεία είναι σαφές ότι το βασικό χαρακτηριστικό του είναι μια καθαρή αμεροληψία, μια απόσταση απογυμνωμένη από οποιαδήποτε τάση κριτικής των πράξεων και των σκέψεων των ηρώων. Και αυτή η έλλειψη κριτικής, αυτή η τόσο ολοκληρωτική αποσιώπηση της ατομικής θέσης είναι τόσο εμφανής, που όσο προχωράει το κείμενο γίνεται εκκωφαντική: από ένα σημείο και μετά, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να εντοπίσω πού βρίσκεται ο αφηγητής ως προς τα γεγονότα. Δεν τον βρήκα πουθενά: οι ήρωες πορεύονται κι εκείνος τους κοιτάζει αμέτοχος. Και ο αναγνώστης φυσικά έχει όλη την ελευθερία.

Κρις Λιβανίου


Το θέατρο στην ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Προϊόν τριετούς έρευνας της ποιήτριας, θεατρολόγου και blogger Ασημίνας Ξηρογιάννη, κυρίως όμως της αγάπης της για τα δύο πεδία (θέατρο και ποίηση) Το θέατρο στην ποίηση είναι μέρος μιας ευρύτερης ανθολογίας της ίδιας, που περιλαμβάνει ποιήματα κλασικών Ελλήνων ποιητών (Καβάφη, Σεφέρη, Καρούζου, Ελύτη, Καρυωτάκη και πολλών άλλων), κλασικών ξένων (μεταξύ άλλων, των Πεσσόα, Μπρέχτ, Ρεμπώ, Στήβενς, Κοκτώ, Έλιοτ) και σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. 

Στην εν λόγω έκδοση, η Ασημίνα Ξηρογιάννη περιορίστηκε στην παρουσίαση των σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, οι οποίοι δεν παρουσιάζονται με αλφαβητική σειρά, αλλά έχουν χωριστεί σε δύο κατηγορίες: Στη μία, που είναι και η μεγαλύτερη σε έκταση, εντάσσονται ποιήματα που είτε αναφέρονται στο θέατρο άμεσα ή έμμεσα, είτε είναι τα ίδια θεατρικά σε μεγάλο βαθμό (αποτελούν δηλ. δυνητικούς σκηνικούς μονολόγους ή διαλόγους). Στην άλλη κατηγορία έχουν περιληφθεί ποιήματα που μπορεί να μη διαθέτουν έντονη δραματικότητα, αλλά κάνουν αναφορά σε πρόσωπα, υλικά, ρόλους, καταστάσεις ή δημιουργούς που σχετίζονται με το θέατρο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά που δεν προσεγγίζεται όμως εύκολα από κάποιον μη μυημένο στον χώρο του θέατρου: αυτός μοιραία μένει με πολλά ερωτηματικά σχετικά με την επιλογή των συγκεκριμένων ποιημάτων, τη σειρά διαδοχής τους, ακόμη και αυτή την κατάταξή τους. Ωστόσο είναι βέβαιο ότι η Ξηρογιάννη έχει καταβάλει συστηματική προσπάθεια να παρουσιάσει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα: Όπως τονίζει και η ίδια στο προλογικό της Σημείωμα, δεν θέλησε η ανθολογία να είναι ένα εξαντλητικό αποθησαύρισμα ποιημάτων που κινούνται στη σφαίρα του θεάτρου, αλλά μια συμμετρική παρουσίαση μέχρι τριών ποιημάτων ανά δημιουργό. 

Ελπίζουμε ότι η Ασημίνα Ξηρογιάννη θα καταφέρει να εκδώσει και τις δύο άλλες ενότητες των - Ελλήνων και ξένων - κλασικών, μια και τέτοιου είδους βιβλία μπορούν να λειτουργήσουν ως παρακαταθήκη για τα γράμματα. 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

"Ταξίμια" της Ευτυχίας Μισύρη




            Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΠΟΤΕ
Κάποτε η μουσική
θα μας καθίσει
απαλά στους ώμους της
και θα μας περάσει
απέναντι.[1]

Διαβάζοντας τα στοιχεία του βιογραφικού της Ευτυχίας Μισύρη που βρίσκονται στο «αυτάκι» της συλλογής της, υποσυνείδητα περιμένει κανείς την έντονη παρουσία της μουσικής στους στίχους της. Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι ότι υπερισχύει η όραση. Περισσότερο από τους ήχους, το βλέμμα της ποιήτριας είναι αυτό που τελικά θα κατευθύνει την ανάγνωση και θα δώσει το στίγμα της συλλογής στο σύνολό της.

Μένοντας στην επίδραση του βλέμματος ως μέσο επικοινωνίας της συγκίνησης προς τον αναγνώστη, μου έκανε εντύπωση η μέθοδος με την οποία γίνεται αυτό: η Ευτυχία Μισύρη επιλέγει μια λεπτομέρεια, ανεπαίσθητη πολλές φορές, και την μεγεθύνει για να την μετατρέψει στον κεντρικό άξονα του ποιήματος. Σαν να επιλέγει ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό μιας σκηνής ή μιας συνθήκης για να του δώσει αυτονομία και να το αποδεσμεύσει από το υπόλοιπο αφηγηματικό πλαίσιο. Έτσι εδραιώνεται σταδιακά στο φόντο ένας σχεδόν υπερρεαλιστικός κόσμος, που χωρίς να είναι κραυγαλέος, δίνει τον απαραίτητο χώρο σε παράδοξες αισθήσεις να αποκαλύψουν το ενδιαφέρον τους.

Το δεύτερο στοιχείο που μου φάνηκε αξιόλογο είναι η ειλικρίνεια και η διαφάνεια της σκέψης: σαν να λέει την αλήθεια σε ένα παραμύθι. Η γλώσσα και η γραφή είναι λείες χωρίς υπερβολές και δυσνόητα σημεία, κάτι που σε συνδυασμό με μια αφηγηματικότητα κυρίως στο δεύτερο μέρος της συλλογής εξασφαλίζει ροή και λογική συνέχεια. Είναι μια ποίηση κυρίως στο α΄ ενικό, και παρόλο που ο Άλλος υπάρχει σε κάποιες περιστάσεις ως Εσύ, στην ουσία είναι άτονος, σχεδόν μισοφτιαγμένος. Οι άνθρωποι που γενικά συναντά κανείς στα ποιήματα είναι στην πλειοψηφία τους αθόρυβοι, περαστικοί, σαν ηθοποιοί που βγαίνουν στην σκηνή φορώντας τα κοστούμια τους αλλά χωρίς κείμενο, χωρίς λέξεις να αρθρώσουν. 

Παρόλο που η Ευτυχία Μισύρη ακουμπά μια πολύ προσεκτική ματιά πάνω στην κρυμμένη όψη των πραγμάτων, εκεί όπου κανείς θα πίστευε ότι βρισκεται η μαγεία τους, μου αφήνει σε αρκετές περιστάσεις την αίσθηση ότι αποσπάται τελείως από την γύρω πραγματικότητα για να επικεντρωθεί στο ελάχιστα ορατό της φαντασίας. 

Τα Ταξίμια είναι μια συλλογή με πολλά θετικά στοιχεία, δεν υπάρχει νομίζω αμφιβολία πάνω σ’ αυτό. Μένουν όμως σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτα, δεν δίνουν όλα όσα θα μπορούσαν. Οι στίχοι θα μπορούσαν να ξεδιπλώσουν πλήρως τη δυναμική τους, τα πρόσωπα να βγουν από το περίγραμμά τους και να δείξουν την γήινή τους υπόσταση σε όλη της την έκταση: ο αναγνώστης θα ήταν ο πρώτος κερδισμένος.

Παρακάτω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΕΙΣΟΔΟΣ ΔΩΡΕΑΝ
Υπάρχουνε να ξέρεις
κι αλάτρευτοι
αλκοολικοί θεοί.
Χωρίς πολλά θαύματα
για να πιστέψεις.
Σιχαίνονται τα τάματα
και σ’ τα γυρνάνε πίσω,
υμνούνε τα δικά σου πάθη,
δεν ξέρουνε να σε γιατρέψουν
και πάντα πέφτουν θύματα
σε μικροαπατεώνες.
Έτσι, σαν κι εσένα
που πλήρωσες
ένα πανάκριβο εισιτήριο
για μια δωρεάν είσοδο[2]

Κρις Λιβανίου

[1] σελ. 42
[2] σελ. 41

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

"Η αλήθεια των στιγμών" του Νικόλα Λεβέντη

Πρόκειται για μια πρώτη ποιητική προσπάθεια που κλυδωνίζεται αρκετά και που δεν έχει κατασταλάξει στο βέλτιστο ύφος, διαθέτει όμως αρκετά θετικά στοιχεία που την καθιστούν ενδιαφέρουσα - ακόμη και πρόσφορη για μια περιπτωσιολογική μελέτη.

Ας ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι το ύφος είναι περισσότερο αφηγηματικό απ' όσο θα επέτρεπε μια ποιητική συλλογή. Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους είναι το ποίημα "Χωρίς θάρρος" από το οποίο παραθέτουμε τους τρεις τελευταίους στίχους προς επίρρωση του λεχθέντος:

Οι ατομικές ελλείψεις, όμως, είναι γόνιμες
όταν συνδιαλέγονται και συναγαπιώνται.
Οι τέλειες σχέσεις είναι μια δοκιμασία υπομονής.

Όπως πολύ συχνά συμβαίνει στις πρώτες ποιητικές προσπάθειες, υπάρχει εκτεταμένη προσφυγή στο απόφθεγμα, το οποίο βέβαια χαρίζει δύναμη στο αποτέλεσμα: Τόσο φτωχός ο άνθρωπος/ που βρίσκει δύναμη στη βία ("Η πρώτη διαμάχη"), Σύντομα, δεν θα είμαι παρά κρεμασμένα πετσιά/ σε έναν οστέινο καλόγερο ("Απολογισμός ζωής"), ...δίχως αφή δεν υφίσταται σχέση ("Σχέση εξ αποστάσεως), όμως δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ποιητικότητα, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε μια αίσθηση ρυθμού - μια αίσθηση, της οποίας η απουσία από τη συγκεκριμένη συλλογή είναι εκκωφαντική.

Αλλού ο λόγος διολισθαίνει προς το δοκίμιο, όπως στο ποίημα "Πάρνηθα":
Δυστυχώς, η εγωτική καθημερινότητα
απέκοψε τους δεσμούς μας με τη μητέρα φύση
επιβάλλοντας μία περιφρονητική θεώρησή της
προς τέρψη της αλαζονικής έλλογης δύναμής μας.

Και εδώ σταματούν οι αδυναμίες της συλλογής. Τα δυνατά σημεία είναι πολλά και ενδιαφέροντα. Το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι ο ποιητής δεν φοβάται. Έχει τα κότσια να γράψει τολμηρά, ίσως βέβαια επειδή διακατέχεται από άγνοια κινδύνου: το νεαρότατο της ηλικίας του (γεννήθηκε μόλις το 1993) θα μπορούσε να συνηγορεί σε αυτή την αξιολόγηση. Χαρακτηριστικά της τόλμης του είναι η τελευταία στροφή του ποιήματος "Άφιξη", αλλά και ο ανατρεπτικός τελευταίος στίχος του ποιήματος "Υπό καθεστώς χρυσόψαρων", το οποίο παρατίθεται ολόκληρο εδώ:

                                                       (Ποιος όρισε τον άνθρωπο Θεό;)
Τους άτυχους της ζωής δεν τους περιφρονείς.
Ευπρόσδεκτοι, λοιπόν, οι αλλοεθνείς, προ πολλού,
από εποχής ξενίου Διός και σωτήρος Χριστού,
εάν αληθινά σεβόμαστε τον άνθρωπο.
Τίποτα πιο ψυχοφθόρο από την αίσθηση της ανοχής.

Κατά καιρούς το ερωτικό στοιχείο, που είναι από τα κεντρικά της συλλογής, γίνεται έκδηλο και έντονο. Το συνοδεύει μια διάθεση υποχώρησης ή υποταγής στα πρόσωπα και τις γενικότερες καταστάσεις (όχι μόνο τις ερωτικές σχέσεις), η οποία αποκαλύπτει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ποιητικό υποκείμενο, που εσωτερικεύει έντονα τα γεγονότα, κάποτε μάλιστα με τρόπο δραματικό, αφού οι διαστάσεις αυτής της εσωτερίκευσης διακυβεύουν την ακεραιότητα του μέσα τοπίου, όπως φαίνεται στο ποίημα "Υποχρεωτικά αυτόχειρες":
Μια καθημερινή άσκηση αυτοσυγκράτησης
οι οικογενειακές σχέσεις [...]

Μια καθημερινή κατάπνιξη ακραίων σκέψεων
με αδιέξοδη λύση την αγανάκτηση.

Άνθρωποι-βόμβες γεμάτες
οργή για τους οικείους τους.

Η έκρηξη πραγματοποιείται εντός τους.

Το μόνο ανάχωμα, η μόνη αντίσταση απέναντι σε αυτή τη δραματική εσωτερίκευση προβάλλεται από το σθένος της νεότητας:
Την απελπισία αυτή εκφράζω δυστυχώς,
διότι, ακόμα, δεν έχω βρει σκοπό ζωής,
γιατί δεν έχω συγκατατεθεί να ξεγελάσω τα όνειρά μου
πως τάχα θα επιτευχθούν
("Απολογισμός ζωής")

Άλλο κεντρικό στοιχείο της συλλογής είναι η αναμέτρηση με τον χρόνο και τον θάνατο (απασχολούν ιδιαίτερα τον ποιητή οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, οι μεσήλικες, αλλά και οι νεκροί), ενώ συχνά προβληματίζουν η σχέση ανθρώπου και φύσης, αλλά και ζητήματα εθνικής και ατομικής ταυτότητας (χωρίς γλώσσα και χωρίς ταυτότητα/ άνθρωπος ή λαός ψυχορραγεί). Όσο για την ίδια την ποίηση, ο ποιητής αναρωτιέται από την αρχή-αρχή της συλλογής:
Η ποίηση είναι κάτι στο οποίο καταφεύγεις από ανάγκη και όχι από άποψη. Ωστόσο, ακόμη αδυνατώ να κατανοήσω, τι είδους τέχνη είναι εκείνη που περιγράφει χωρίς να ορίζει και να ορίζεται; 

Γενικά μιλώντας, η εικόνα της συλλογής είναι καλύτερη από εκείνη πρώτων συλλογών που συνήθως κινούνται μεταξύ της τέλειας ατζαμοσύνης και της χρυσής μετριότητας. Πρόκειται για μια μετριότητα που συνοψίζεται στην έλλειψη ρυθμού, την εκτεταμένη χρήση αποφθεγμάτων σε αλαζονικό τόνο και την ολίσθηση προς την αφηγηματικότητα - περιέχει όμως ταυτόχρονα στοιχεία που πείθουν τον αναγνώστη ότι αξίζει να περιμένει μια επόμενη συλλογή. Ενώ όμως συνήθως οι νέοι ποιητές εμφανίζονται να φοβούνται τη δύναμη του μέσου, δηλ. της ίδιας της ποίησης, παραδείγματα όπως του Νικόλα Λεβέντη αποτελούν λαμπρή εξαίρεση - και αυτό είναι απελευθερωτικό.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Θέατρο - "Ακυβέρνητες πολιτείες" του Στρατή Τσίρκα

(μια συνεργασία του Εθνικού θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης)


Η θεατροποίηση της μυθιστορηματικής τριλογίας του Στρατή Τσίρκα (1911-1980): «Ακυβέρνητες Πολιτείες» (Η Λέσχη), ήταν μία επιτυχημένη παράσταση, καρπός συνεργασίας του Εθνικού Θεάτρου με το Θέατρο Τέχνης, που ανέβηκε τον περασμένο Μάιο στο υπόγειο του θεάτρου τέχνης (Πεσματζόγλου 5 και Σταδίου) στο κέντρο των Αθηνών. Πολλοί ήταν αυτοί που αναρωτήθηκαν πως ήταν δυνατόν το 1ο μέρος (Η Λέσχη) της Τριλογίας του Στρατή Τσίρκα, ένα δύσκολο εγχείρημα να στεφθεί με επιτυχία. Επειδή το κείμενο του Σ. Τσίρκα είναι απαιτητικό, με αρκετές ιδιορρυθμίες και το ανέβασμά του στη θεατρική σκηνή, ένα αρκετά δύσκολο τόλμημα. Ακόμη είναι η πρώτη φορά που παίζεται στο ελληνικό θέατρο και θα ακολουθήσουν κατά την ερχόμενη περίοδο και τα άλλα δύο μέρη της τριλογίας «Δριάγνη» και «Νυχτερίδα».

Η Έφη Θεοδώρου, που υπογράφει την σκηνοθεσία και την δραματουργία της παράστασης προσέγγισε αναμφίβολα με πολύ σεβασμό και πάθος το κείμενο του συγγραφέα της τριλογίας, κατορθώνει να γοητεύσει τον θεατή. Και παρά την μεγάλη τρίωρη διάρκεια της παράστασης, το έργο παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η σκηνοθέτης σεβάστηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό το εμβληματικό αυτό έργο της μεταπολεμικής νεοελληνικής λογοτεχνίας και παρέδωσε στο θεατρικό κοινό μία αξιόλογη παράσταση καλά δομημένη, με γρήγορο ρυθμό και με σωστή ροή. 

Σε αυτή την επιτυχία συνέβαλαν και οι θαυμάσιοι ηθοποιοί (Θαν. Βλαβιανός, Θαν. Δήμου, Ανθή Ευστρατιάδου, Γιώργος Κριθάρας, Κατ. Λαμπρίδου, Μαν. Μαυροματάκης, Γιώτα Μηλίτση, Ηλέκτρα Νικολούζου, Δημήτρης Πασάς, Μάνος Στεφανάκης), τους οποίους η σκηνοθέτης καθοδήγησε σε σωστές κατευθύνσεις. Ανακάλυψε ηθοποιούς, ώστε να συγκροτούν ένα είδος αφηγηματικής ενότητας, οι οποίοι δεν μοιράζονται μόνον τους ρόλους του πολυπρόσωπου αυτού μυθιστορήματος, αλλά αφηγούνται και την περιπέτεια της συγγραφής και την αγωνία του συγγραφέα, ενσωματώνοντας αποσπάσματα από την αλληλογραφία του Σ. Τσίρκα και τα «Ημερολόγια της Τριλογίας», επιλογές που λειτούργησαν σωστά. Αφηγηματικός λόγος και αναπαράσταση, πολυφωνία και πλουραλισμός συνυπάρχουν. Αναμοχλεύοντας τους προβληματισμούς παρελθόντων δεκαετιών που γράφηκε το μυθιστόρημα, αρχές της δεκαετίας του ’60. Η ακυβέρνητη πολιτεία του τόμου: «Η Λέσχη» είναι η Ιερουσαλήμ. «Ιερουσαλήμ ακυβέρνητη πολιτεία / Ιερουσαλήμ πολιτεία της προσφυγιάς» από το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Ο Στρατής Θαλασσινός στη Νεκρά Θάλασσα» στίχοι που έδωσαν τον γενικό τίτλο στην τριλογία του Σ. Τσίρκα «Οι Ακυβέρνητες πολιτείες» αποτελούν μία πολιτισμική χοάνη, φέρνοντας πλησίον χώρους, ανθρώπους, θρύλους ιστορίες, μνήμες και αξίες του ελληνισμού της διασποράς έτσι όπως συναντιέται με το μεσανατολικό και Ευρωπαϊκό περίγυρο. Η Τριλογία της Σ. Τσίρκα δεν απώλεσε την ικανότητά της ώστε να συνομιλεί με τον σύγχρονο είναι επίκαιρη ακόμη και σημερινή εποχή. Ο πολύχρωμος κόσμος της «Λέσχης» ξετυλίγεται στην Ιερουσαλήμ, πρωτεύουσα της «υπό Βρετανικήν εντολήν» Παλαιστίνης. Πόλη θρησκευτικό σύμβολο, Ισραηλιτών, Μουσουλμάνων και Χριστιανών. Πόλη στην οποία σταθμεύουν βρεττανικές και άλλες συμμαχικές στρατιωτικές μονάδες που ενισχύουν τα συμμαχικά στρατεύματα, που μάχονται στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. 

Η δράση των προσώπων της «Λέσχης» επικεντρώνεται στην Ιερουσαλήμ το καλοκαίρι του 1942, σε μία κρίσιμη εποχή για έκβαση του πολέμου, που τα Γερμανοναζιστικά στρατεύματα με τους συμμάχους Ιταλούς προελαύνουν στην Β. Αφρική και η έκβαση της αιματηρής σύγκρουσης δείχνει ότι κλείνει υπέρ του Άξονα. Σε έναν ιδιόμορφο ξενώνα της πόλης συνωστίζονται άνθρωποι από διάφορες θρησκείες, εθνότητες, φυλές ναυάγια της καταιγίδας που σαρώνει τον κόσμο», όπως τονίζει ο Ελληνοαιγυπτιώτης συγγραφέας. Μεταξύ τους ένας Έλληνας ο Μάνος Σιμωνίδης αξιωματικός του ελληνικού στρατού, με διευρυμένους πνευματικούς ορίζοντες που είναι στρατευμένος στην υπόθεση της Αριστεράς. Ευρίσκεται όμως σε σύγκρουση με την παράνομη αντιφασιστική οργάνωση στην οποία ανήκει, όπως και η όμορφη γυναίκα ενός υπουργού της πρώην Αυστριακής Κυβέρνησης, η οποία αναστατώνει τον ανδρικό πληθυσμό του ξενώνα με τον διάχυτο ερωτισμό της. Μεταξύ τους θα ξεφυτρώσει ένας βαθύς αλλά αδιέξοδος έρωτας, ενώ το ερωτικό της σώμα θα γίνει ο καταλύτης που θα πυροδοτήσει την δράση στην ακυβέρνητη πολιτεία ή καλύτερα μια πολιτεία που κυριαρχείται από μία σειρά μυστικούς αλλά πανίσχυρους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. 

Ο Μάνος Σιμωνίδης (προσωπείο του Σ. Τσίρκα) εντοπίζει από τους χρόνους εκείνους, τις στρεβλώσεις, την μισαλλοδοξία, τον δογματισμό που εκαλλίεργησαν κάποιοι από αυτούς που στρατεύθηκαν σε αυτή την ιδεολογία. Έρωτας και πολιτική, πόλεμος και διανόηση, συμπλέκονται στην Λέσχη. Ένας έρωτας με την Έμμη την ξένη την διαφορετική ένας έρωτας που συνθλίβεται εξ’ αιτίας πολλών διαφορετικών λόγων και συνθηκών. Αλλά όμως πάνω από όλα κυριαρχεί η μοναξιά. 

Το σκηνικό του Άρη Δημητρόπουλου συνθέτει με δεξιοτεχνία την εικόνα του ξενώνα της Λέσχης και τα κοστούμια της είναι στο πνεύμα της εποχής. 

Η μουσική του Νίκου Πλάτανου παίζεται σωστά με το ύφος του έργου, ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη. Οι κινήσεις έχουν την επιμέλεια του Ερμή Μαλκότση. Συνεργάτης δραματουργίας η Παναγιώτα Κωνσταντινάκου βοηθός της σκηνοθέτιδας η Παρασκευή Λυπημένου. Αξιέπαινη επιλογή ήταν επίσης η κατά την διάρκεια της παράστασης, ζωγραφική αποτύπωση της Ιερουσαλήμ από τον Θανάση Δήμου. 

Παίχθηκε μία παράσταση την οποία το θεατρικό κοινό περίμενε με αγωνία. Και όσοι έχουν διαβάσει και αγαπήσει την Τριλογία του Τσίρκα, αλλά και εκείνοι που ήθελαν να έχουν μία πρώτη γνωριμία με το εμβληματικό κείμενο. Το εγχείρημα της θεατροποίησης του πρώτου τόμου «Η Λέσχη» συνοδεύτηκε με την αγάπη και τον σεβασμό της Έφη Θεοδώρου και των συντελεστών για το έργο με το οποίο καταπιάσθηκε. 

Μία παράσταση που έκρυβε σκληρή εργασία και έρευνα. Εν τέλει όλα όμως αυτά τα παραπάνω, κατέληξαν σε βάρος της θεατρικής μεταφοράς του μυθιστορήματος. Ειπώθηκε και από έγκριτους θεατρολόγους, ότι αυτός ο σεβασμός στο κείμενο του Σ. Τσίρκα, κατάληξε σε βάρος της θεατροποίησής του. 




 Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

"Το δέντρο με τις λέξεις" του Γιώργου Γάββαρη



Η πρώτη εντύπωση: πρόκειται για μια προσεγμένη έκδοση. Τα ποιήματα του Γιώργου Γάββαρη είναι μοιρασμένα σε ενότητες με συνοχή, το λεξιλόγιο αποδεικνύεται προσεγμένο, και μια ισχυρή ποιητική λογική είναι παρούσα για να διευκολύνει την συνάντηση ανάμεσα στον ποιητή και τον αναγνώστη. 

Η δεύτερη εντύπωση που με ακολούθησε αθόρυβα σε όλη την διάρκεια της ανάγνωσης: ο Γιώργος Γάββαρης ακουμπά με μια εικαστική ματιά στα πράγματα. Μ’ αυτό εννοώ ότι η δουλειά του κατά ένα παράδοξο τρόπο απευθύνεται περισσότερο στην όραση ως αίσθηση και λιγότερο στην ακοή. Και πιο συγκεκριμένα, τα ποιήματα που απαρτίζουν Το δέντρο με τις λέξεις φέρνουν στο μυαλό πίνακες ζωγραφικής με αφαιρετικές λεπτομέρειες και επίκεντρο τον χώρο, το τοπίο. Η συγκίνηση δεν λείπει. Μένει να αποσαφηνιστεί από πού ακριβώς πηγάζει.

Ο ήλιος δύει.
Τεράστιες οι σκιές
των μικρών ανθρώπων.[1]

Δεν θυμίζουν στιγμιότυπα ούτε φωτογραφίες οι σκηνές που εκτυλίσσονται και περιγράφονται με αδρές γραμμές στους στίχους του Γάββαρη, ούτε υπάρχει προσήλωση στην παραμικρή λεπτομέρεια. Οι λέξεις και οι σκιές βρίσκονται σε μια δυναμική ισορροπία, κάποιες φορές λειτουργούν αντικριστά και κάποιες άλλες παράλληλα, ώστε να στήσουν ένα σκηνικό αέναων εναλλαγών ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τον ήχο και την απουσία του. Το φως δεν πέφτει άπλετο όπως ενδεχομένως να περίμενε κανείς, ο ήλιος σαν να υποφώσκει ή σαν να ξεδιπλώνεται μέσα από συνεχείς αντανακλάσεις, ενώ ταυτόχρονα ο ήχος των λέξεων, πότε σταθερός και πότε διακεκομμένος, έρχεται να συμπληρώσει ένα εκφραστικό τοπίο που, αν μη τι άλλο, κινείται έξω από στεγανά.

Οι άνθρωποι είναι απογυμνωμένοι από τα χαρακτηριστικά τους για να υπερισχύσει τελικά η φιγούρα τους, η μορφή τους ιδωμένη από απόσταση, την απόσταση του δημιουργού αλλά και του ίδιου του αναγνώστη: το αποτέλεσμα είναι να γεννιέται σταδιακά η αίσθηση ότι στέκονται και οι δύο μπροστά από τον ίδιο πίνακα. 

Μου φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον το πλησίασμα του φωτός και πιο συγκεκριμένα της σκιάς που αφήνουν πίσω τους τα πράγματα και του ήχου που τα αντιπροσωπεύει, μια ταυτόχρονη προσέγγιση δύο διαφορετικών αισθήσεων σ’ ένα κοινό συγκινησιακό αποτέλεσμα. Όλα τα ποιήματα δεν είναι ισάξια, κάποια λειτουργούν καλύτερα σε επίπεδο απόδοσης συναισθήματος από κάποια άλλα, υπάρχει όμως μια σταθερή πορεία εκ μέρους του ποιητή, και ένας σαφής στόχος. Σκηνές από ένα προσωπικό παρελθόν αποκτούν έναν οικουμενικό χαρακτήρα όχι ως βιώματα αλλά ως σταθμοί σε μια πορεία που θα μπορούσε να είναι του καθένα μας. 

Αυτή η ελάχιστα αιρετική εικαστικότητα που κέρδισε εξαρχής όλες τις εντυπώσεις αισθάνομαι ότι στέρησε σε ένα βαθμό τουλάχιστον τις λέξεις και τα νοήματα από το συμβολικό τους βάθος, τα άφησε να κείτονται στα μάτια του αναγνώστη άφωνα σχεδόν, προσηλωμένα στην εικόνα. Η ζυγαριά λοιπόν γέρνει σαφώς προς την μια πλευρά, έστω και αν το αποτέλεσμα δεν υποφέρει. Είναι ενδιαφέρον να αναλογιστεί κανείς ποιες από τις πέντε αισθήσεις είναι αυτές που κατεξοχήν επηρεάζουν την αντίληψη των λέξεων και των εννοιών σε ένα ποίημα, και από αυτή την άποψη Το δέντρο με τις λέξεις θέτει κατά την γνώμη μου τις σωστές ερωτήσεις και εδραιώνει ίσως και το πρώτο συμπέρασμα: η μαγεία μάλλον κρύβεται στους συνδυασμούς.

ΤΟ ΚΑΣΚΟΛ
            Στη Χαρά Νικολακοπούλου
Οι λέξεις
η μία
κάτω
από την άλλη
για να μακρύνει
το ποίημα,
ο δρόμος.
Πού ξέρεις;
Ίσως
γίνει
κασκόλ
χρωματιστό,
κι ίσως
τυλίξει
τη ζωή σου
με ζεστασιά
ανθρώπινη.[2]

Κρις Λιβανίου

[1] σελ. 16.
[2] σελ.48.