Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

«Περασμένη χώρα» της Βικτώριας Κουκουμά

Η Περασμένη Χώρα της Βικτώριας Κουκουμά είναι μια συλλογή που ξεκινά από τον επίλογο (έτσι ονομάζεται το εναρκτήριο ποίημα) και διαβάζεται με όλους τους πιθανούς τρόπους (από το τέλος προς την αρχή, από την αρχή προς το τέλος, από τη μέση προς οπουδήποτε) χωρίς να αλλάζει η ατμόσφαιρά της και η αίσθηση που δημιουργείται στον αναγνώστη. Σήμερα οι περισσότερες συλλογές που γράφονται είναι προϊόντα προσεγμένης «σκηνοθεσίας», έτσι η ικανότητα αναπαραγωγής της ίδιας αίσθησης παντού και η δυνατότητα ανάγνωσης των ποιημάτων προς όλες τις κατευθύνσεις με το ίδιο αποτέλεσμα είναι δυνατά σημεία.

Σε αυτό το πρώτο της βιβλίο, η Κουκουμά καταπιάνεται κυρίως με ό,τι δεν λέγεται, ή μάλλον με ό,τι δεν μπορεί να λεχθεί: με εκείνο που οι λέξεις δεν αρκούν όχι να το περιγράψουν, αλλά ούτε καν να το ονοματίσουν – κι έτσι μένει ανείπωτο. Όχι από συστολή ή κάποιο άλλο αίτιο, αλλά επειδή, μολονότι φαίνεται κοντινό και οικείο, είναι τόσο μακρινό και θολό που μένει απροσπέλαστο και εντέλει άγνωστο. Ο εαυτός δεν είναι μόνο το όριο ανάμεσα στον μέσα και τον έξω κόσμο, είναι το παρατηρητήριο, η βίγλα, από όπου ταμπουρωμένο το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί και τον έναν και τον άλλον κόσμο και τους βλέπει θαμπά:

Περνάω σύνορα
Πηγαίνω κι έρχομαι εκτός γραμματικής
    Αλλού
                Κάπου
                            Πουθενά


Το ποιητικό υποκείμενο και τα άλλα πρόσωπα που ζουν ανώνυμα στη συλλογή και που εμφανίζονται σαν συλλογικότητες πράγματι πηγαίνουν, προχωρούν. Προς «έναν τόπο, κάπου,/κι όλο να σκεπάζουμε τον ήλιο του μεσημεριού/με μια ελπίδα θαμπή, πως κάπου θα έχουμε φτάσει». Προχωρούν γυμνά, χωρίς προφύλαξη, «μόνο πόδια βουβά/να σέρνουν την αλήθεια». Γυμνά μπροστά στον κόσμο, την απώλεια, την έλλειψη, τον θάνατο, «απροστάτευτοι μπροστά στην ευτυχία», βαθιά ανέτοιμα για όλα, «στη μέση ενός χειμώνα/που δεν καταλάβαινε από σκεπάσματα». Προχωρούν από έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκουν («βουβές αξιώσεις ύπαρξης/εκεί όπου δεν ανήκω») προς έναν κόσμο δυστοπικό ή προς μια ουτοπία, έναν κόσμο που μένει άφατος, α-περίγραπτος, έναν χώρο που μόνο διαισθητικά ξέρουμε την ύπαρξή του, που μπορεί τελικά να είναι απλώς οφθαλμαπάτη.

Και σ’ αυτό που δεν ξέρουμε, από την εδώ πλευρά του άρρητου δηλαδή, ρυθμιστής είναι η μνήμη «σε κείνο το παλιό πηγάδι/της συνάντησης των αιώνων» και βασιλιάς η σιωπή, «με κοίταζε η σιωπή των κοριτσιών/καθώς ταξίδευε πίσω μου». Από την εκεί πλευρά, «η μνήμη της φωνής», οι λέξεις. Όπου αρθρώνονται, οι λέξεις είναι υπερβατικές, αψηφούν τους φυσικούς νόμους, ανήκουν σε άλλη διάσταση, «πλανώνται χωρίς πτώση/στο άπειρο». Και δεν είναι οι άνθρωποι που μιλούν: είναι οι τόποι, είναι π.χ. «η θάλασσα που θέλει να μιλήσει». Οι άνθρωποι (μέσα σε αυτούς και το ποιητικό υποκείμενο) μόνο ακούν, αφουγκράζονται: «ακούω/τις σκιές που ζουν». Κάπου-κάπου γράφουν κάτι:

Σ’ ένα χαρτί μόνο έχουμε σπρώξει
Λίγα βήματα
Στο φως.


Όμως ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως βρίσκονται πάντοτε σε απόσταση. Σε απόσταση από τη ζωή, σε απόσταση από την πραγματικότητα, σε απόσταση από την αλήθεια, «σκεπασμένοι από το φως των χιλιομέτρων».

Πουθενά δεν υπάρχει ο τόπος
Μόνο τα λόγια του γυρνάνε πετώντας γύρω μας
Καθώς πηγαίνουμε
Κι εκείνο που θα δούμε
Βρισκόταν πάντα εκεί.


Στην Περασμένη χώρα της Βικτώριας Κουκουμά, οι άνθρωποι προχωρούν προς μια ζωή που νομίζουν να έχουν αφήσει πίσω τους, για να διαπιστώσουν πως τους έχει προ πολλού προσπεράσει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου