Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

"Λίγες και μία νύχτες" του Ισίδωρου Ζουργού



Στον συγκεκριμένο συγγραφέα έχω μια ελαφριά αδυναμία μετά την Αηδονόπιτα που είχε γράψει πριν κάποια χρόνια, μια αδυναμία που συνήθως μεταφράζεται σε μια ανυπομονησία να φτάσει η σειρά του βιβλίου για να το διαβάσω. Όταν είχα γράψει την παρουσίαση της Αηδονόπιτας για την Ομπρέλα κάποια χρόνια πριν, είχα εκφράσει στον Μάκη τον Αποστολάτο τον θαυμασμό μου για το βιβλίο, τον οποίο δεν είχε συμμεριστεί ιδιαίτερα. Πάνε τόσα χρόνια που έχουμε κάνει αυτή τη συζήτηση, και αρκετά που έχει πεθάνει και δεν μπορούμε να την ξαναπιάσουμε από εκεί που την είχαμε αφήσει, αλλά έχουν ένα τρόπο οι επιφυλάξεις του να με ακολουθούν ακόμα. Μισοχαμογελώντας. 

Όλος αυτός ο πρόλογος για να πω ότι το Λίγες και μία νύχτες δεν είναι ένα κακό μυθιστόρημα, τουναντίον. Είναι καταρχάς εκτενές, ιστορικό σε ένα μεγάλο βαθμό, με ισχυρές κοινωνικές λαβές και πολιτιστικά στοιχεία μιας εποχής που έχει πια χαθεί στη μνήμη, και διαβάζεται παραπάνω από ευχάριστα. Στο μυαλό μου ο Αποστολάτος συνεχίζει να χαμογελάει διακριτικά. Η ενδελεχής έρευνα που έχει κάνει ο συγγραφέας είναι φανερή σε κάθε σελίδα, με αποτέλεσμα τα γεγονότα που διαδραματίζονται και το ευρύ ιστορικό πλαίσιο που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του προηγούμενου αιώνα να βρίσκονται σε αρμονία. Παρόλη την έκτασή του, δεν υπάρχουν λάθη στην δομή του κειμένου ούτε ανισορροπίες, η ανάγνωση κυλάει απρόσκοπτα. 

Το ένα από τα δύο πράγματα που απόλαυσα προσωπικά στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι το γεγονός ότι λόγω θεματικής και γεωγραφικής συγγένειας, στις σελίδες του ξανασυνάντησα ήρωες από το Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ της Έλενας Χουζούρη (εδώ) που είχα διαβάσει και παρουσιάσει στο στίγμαΛόγου πρόσφατα, αλλά και από τον Έλληνα γιατρό (εδώ) της Καρολίνας Μέρμηγκα που είναι ένα από εκείνα τα κείμενα που δεν ξεχνάει κανείς εύκολα. Συγγραφείς και πλάσματα της φαντασίας και της –όποιας– πραγματικότητας συναντιούνται σε μια κοινή γη, την Θεσσαλονίκη, και το καθένα από αυτά διεκδικεί το δικό του μερίδιο στην ιστορία και τον αέρα της.

Το δεύτερο στοιχείο που με ξάφνιασε ευχάριστα είναι η εμφάνιση του Βασίλι Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν στο έργο. Μαζί με τον Μιχάλη Καραμάνο που μνημονεύεται σε κάποια σημεία, χάρη στην πένα του Ζουργού ο Βάσιας βγαίνει στην σκηνή για ένα encore, κάνει μια τελευταία θεαματική είσοδο σε μια ιστορία, ακριβώς όπως το συνήθιζε στην πένα του Καραγάτση. Τα βιβλία που συνομιλούν μεταξύ τους είναι φαντασίωση αρκετών συγγραφέων καθώς και πολλών αναγνωστών (εμού συμπεριλαμβανομένης), και εδώ ο Ζουργός έχει καταφέρει να συμπεριλάβει στο δικό του μυθιστόρημα στοιχεία από άλλες γραφές και άλλες εποχές χωρίς να τις αφομοιώσει, ούτε να τις εξιδανικεύσει αλλά χαρίζοντάς τους μια θέση στην ιστορία του. Στο τέλος θα βγουν όλοι κερδισμένοι. 

Έλειψε το στοιχείο του αιφνιδιασμού, της αναπάντεχης περιπέτειας, αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το μείζον αρνητικό στοιχείο στις Λίγες και μία νύχτες. Μια στρωτή γραφή που συνδυάζεται και ακόμα χειρότερα που ευθυγραμμίζεται με μία εξίσου στρωτή πλοκή μπορεί να δημιουργήσει ένα παράδοξο βάρος. Οι ήρωες παρόλα αυτά στέκονται γερά στα πόδια τους και ακολουθούν το πεπρωμένο τους χωρίς αξιοσημείωτες εσωτερικές διακυμάνσεις, και φτάνουν έτσι στο τέλος του προορισμού τους έχοντας επιτύχει να νικήσουν την αδράνεια της γραμμένης σελίδας: κατά τη γνώμη μου αυτό είναι μια ηχηρή νίκη. 

Η πλέον ενδιαφέρουσα και ίσως η μόνη ουσιαστική ανατροπή του έργου κρύβεται στο μόνο μέρος που δεν θα περίμενε κανείς: στο κομμάτι εκείνο της ιστορίας που διαδραματίζεται στο παρόν. Στο κομμάτι που δείχνει να είναι το πλέον προβλέψιμο και λείο, ο Ζουργός διαλέγει την κατάλληλη στιγμή για να ανάψει το φως και να επιτρέψει στον αναγνώστη αλλά και στον κατ’ εξοχήν ακροατή του έργου, τον Ορέστη, να δουν τα πράγματα όπως ήταν από την αρχή της αφήγησης, χωρίς σκιές. Η πρόσμιξη της μυθοπλαστικής φαντασίας με τη πραγματικότητα έστω και την μυθιστορηματική είναι εξαιρετικά επιτυχημένη, σ’ αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα της απόλυτης έκπληξης τα όρια εξαφανίζονται για να δώσουν την θέση τους στην αυθεντική μαγεία μιας καλής ιστορίας και ο συγγραφέας επιτυγχάνει τον στόχο: το ενδιαφέρον και το ξάφνιασμα του αναγνώστη του στον μέγιστο βαθμό.

Για να τελειώσω όπως άρχισα, είμαι αναγκασμένη να αναγνωρίσω στον Μάκη Αποστολάτο ότι είχε δίκιο. Η Αηδονόπιτα μπορεί να είναι πραγματικά πολύ καλή χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα υπόλοιπα έργα του Ισίδωρου Ζουργού είναι εξίσου. Θα επιμείνω παρόλα αυτά ότι διαβάζονται ευχάριστα και τουλάχιστον το Λίγες και μία νύχτες αναδίνει αυτό το γνώριμο άρωμα μιας πόλης που διασχίζει αγέρωχη την Ιστορία. 

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου